Γιατί δεν αρέσουν;

Η πολιτική έχει το δικό της θεματολόγιο, το δικό της περιεχόμενο και τις δικές της συντεταγμένες. Παίζει άλλο ρεπερτόριο. Γεγονός που εξηγεί γιατί σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις το πολιτικό τοπίο παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο.

Γιατί δεν αρέσουν;

Ισως είναι ακόμη νωρίς. Αλλά όσο νωρίς κι αν είναι, η καλή μέρα δείχνει από το πρωί.

Τα πολυτραγουδισμένα «νέα κόμματα» δεν συναρπάζουν τα πλήθη. Και μιλάμε για τα «νέα» διότι ούτε τα παλιά ενθουσιάζουν ιδιαίτερα, να είμαστε ειλικρινείς.

Κι επειδή ακριβώς οι πολιτικοί δεν συναρπάζουν τον κόσμο, το πολιτικό σκηνικό μένει αμετάβλητο. Τόσο απλό.

Ο χορός των δημοσκοπήσεων κινείται στον ίδιο ρυθμό: η τελευταία δίνει 31,9% στη ΝΔ και 14% στο δεύτερο ΠΑΣΟΚ (Interview, 10/2). Οι υπόλοιποι είναι για κλάματα.

Εχουμε δηλαδή ένα κόμμα που κυριαρχεί ίσως λιγότερο σε σχέση με το παρελθόν και πολλούς άλλους που υποδύονται τα κόμματα σε μια αίθουσα χωρίς ακροατήριο. Το προφανές είναι ότι δεν αρέσουν.

Και κάτι ακόμη χειρότερο. Δεν ενδιαφέρουν.

Στο ΠΑΣΟΚ ο Βενιζέλος ακούγεται περισσότερο από τον Ανδρουλάκη κι ίσως να ακουγόταν ακόμη περισσότερο αν είχε πιο ξεκάθαρο τι θέλει να πει.

Ακόμη κι η αντιπολιτευτική ατζέντα εξελίσσεται με βαθιά χασμουρητά.

Οι υποκλοπές εκδικάζονται σε κάποιο δικαστήριο με κάποιους κατηγορουμένους, τα Τέμπη έγιναν κόμμα, το «κράτος δικαίου», η «κρίση των θεσμών», οι φιλοδοξίες του ενός και του άλλου, κάτι σκοτεινές κασκαρίκες που σκαρώνει ο ένας στον άλλο, μια ατελείωτη γκρίνια.

Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσωπο των ημερών και «σκάνδαλο της εβδομάδας» αναδείχτηκε ο Παναγόπουλος της ΓΣΕΕ – τουλάχιστον είναι αναβάθμιση σε σχέση με τον «Φραπέ»…

Πόσο όμως μπορεί να ακμάσει μια κοινωνία που δεν συζητάει τίποτα το σοβαρό;

Γιατί θα πρέπει να συνεπαίρνει το κοινό μια πολιτική αντιπαράθεση που (κακά τα ψέματα…) ασχολείται μόνο με το αν θα φύγει ή αν θα μείνει ο Μητσοτάκης;

Και για ποιον λόγο θα πρέπει η ελληνική κοινωνία να αποδεχτεί την αποκαλυπτική εικόνα που φιλοτεχνούν οι σπεκουλαδόροι της καταστροφής;

Προ ημερών μάς πληροφορούσαν για «Ρεσιτάλ αυταρχισμού από Π. Μαρινάκη – Πρωτοφανής επιχείρηση φίμωσης του Τύπου» («Εφημερίδα των Συντακτών», 11/2). Και αποκαλύφθηκε τελικά ότι ο υποψήφιος να φιμωθεί από το ρεσιτάλ αυταρχισμού του κυβερνητικού εκπροσώπου ήταν ένας… υποψήφιος βουλευτής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη Θεσσαλονίκη!

Την περασμένη εβδομάδα που βρισκόμουν στη Γαλλία προσέθεσα στην καθιερωμένη συγκομιδή βιβλίων κι ένα μικρό βιβλιαράκι του Αντόνιο Γκράμσι που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «Η πλήρης δημοσιογραφία» (έτσι αποδίδεται υποθέτω το «Le journalisme integral», Editions Critiques, 154 σελίδες).

Ο Γκράμσι δεν ευθύνεται για τον τίτλο, παρόλο που ο ίδιος χρησιμοποιεί την έννοια σε μια ή δυο περιπτώσεις λίγο αδιευκρίνιστα. Είναι ουσιαστικά μια συλλογή άρθρων και κειμένων του ιταλού αριστερού πολιτικού των αρχών του 20ού αιώνα για τον Τύπο και τη δημοσιογραφία. Παρόλο που ο άνθρωπος ήταν μεν πολύ αριστερός αλλά ελάχιστα δημοσιογράφος.

Διατυπώνει μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις αλλά και μια έγνοια για το κοινό λίγο ανεπεξέργαστη που δεν ήταν όμως καθόλου αυτονόητη για την Αριστερά της εποχής.

Ξέρετε όμως τι μένει στο τέλος; Οτι η «πλήρης δημοσιογραφία» είναι κάτι αριστεροί που πλακώνονται με άλλους αριστερούς για το ποιος είναι ο σωστός αριστερός.

Ο καβγάς δηλαδή έχει ενδεχομένως ενδιαφέρον για την Αριστερά αλλά καθόλου για τη δημοσιογραφία.

Πολύ φοβούμαι πως αν διακινούσα τέτοιες δυσνόητες και δασύτριχες αρλούμπες όταν προ πολλών ετών εμφανίστηκα στο «Βήμα», δεν θα είχα κλείσει στη δουλειά ούτε δεκαπενθήμερο. Ο Ψυχάρης θα με είχε στείλει σπίτι μου ή σε κανέναν ψυχίατρο. Κι ας είχε στερήσει την εφημερίδα (και τη δημοσιογραφία…) από έναν πολλά υποσχόμενο μελλοντικό «πλήρη δημοσιογράφο».

Η μετατροπή της κακόγουστης σπέκουλας σε παράνοια έχει όμως πολλούς σπόνσορες. Και ένα αγαπημένο πεδίο: τη διαφθορά.
Μια πρώην ευρωβουλευτής, η Σόφι ιντ Βελντ (την είχαμε γνωρίσει από τις παρέες της με ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ πριν φάει «μαύρο» στις ευρωεκλογές…) δημοσίευσε ένα άρθρο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ποιος πληρώνει το τίμημα της διαφθοράς; Εσύ!» που αποτελεί την επιτομή της παράνοιας (tovima.gr, 11/2).

Από μια απλή ανάγνωση προκύπτει ότι όλοι είναι διεφθαρμένοι εκτός της μαντάμ Σόφι κι ενδεχομένως των φίλων της.

Ασφαλώς η διαφθορά «πουλάει». Είναι παλαιό μυστικό της πολιτικής. Και της δημοσιογραφίας. Αλλά ως πεδίο παράνοιας έχει κι ένα μεγάλο μειονέκτημα: κουράζει.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της κυρίας Καρυστιανού. Ξεκίνησε με ένα αίτημα δικαίωσης της αδικοχαμένης κόρης της και κατέληξε σαν τον επιθεωρητή Κάλαχαν. Θέλει να τους βάλει όλους φυλακή.

Παρόλο που η διαφθορά (ή ακόμη καλύτερα η υποψία της…) είναι εκείνη που εκτρέφει και τις πιο ελκυστικές θεωρίες συνωμοσίας.
Αν μάλιστα δεν κάνω λάθος, είναι ο δημοσιογράφος Μάικλ Κέλι που επινόησε τον όρο «συγχωνευτική παράνοια» για να περιγράψει την ευχέρεια των θεωριών συνωμοσίας να συστρατεύουν αριστερούς και δεξιούς (Ian Dunt & Dorian Lynskey, «Θεωρίες συνωμοσίας», Μεταίχμιο).

Και το πεδίο της διαφθοράς είναι προνομιακός χώρος για να εκδηλωθεί πειστικά αυτή η ιδιότυπη παράνοια. Ακούγοντας τις ιερεμιάδες ή τις «αποκαλύψεις», πολύ δύσκολα ξεχωρίζεις τους δεξιούς από τους αριστερούς. Τα ίδια λένε.

Να επιστρέψουμε όμως στο ζητούμενο. Μπορούν άραγε όλες αυτές οι πραγματικές ή υποτιθέμενες παθογένειες να υποκαταστήσουν ή να αντικαταστήσουν το πραγματικό αντικείμενο της πολιτικής;

Μπορούν να παρακάμψουν τις ζωές και τις ανάγκες των ανθρώπων;

Νομίζω πως όχι. Τουλάχιστον όχι μεσοπρόθεσμα.

Η πολιτική έχει το δικό της θεματολόγιο, το δικό της περιεχόμενο και τις δικές της συντεταγμένες. Παίζει άλλο ρεπερτόριο.

Γεγονός που εξηγεί γιατί σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις το πολιτικό τοπίο παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο.

Η λογική είναι απλή. Οι πολιτικοί συσχετισμοί αποτυπώνουν πολιτικά γεγονότα, ευτυχή ή δυστυχή. Δεν αποτυπώνουν τις παραπολιτικές φιλολογίες των εφημερίδων, ούτε σαχλές προσωπικές φιλοδοξίες, ούτε δικόγραφα αμφίβολης αξιοπιστίας.

Ευτυχώς, να προσθέσω.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version