Το βιβλίο Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους του συγγραφέα Μίνου Ευσταθιάδη, το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2024 και μέχρι και σήμερα, στο 2026 πλέον, σημειώνει τεράστια επιτυχία, απέσπασε – όπως έγινε γνωστό την Πέμπτη (12/2) – το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2025.
Το 2022 ο συγγραφέας πήρε άδεια εισόδου στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Στράουμπινγκ στη Γερμανία για να συναντήσει έναν κρατούμενο, καταδικασμένο σε ισόβια.
Η συνέντευξη ολοκληρώθηκε, αλλά λίγο πριν φύγει από τη φυλακή, o Μίνως Ευσταθιάδης έρχεται αντιμέτωπος με μια διαφορετική και άγνωστη υπόθεση: Πώς μπορεί να συνδέεται η η δολοφονία μιας γυναίκας στο πολυτελές ρετιρέ της, στο κέντρο του Μονάχου το 2006, που ήταν και η αφορμή για να βρεθεί στο Στράουνμπινγκ, με την εξαφάνιση ενός κοριτσιού το 1981 στο δάσος της βαυαρικής λίμνης Άμερ;
Η δολοφονία στο ρετιρέ

Μόναχο, Μάιος του 2006. Η Σαρλότε Μπέρινγκερ, ιδιοκτήτρια γκαράζ, εκατομμυριούχος και μέλος της υψηλής κοινωνίας, εντοπίζεται νεκρή στο ρετιρέ της. Το θύμα δέχθηκε δεκάδες χτυπήματα στο κεφάλι με σφυρί.
Το Μόναχο σείεται, η υπόθεση γίνεται αμέσως γνωστή και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, όπως και ο απλός καθημερινός κόσμος, ψάχνουν την απάντηση στο γνωστό ερώτημα: ποιος σκότωσε την Σαρλότε Μπέρινγκερ;
Οι αρχές στρέφονται στον αγαπημένο της ανιψιό και κληρονόμο, Μπένεντικτ Τοθ, ο οποίος είχε μόλις εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Νομική. Δεν κατάφερε ποτέ να δικαιολογήσει τις δύο ώρες απουσίας εκείνη τη μέρα. Τελικά συλλαμβάνεται, κρίνεται ένοχος, καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη και μεταφέρεται σε φυλακή υψίστης ασφαλείας. Τα στοιχεία εναντίον του, όμως, ήταν – στην καλύτερη – προς συζήτηση.
Το 2022 ο Μίνως Ευσταθιάδης πήρε άδεια εισόδου στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Στράουμπινγκ για να συναντήσει από κοντά τον Μπένεντικτ Τοτ. Έμαθε για την υπόθεση τυχαία, σε ένα μπαρ του Παρισιού όταν μαζί με την παρέα του, συζητούσαν για αληθινά εγκλήματα. Πέρασαν μαζί έξι ώρες στη φυλακή. Αυστηρά.
Ο Ευσταθιάδης εκείνη την περίοδο δεν είχε στο μυαλό του να γράψει βιβλίο για την υπόθεση της Σαρλότε Μπέρινγκερ, στην πορεία προέκυψε. Μερικοί φίλοι του στη Γερμανία τον έφεραν σε επαφή με μία μικρή γερμανική εφημερίδα και του είπαν πως αν γράψει κάτι, θα μπορούσαν ίσως να το δημοσιεύσουν μεταφρασμένο.
Μετά τη συνάντηση με τον Μπένεντικτ Τοτ, όμως, ο οποίος επέμενε ότι είναι αθώος, όλα άλλαξαν. Λίγο πριν ο συγγραφέας φύγει από τη φυλακή, έμαθε ότι η δολοφονία της Σαρλότε Μπέρινγκερ μοιράζεται κάτι κοινό με μια άλλη, επίσης γνωστή υπόθεση που συζητήθηκε έντονα στην Γερμανία πριν από πολλά χρόνια.
Το κορίτσι στο κουτί
15 Σεπτεμβρίου 1981, ημέρα Τρίτη, αλλά πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς. Η Ούρσουλα Χέρμαν, 10 ετών, μετά το μάθημα γυμναστικής πήγε στο σπίτι του θείου της για φαγητό. Χρησιμοποίησε το ποδήλατό της και η απόσταση από το δικό της σπίτι ήταν μόλις δέκα λεπτά.
Στις 19:20 περίπου, η μητέρα της Ούρσουλα τηλεφώνησε και ζήτησε η κόρη της να επιστρέψει. Μισή ώρα αργότερα, η Ούρσουλα ακόμα να φτάσει στο σπίτι της.
Η μητέρα της, λοιπόν, κάλεσε ξανά στον θείο της Ούρσουλα, αλλά ενημερώθηκε ότι η κόρη της είχε ήδη φύγει. Αυτόματα, καταλάβαν ότι κάτι δεν πάει καλά.
Μέσα σε μία ώρα, γείτονες, αστυνομία και πυροσβέστες, όλοι μαζί, ξεκίνησαν να ψάχνουν την Ούρσουλα στο δάσος της βαυαρικής λίμνης Άμερ. Ένας σκύλος, μάλιστα, εντόπισε το ποδήλατό της μέσα σε ένα θάμνο. Η Ούρσουλα, όμως, δεν ήταν πουθενά.
Με το πρώτο φως της ημέρας, δεκάδες αστυνομικοί με αδιάβροχα διασκορπίστηκαν στο πυκνό δάσος, στα όρια του οποίου βρίσκεται ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο που προτιμάται από την πολιτική και επιχειρηματική ελίτ της Βαυαρίας.
Όταν η Ούρσουλα αγνοούνταν πάνω από 36 ώρες, χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι των Χέρμαν και ξεκίνησαν επαφές με απαγωγείς – κυρίως μέσω ηχογραφημένων μηνυμάτων και ήχων.
Όποιος βρισκόταν πίσω από το τηλέφωνο ζήτησε λύτρα, αλλά η επικοινωνία δεν οδήγησε πουθενά και ξαφνικά διακόπηκε. Μετά από 19 ημέρες, η Ούρσουλα βρέθηκε νεκρή στο δάσος, μέσα σε ένα ξύλινο κουτί, κάτω από το έδαφος. Πέθανε από ασφυξία.
Εκείνη την εποχή η αστυνομία, αν και επικεντρώθηκε σε έναν ύποπτο, δεν κατάφερε να βρει ποιος ή καλύτερα ποιοι ευθύνονται γι’ αυτό το έγκλημα. Το κουτί άλλωστε ήταν πολύ μεγάλο για να το μεταφέρει ένα άτομο μόνο του καθώς ζύγιζε 60 κιλά, και η αστυνομία υπέθεσε ότι εμπλέκονταν περισσότερα από ένα άτομα.
Οι πληροφορίες οδήγησαν στον Βέρνερ Μάζουρεκ (Αρτούρο Ζαμιάτιν στο βιβλίο), έναν 31χρονο τεχνικό τηλεοράσεων, γείτονα της οικογένειας Χέρμαν, ο οποίος ήταν γνωστό ότι είχε χρέη. Τελικά, αφέθηκε ελεύθερος.
Το 2005, χρησιμοποιήθηκε ανάλυση DNA για να εξεταστούν τα στοιχεία που βρέθηκαν στο κουτί, αλλά δεν βρέθηκαν χρήσιμα αποτελέσματα. Πλησίαζε η παραγραφή για την απαγωγή με θανατηφόρες συνέπειες και οι κύριοι ύποπτοι επανεξετάστηκαν.
Ο Μάζουρεκ, λοιπόν, τέθηκε υπό παρακολούθηση και τον Οκτώβριο του 2007 το σπίτι του ερευνήθηκε ενώ έδωσε και δείγμα σάλιου. Δεν βρέθηκε καμία αντιστοιχία μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων στο κουτί και του Μάζουρεκ.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας στο σπίτι του, όμως, η αστυνομία κατάσχεσε ένα μαγνητόφωνο και ισχυρίστηκε ότι είχε χρησιμοποιηθεί για να αναπαράγει τους ήχους στις κλήσεις προς τους Χέρμαν. Ο Μάζουρεκ και η σύζυγός του συνελήφθησαν στις 28 Μαΐου 2008.
Ο εισαγγελέας του Άουγκσμπουργκ ζήτησε ποινή ισόβιας κάθειρξης. Το ποινικό δικαστήριο, αποτελούμενο από τρεις δικαστές και δύο ενόρκους, έκρινε τον Μάζουρεκ ένοχο και, στις 25 Μαρτίου 2010, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για εκβιαστική ληστεία με θανατηφόρες συνέπειες. Η σύζυγός του αθωώθηκε. Ακόμα και ο αδερφός της Ούρσουλα, βέβαια, δεν πείστηκε ποτέ ότι ο Βέρνερ Μάζουρεκ ήταν ο δράστης.
Η υπόθεση της Ούρσουλα Χέρμαν έμεινε γνωστή ως «Το κορίτσι στο κουτί» και σε αυτό το κουτί, πίσω στο 1981, βρέθηκε το ίδιο ανδρικό DNA που βρέθηκε το 2006 σε ένα ποτήρι, στο ρετιρέ της Σαρλότε Μπέρινγκερ, την ημέρα της δολοφονίας της…
Λοιπόν, πώς ακριβώς συνδέονται οι δύο υποθέσεις;
Δύο ιστορίες εγκλήματος, ένα βιβλίο
Το Σου Γράφω από την κοιλιά του Κτήνους έχει εξαιρετικό ρυθμό και είναι page turner από τη φύση του από τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με δύο πραγματικά εγκλήματα.
Φυσικά, το ανδρικό DNA που βρέθηκε και στις δύο υποθέσεις δημιουργεί ένα μεγάλο ερωτηματικό που μας ακολουθεί καθώς το διαβάζουμε: Πώς συνδέεται ένα έγκλημα του 1981 με αυτό του 2006;
Το βασικό ερώτημα που ταλαιπωρεί τον συγγραφέα, βέβαια, είναι άλλο: Πώς γίνεται μια χώρα όπως η Γερμανία να κλείνει τις υποθέσεις κατηγορώντας δύο άτομα χωρίς τα στοιχεία να είναι αρκετά; Για ποιο λόγο, ενώ όλα οδηγούσαν στο ιδιωτικό σχολείο στην υπόθεση της Χέρμαν, δεν έγιναν έρευνες σε βάθος;
Με ύφος κοφτό, δημοσιογραφικό και χωρίς να δίνει εύκολες απαντήσεις, ο Ευσταθιάδης κρατάει τις αποστάσεις του, δεν επηρεάζει τον αναγνώστη και μεταφέρει τις δύο ιστορίες. Σε κάποια σημεία ωστόσο, το βιβλίο είναι βαθιά ανθρώπινο καθώς παρασύρεται και ο ίδιος μαζί μας.