O Tζέσε Τζάκσον, παθιασμένος ακτιβιστής των πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ, επιφανής προσωπικότητα του Δημοκρατικού Κόμματος, που συνέδεσε το όνομά του με την υπεράσπιση των μαύρων αμερικανών αλλά και των φτωχότερων, λαϊκών στρωμάτων, άφησε την τελευταία του πνοή την Τρίτη (17/02) σε ηλικία 84 ετών, μετά από πολύμηνη μάχη με σπάνια νευροεκφυλιστική νόσο. Η είδηση του θανάτου του, περισσότερο από την απώλεια ενός σημαντικού σημείου αναφοράς για την ιστορία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής.
Εισαγωγική πράξη του Τζάκσον στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα ήταν η απόφασή του να αψηφήσει τον Ιούλιο του 1960 μαζί με άλλους επτά αφροαμερινακούς τον φυλετικό διαχωρισμό της δημόσιας βιβλιοθήκης του Γκρίνβιλ (η ομάδα έμεινε στην Ιστορία ως «οι οκτώ του Γκρίνβιλ»). Θα ακολουθούσε η συμμετοχή του σε κάθε μικρή και μεγάλη στιγμή του κινήματος, με ιστορικό σταθμό την πολυήμερη πορεία από τη Σέλμα στο Μοντγκόμερι, στην Αλαμπάμα, και η μετοίκησή του στο Σικάγο όπου, κατόπιν επιθυμίας του εμβληματικού ηγέτη για την φυλετική ισότητα Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, θα αναλάμβανε καθήκοντα ηγέτη της Συνδιάσκεψης της Χριστιανικής Ηγεσίας του Νότου (SCLC), οργάνωσης επιφορτισμένης με καθήκοντα υπεράσπισης της πολιτικής ισότητας.
To Σικάγο θα γινόταν η βάση του Τζάκσον, ο οποίος θα χειροτονούνταν πάστορας το 1968 από το Θεολογικό Σεμινάριο του Σικάγο, παρότι εκκρεμούσαν τρία μαθήματα για την ολοκλήρωση των σπουδών του. H ρητορική δεινότητά του, σε συνδυασμό με τους ισχυρούς δεσμούς της μαύρης κοινότητας με τους τοπικούς εκκλησιαστικούς θεσμούς, θα προσέφερε στον Τζάκσον την ευκαιρία να εστιάσει σε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «πίστη εν δράσει». Στα κηρύγματά του κυριαρχούσαν οι ταξικές αναφορές, που προσπαθούσαν να οικοδομήσουν ευρύτερες συμμαχίες μεταξύ των φυλετικών μειονοτήτων και των μη προνομιούχων λευκών Αμερικανών.
«Υπάρχει κάτι ηθικά έκφυλο σε ένα σύστημα που ενώ διαθέτει την ικανότητα να αντιμετωπίζει τα βασικά ανθρώπινα προβλήματα, όπως τη φτώχεια, την άγνοια και την ασθένεια, δεν έχει την θέληση να το κάνει» θα σημείωνε ο ίδιος τον Οκτώβριο του 1971 κατά τη διάρκεια τηλεμαχίας με τον συντηρητικό διανοητή Ουίλιαμ Μπάκλει, συνοψίζοντας έτσι την κριτική του στάση προς τον ξέφρενο αμερικανικό καπιταλισμό.
Δεν επρόκειτο για μια πορεία χωρίς συγκρούσεις, αφού το 1971 η ρήξη του με τον Ραλφ Αμπερνάθι θα οδηγούσε στην αποχώρησή του από την SCLC και τη δημιουργία της PUSH (People United to Save Humanity). Η οργάνωση θα λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση του Τζάκσον, υιοθετώντας μια σειρά από δυναμικές παρεμβάσεις που περιλάμβαναν μποϊκοτάζ σε επιχειρήσεις που δεν προσλάμβαναν μαύρους, βραβεύσεις διακεκριμένων αφροαμερικανών, καμπάνιες ενίσχυσης μαύρων ενοικιαστών κ.ά. Το 1981 μάλιστα το μποϊκοτάζ στην Coca-Cola θα οδηγούσε το μεγαθήριο της παραγωγής ποτών να διαθέσει 34 εκατομμύρια δολάρια για την πρόσληψη περισσότερων μαύρων Αμερικανών και τη διάθεση επενδύσεων σε τράπεζες συνδεδεμένες με την αφροαμερικανική κοινότητα.
Η πολιτική παρακαταθήκη
Μπαίνοντας στη δεκαετία του 1980 ο Τζάκσον θα συνδεόταν με το ρεύμα του αριστερόστροφου φιλελευθερισμού που εξέφραζε στους κόλπους του Δημοκρατικού Κόμματος. Η συμμετοχή του στις προκριματικές εκλογές του 1984 θα συνοδευόταν από τη δημιουργία ενός συνασπισμού-«ουράνιο τόξο» (Rainbow Coalition), στον οποίο καλούνταν να ενταχθούν αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «περιθωριοποιημένη πλειοψηφία». Έννοια που περιλάμβανε όλες τις φυλετικές και κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται υπό καθεστώς καταπίεσης, από τους μαύρους και τους ισπανόφωνους Αμερικανούς έως τους πολίτες ασιατικής καταγωγής και την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα.
Το πολιτικό του πρόγραμμα περιλάμβανε τον περιορισμό των στρατιωτικών δαπανών, την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων σε παιδεία και υγεία, την εκτεταμένη εφαρμογή πολιτικών θετικών διακρίσεων σε εκπαίδευση και εργασία, την εξομάλυνση των σχέσεων με την Κούβα, την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους και την επιβολή οικονομικών κυρώσεων στο ρατσιστικό καθεστώς του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Τελικά ο Τζάκσον θα ερχόταν τρίτος στις προκριματικές εκλογές του 1984, συγκεντρώνοντας ποσοστό 18,1% (έναντι 38,3% του Γουόλτερ Μοντέιλ και 35,9% του Γκάρι Χαρτ).
«Ο Τζάκσον είχε τα κότσια και το μυαλό να αφήσει το στίγμα του, κόντρα στην κυρίαρχη πολιτική του Δημοκρατικού Κόμματος», δήλωσε στους New York Times ο Μέιναρντ Τζάκσον, ο πρώτος μαύρος δήμαρχος της Ατλάντα, εκτιμώντας πως αν ήταν ο υποψήφιος των Δημοκρατικών για την Προεδρία, θα μπορούσε να νικήσει τον τότε πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν. Θα ακολουθούσε η επανάληψη της ίδιας προσπάθειας το 1988 αλλά η βελτίωση των επιδόσεων του (συγκέντρωσε 29,3%) δεν θα εμπόδιζε τον Μάικλ Δουκάκης να λάβει τελικά το χρίσμα.
Παρά την ήττα, οι επιδόσεις του Τζάκσον και στις δύο αναμετρήσεις επιβεβαίωσαν ότι οι μαύροι υποψήφιοι κατόρθωναν πια να απευθύνονται σε πανεθνικά ακροατήρια κι ότι η μάχη για την στοιχειώδη ισότητα έδινε τη σειρά της στην ανάγκη για κατοχύρωση της πολιτικής εξουσίας. Η ομιλία του στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών του 1988, που τελείωνε με την προτροπή «να κρατηθεί ζωντανή η ελπίδα», θα ενσωματώνονταν στο «hope and change» («ελπίδα και αλλαγή») της επιτυχημένης προεδρικής εκστρατείας του Ομπάμα το 2008.
Ο Τζάκσον αποτέλεσε μέρος της γενιάς μαύρων ηγετών που ακολούθησε εκείνη του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και προηγήθηκε εκείνης του πρώτου αφροαμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα. Στην ορκωμοσία του τελευταίου, όταν ο Τζάκσον ρωτήθηκε γιατί ο Ομπάμα πέτυχε εκεί που ο ίδιος απέτυχε, απάντησε ότι «ο Ομπάμα είναι σπουδαίος», προσθέτοντας ωστόσο ότι «έτρεξε τον τελευταίο γύρο μιας κούρσας 60 χρόνων». Και ο πάστορας Αλ Σάρπτον –του οποίου ο Τζάκσον υπήρξε μέντορας- θα σχολίαζε: «Ανάμεσα στον Κινγκ και στον Ομπάμα υπήρξε μια γέφυρα που λεγόταν Τζέσε Τζάκσον».
Το τέλος των προεδρικών φιλοδοξιών δεν σήμανε για τον Τζάκσον απόσυρση από την ενεργό πολιτική. Παρέμεινε σφοδρός επικριτής της αστυνομικής βίας, αντιτάχθηκε στον Πόλεμο του Ιράκ και μεσολάβησε για την απελευθέρωση αμερικανών κρατουμένων στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991 και στον Πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου το 1999, μη διστάζοντας να συναντήσει κατ’ ιδίαν τους Σαντάμ Χουσεΐν και Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.
Η συνέχεια των χρόνων μείωσε τη δημοφιλία του, καθώς τα ΜΜΕ απασχόλησε η αποκάλυψη της εξωσυζυγικής του σχέσης και η καταδίκη του επί σειρά ετών βουλευτή γιού του για κατάχρηση προεκλογικών χρηματοδοτήσεων ύψους 750.000 δολαρίων. Γεγονός παραμένει πως μετά τον θάνατο του Τζάκσον και την εκδημία του έτερου «γίγαντα» του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων Τζον Λιούις, η γενιά που σηματοδότησε τη μετάβαση από τη διαμαρτυρία στην εξουσία αφήνει ανεξίτηλο ιστορικό στίγμα.
«Κανείς άλλος στο Δημοκρατικό Κόμμα δεν μιλούσε για μια πολυφυλετική, πολυεθνική δημοκρατία», είπε ο γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, σε εκδήλωση στο Σικάγο που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2024 προς τιμήν του Τζάκσον, συνοψίζοντας εύγλωττα την πολιτική προσφορά του ανδρός.