Στις 18 Φεβρουαρίου 1883 γεννιέται στο Ηράκλειο της Κρήτης ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο Νίκος Καζαντζάκης. Η γραφή του, διαμορφωμένη μέσα από έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις και υπαρξιακούς προβληματισμούς έμελλε να επηρεάσει, όχι μόνο την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνία.
Οι επιρροές από τον Νίτσε, τον Μπερξόν και τον βουδισμό, καθόρισαν τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε το ζήτημα αναζήτησης του Θεού, της ελευθερίας και της ανθρώπινης μοίρας.
Το έργο του αμφισβητήθηκε έντονα στην Ελλάδα. Ωστόσο, στο εξωτερικό γνώρισε ευρεία αναγνώριση και προτάθηκε επανειλημμένα για το Νόμπελ Λογοτεχνίας (εννέα φορές μεταξύ 1947 και 1957).
Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, το όνομά του αποτελούσε πεδίο δημόσιας αντιπαράθεσης.
«Ενώ τα βιβλία του κυκλοφορούν παντού ελεύθερα, στην χώρα μας ζητείται ν’ απαγορευθούν».
«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 12ης Μαρτίου 1955» επιχειρεί να παρουσιάσει στο ελληνικό κοινό την περιβόητη «Υπόθεση Καζαντζάκη», δημοσιεύοντας εκτενές ρεπορτάζ για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, καθώς και τους λόγους έντασης ανάμεσα στον ίδιο και την Εκκλησία.
Το περιοδικό καταγγέλλει το κλίμα της εποχής, σημειώνοντας:
»Στις ξένες χώρες τιμούν τους ανθρώπους των Γραμμάτων. Στην Ελλάδα, ή τους αγνοούν ή τους καταδιώκουν.
Ο Νίκος Καζαντζάκης, όπως και άλλοι συγγραφείς, καταδιώκεται από την Εκκλησία, αγνοείται από την Ακαδημία και την επίσημη “διανόηση”, αλλά αναγνωρίζεται και τιμάται από τον Ελληνικό λαό, εδώ στον τόπο μας͵ και από τον πνευματικό κόσμο στο εξωτερικό […]
Επιφυλάξεις και δισταγμοί υπάρχουν για πολλά έργα μεγάλων συγγραφέων, ακόμη και εκείνων που θεωρούνται ως κλασσικοί. Ο Καζαντζάκης, ασφαλώς δεν αποτελεί εξαίρεση […]
Πέρα από το άτομο Καζαντζάκης, υπάρχει το φαινόμενο – απαράδεκτο για χώρες που θέλουν να λέγωνται πολιτισμένες – της διώξεως του πνεύματος […]».
Η αφετηρία
Το ρεπορτάζ ξεκινά από την αφετηρία της ζωής του και παρακολουθεί τα πρώτα βήματα της διαδρομής που τον οδήγησε στην παγκόσμια αναγνώριση:
»Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1883, όπου και τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές. Ήρθε κατόπιν στην Αθήνα και ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο. Το 1906 πήρε δίπλωμα Νομικής. Το 1910 πανδρεύθηκε την λογοτέχνιδα Γαλάτεια Καζαντζάκη, αλλά ύστερα από δέκα χρόνια χώρισαν. Ο Καζαντζάκης ξαναπανδρεύθηκε την λογοτέχνιδα Ελένη Σαμίου, στα 1945, με την οποία και ζη σήμερα (σ.σ. και με την οποία έμεινε έως το τέλος της ζωής του). Κουμπάρος στον δεύτερο γάμο του ήταν ο ποιητής Αγγελος Σικελιανός.

Νίκος Καζαντζάκης με τη σύζυγό του Ελένη Καζαντζάκη, Μάιος 1957.
Όταν τελείωσε τις σπουδές του, πήγε στο Παρίσι και εφοίτησε στην Σχολή Πολιτικών Επιστημών και Φιλοσοφίας. Δεν μπορούσε, όμως, ο ίδιος να περιορισθή στον ρόλο ενός πανεπιστημιακού δασκάλου. Αρχισε τότε τα ταξίδια, γιατί, όπως είπε και ο ίδιος, αποτελούσαν γι’ αυτόν μια βαθύτερη ψυχική ανάγκη».

Ο Νίκος Καζαντζάκης (δεύτερος από δεξιά), στα φοιτητικά του χρόνια, με φίλους του (1905)
Τα ταξίδια
Ακολούθησαν διαδοχικά ταξίδια σε Ευρώπη και Ασία – από την Ελβετία και τη Βιέννη έως τη Σοβιετική Ένωση, την Ιαπωνία και το Θιβέτ – εμπειρίες που αποτέλεσαν σταθμούς πνευματικής αναζήτησης:
«Το 1917 πήγε στην Ελβετία, το 1921 στην Βιέννη, κατόπιν στην Γαλλία, στην Ιταλία, στην Γερμανία και στην Ισπανία (1925). Μετά ένα χρόνο ανεχώρησε για την Σοβιετική Ενωσι και αργότερα για μακρυνότερες χώρες την Ιαπωνία, την Κίνα, το Θιβέτ και την Κεντρική Ασία.

Ο Νίκος Καζαντζάκης σε ταξίδι του στην Κίνα, το 1957, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του.
Στον γυρισμό, πέρασε από την Αραβία και την Αίγυπτο. Ξαναπήγε στην Ισπανία την εποχή του εμφυλίου πολέμου, ως ανταποκριτής Αθηναϊκής εφημερίδος και εδημοσίευσε τις εντυπώσεις του με τον τίτλο “Βίβα Λα Μουέρτε”».
Πολύτιμο υλικό για ένα από τα σημαντικότερα έργα του «Ο Χριστός ξανα σταυρώνεται», αντλήθηκε από το ταξίδι του στον Πόντο:
« …όπου τον έστειλεν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επικεφαλής αποστολής, που θα συζητούσε τα προβλήματα των ανταλλαξίμων πληθυσμών.
Το τελευταίο ταξίδι του, πριν από τον πόλεμο, ήταν στην Αγγλία. Τις εντυπώσεις του ο Καζαντζάκης τις δημοσίευσε σε Αθηναϊκή εφημερίδα και τις εξέδωσε σε βιβλία, που εσημείωσεν εκδοτική επιτυχία, όπως συνέβη, άλλωστε, με όλα τα ταξιδιωτικά βιβλία του».
Ερημίτης στην Αίγινα
Καταφύγιο της δημιουργίας του υπήρξε το λιτό του σπίτι στην Αίγινα «κοντά στην ακρογιαλιά», όπου εργάστηκε πάνω σε πολλά από τα έργα του και έμεινε έως τα πρώτα χρόνια της Κατοχής.
«Ήρθεν έπειτα στην Αθήνα, όπου έγινε Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Το 1945, επί κυβερνήσεως Σοφούλη, τον έκαμαν υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου. Έμεινε λίγους μήνες υπουργός, για να παραιτηθή και να φύγη από την Ελλάδα.
Επήγε στην Αγγλία, σαν επίσημος προσκεκλημένος και, τέλος, στο Παρίσι, όπου ετοποθετήθη στην Γραμματεία του ΟΥΝΕΣΚΟ, για να παραιτηθή αργότερα, λέγοντας πως ο Όργανισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στο έργο του. Απεσύρθη στην Αντίμπ, στην Κυανή Ακτή της Γαλλίας, όπου και εργάζεται έως σήμερα».
Το έργο
«Tο πρώτο βιβλίο που παρουσίασε ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν, στο 1906, ένα λυρικό πεζογράφημα, με τίτλο «Οφις και Κρίνο». Το 1910 παρουσίασε την τραγωδία του «Ο Πρωτομάστορας», εμπνευσμένη από τον γνωστό θρύλο του δημοτικού τραγουδιού “Της Αρτας το γιοφύρι”».
»Εν τω μεταξύ ο Καζαντζάκης, πληθωρικώτατος και πολυγραφώτατος, δημοσίευε συνεργασίες σε όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής εκείνης και στον “Nουμά”, μάλιστα, είχε δημοσιεύσει και ένα μυθιστόρημα, το λογοτεχνικό, δηλαδή, αυτό το είδος, που σήμερα κυρίως απασχολεί την πνευματική του παραγωγή και που τον κατέστησε διάσημο σ’ όλον τον κόσμο».
Ο Καζαντζάκης ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου: ποίηση, έπος, τραγωδία, δοκίμιο, θέατρο και, τελικά, μυθιστόρημα.

«Οι πρώτες λυρικές του τραγωδίες παρουσιάστηκαν 1928. Είναι ο “Χριστός”, o “Ο Νικηφόρος Φωκάς” και o “Οδυσσεύς”. Αργότερα, έγραψε μερικές τραγωδίες με θεατρικώτερη μορφή ώστε να είναι δυνατή και η σκηνική τους παρουσίαση. Αναφέρουμε εδώ τη “Μέλισσα”, τον “Ιουλιανό”, τον “Καποδίστρια”, τον “Κωνσταντίνο Παλαιολόγο”, τον “Κούρο”, που μεταδόθηκε από το ραδιοφωνικό σταθμό της Σουηδίας, και τα “Σόδομα και Γόμορα” που ανεβάσθηκαν τον περσινό Δεκέμβριο στο Μανχάιμ, και εσημείωσαν εξαιρετικήν επιτυχία. Επίσης δημοσιεύτηκε και το πρώτο μέρος της τριλογίας του “Προμηθέας Πυρφόρος – Προμηθέας Δεσμώτης-Προμηθέας Λουόμενος”.
Την μεγάλη του δημοτικότητα ο Καζαντζάκης χρωστά στην δημοσίευση των ταξιδιωτικών του βιβλίων, τα οποία έγιναν ανάρπαστα και εσημείωσαν πολλές εκδόσεις, με αποτέλεσμα, σήμερα να είναι εξαντλημένα και δυσεύρετα.
»Τα καλύτερα από τα ταξιδιωτικά του βιβλία είναι η “Ισπανία”, η “Αγγλία” και το “Ιαπωνία – Κίνα”. Ο Καζαντζάκης στα βιβλία αυτά παρουσιάζεται σαν ένας εξαιρετικά φιλοσοφημένος μελετητής της ιστορίας και των συνηθειών των λαών των χωρών που περιγράφει.
»Στην περίοδο 1928-1934, ο Καζαντζάκης, δημοσίευσε σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά κι’ εφημερίδες, μεγάλα επικολυρικά ποιήματα γύρω από μεγάλες φυσιογνωμίες της τέχνης, της ιστορίας και της θρησκείας, όπως ο Δάντης, ο Δον Κιχώτης, ο Βούδας, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Σαίξπηρ κ.α.».
H «Οδύσσεια»
Το 1935 τύπωσε την μνημειώδη «Οδύσσεια», έργο 33.333 στίχων, που χαρακτηρίσθηκε ως το μακρότερο έπος της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
«Η “Οδύσσεια” εγνώρισε την επίθεσιν ωρισμένων κριτικών, οι οποίοι εχαρακτήρισαν το έργο ως σκοτεινό, “βαρύ” δια το πολύ κοινό, και μηδενιστικό. Ωστόσο, μία από τις μεγάλες προσφορές του Καζαντζάκη στο έργο του αυτό, είναι η πλούσια εκφραστική δύναμη και οι άπειρες δημοτικές ελληνικές λέξεις που χρησιμοποίησε. Δέον να σημειωθή ότι ο Καζαντζάκης, προτού τυπώσει, το 1935 την “Οδύσσεια”, την είχε γράψει επτά φορές από το 1920».
Δύο δεκαετίες αργότερα, «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 19ης Δεκεμβρίου 1977 δημοσιεύει ένα εκτενές κείμενο του Α.Θ. Αγγελόπουλου, στο οποίο η «Οδύσσεια» παρουσιάζεται όχι απλώς ως ποιητικό επίτευγμα, αλλά ως πνευματική δοκιμασία:
«Ο Καζαντζάκης, έγραφε και ξανάγραφε, γιατί είχε το πάθος της τελειότητας».
«Όταν έχω μια ιδέα τη δουλεύω καιρό πολύ, αμίλητα, με υπομονή, μ’ εμπιστοσύνη, με αγάπη και όταν ανοίγω το στόμα η ιδέα βγαίνει παραμύθι”».
Το έργο, που προκάλεσε έντονες κριτικές και παρερμηνείες, και πολλοί έβλεπαν σε αυτό «μια άρνηση, μια μανία ανατροπής και αυτοκαταστροφής» για τον ίδιο τον δημιουργό του, φαίνεται πως υπήρξε έκφραση μιας βαθιάς αγωνίας:
«Αγωνίζομουν να δημιουργήσω μια μεγάλη ιδέα που να μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στη ζωή, καινούριο νόημα στο θάνατο και να παρηγορήσει τους ανθρώπους».
Η «Οδύσσεια», γράφει ο Αγγελόπουλος, «είναι ένα έργο αμφισβήτησης των κρατούντων, είναι η έκφραση του παράπονου για την αδικία και την ανισότητα στον κόσμο […] Είναι η “προετοιμασία” για τη μελλοντική πορεία που έχει διατυπώσει στην “Ασκητική” του.
Το δημοσίευμα του «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ» (12.3.1955) συνεχίζει την αφήγηση της διαδρομής του με το επόμενο έργο του:
«Ένα άλλο σημαντικό βιβλίο του Καζαντζάκη, στο οποίο ο γραφεύς αναπτύσσει το φιλοσοφικό του “πιστεύω”, είναι η “Ασκητική”, η οποία πρωτοτυπώθηκε το 1933 και το 1946 κυκλοφόρησε και πάλι, στην οριστική της μορφή».
«Αλέξης Ζορμπάς»
Η μεγάλη στροφή από την ποίηση στο μυθιστόρημα ήρθε το 1943, με τον «Αλέξη Ζορμπά»:
»Βρήκε αμέσως απήχηση από το Ελληνικό αναγνωστικό κοινό και γρήγορα εξαντλήθηκε […]
Αποτέλεσμα της μεγάλης επιτυχίας, του “Αλέξη Ζορμπά”, ήταν η απασχόλησης πλέον του Καζαντζάκη αποκλειστικώς σχεδόν προς το μυθιστόρημα».
Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Καπετάν Μιχάλης», «Ελευθερία ή Θάνατος» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός» τα οποία τυπώθηκαν, στην Ευρώπη μεταφρασμένα σε διάφορες γλώσσες.
»Μια άλλη προσφορά του Καζαντζάκη είναι η μεταφραστική του εργασία. Σημειώνουμε την μετάφραση της “Θείας Κωμωδίας”, του Δάντη, του “Φάουστ” του Γκαίτε, καθώς και την ανέκδοτη ακόμη μετάφραση της “Οδύσσειας” και της “Ιλιάδας” του Ομήρου.
Η σύγκρουση με την Εκκλησία
Το 1955 η Ιερά Σύνοδος ζητεί την απαγόρευση τριών μυθιστορημάτων του. Όπως σημειώνει ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»:
»H επίσημη Εκκλησία απεφάσισεν να ζητήση από την Κυβέρνησιν την απαγόρευσιν της κυκλοφορίας τριών μυθιστορημάτων του Ν. Καζαντζάκη.
»Η εν λόγω απόφασις της Ιεράς Συνόδου δεν είναι προϊόν μιας και μόνης συνεδριάσεως, αλλά ελήφθη κατόπιν επιμόνου και επιπόνου διαδικασίας, η οποία χρονολογείται από έτους και πλέον.
Αφορμήν δια να ασχοληθή η Εκκλησία της Ελλάδος με τα βιβλία του Καζαντζάκη, έδωσεν η προ ενός και ημίσεος έτους ληφθείσα απόφασις της Παπικής Εκκλησίας, δια της οποίας ανεγράφησαν εις τον κατάλογον των απηγορευμένων βιβλίων, (index) τα μυθιστορήματα του Ελληνος συγγραφέως, και ειδικώτερον “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” […]
Η ιερά Σύνοδος, έλαβε την γνωστήν αποφασίν της, την οποίαν επέδωσεν εγγράφως εις το υπουργείον της Δικαιοσύνης […]».
Στο συνοδικό έγγραφο, ο συγγραφέας κατηγορείται ότι με το «Καπετάν Μιχάλης» «διασύρεται η Εκκλησία και διαπομπεύονται οι ιεροί αυτής θεσμοί και καθυβρίζεται το τριαδικόν του Θεού».
Ο «Χριστός ξανασταυρώνεται» χαρακτηρίζεται ως έργο με «διάθεσιν ασεβούς χρησιμοποιήσεως των ιστορικών αληθειών του Ευαγγελίου», ενώ μέσω αυτού «γίνεται διδασκαλία σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών θεωριών».
Τέλος, ο «Τελευταίος Πειρασμός» είναι «βιβλίον σκανδαλώδες και επικίνδυνον διά κάθε Χριστιανόν», γιατί «υβρίζεται το Θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού» και «επιδιώκεται να καταρριφθή η θεότης Αυτού», ενώ «είναι γραμμένο βάσει των θεωριών του Φρόυντ και του ιστορικού υλισμού».
Η κληρονομιά
Η «Υπόθεση Καζαντζάκη» υπήρξε μία από τις πιο έντονες πνευματικές αντιπαραθέσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Σήμερα, η ιστορία έχει κρίνει διαφορετικά. Το έργο του συγγραφέα όχι μόνο δεν σίγησε, αλλά συνεχίζει να διαβάζεται, να μεταφράζεται και να συζητείται.
Ίσως η πιο ψύχραιμη αποτίμηση της διαδρομής του βρίσκεται ανάμεσα σε όσα γράφει στο «ΒΗΜΑ» (19.12.1977) ο Α. Θ. Αγγελόπουλος:
«Η διεθνής αναγνώριση του έργου του, με τις πολυάριθμες μεταφράσεις των βιβλίων του σε όλες τις γλώσσες […] φέρνει το όνομά του, μαζί με τ’ όνομα της Ελλάδας, στα πέρατα της Γης».
