Αλί Ακμπάρ: O τελευταίος εφημεριδοπώλης του Παρισιού αντιστέκεται στο ίντερνετ

Ο 73χρονος Πακιστανός, που τιμήθηκε με το παράσημο του Ιππότη από τον Εμανουέλ Μακρόν, συνεχίζει να «οργώνει» τους δρόμους του Παρισιού.

Αλί Ακμπάρ: O τελευταίος εφημεριδοπώλης του Παρισιού αντιστέκεται στο ίντερνετ

Ο τελευταίος paperboy, ο τελευταίος ρομαντικός. Την Τετάρτη (28/01) ο 73χρονος Αλί Ακμπάρ, με καταγωγή από το Πακιστάν, έλαβε μία από τις υψηλότερες κρατικές διακρίσεις. Σε ειδική τελετή στο Μέγαρο των Ηλυσίων, ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν τον έχρισε Ιππότη του Εθνικού Τάγματος Αξίας, χαρακτηρίζοντάς τον ως «πιο Γάλλο από τους Γάλλους» για την πολυετή συνδρομή στη διάδοση της είδησης με τον παραδοσιακό – και πλέον σπάνιο – τρόπο: πουλώντας εφημερίδες.

Από το 1973 ο Ακμπάρ «οργώνει» ασταμάτητα τους δρόμους και πουλάει εφημερίδες. Ξεκίνησε πουλώντας τη Charlie Hebdo και τη Libération, έπειτα τη Le Monde την οποία εξακολουθεί να μοιράζει επτά ημέρες την εβδομάδα, περίπου από τις 3 το μεσημέρι μέχρι τα μεσάνυχτα.

Ο πιο παλιός και μάλλον ο τελευταίος γνήσιος εφημεριδοπώλης του Παρισιού περπατάει από 12 έως 15 χιλιόμετρα τη μέρα και αποδίδει στη διαρκή κίνηση το εξαιρετικά αδύνατο σώμα του. Από στενό σε στενό, από καφετέρια σε καφετέρια, η ατάκα παραμένει ίδια όλα αυτά τα χρόνια: «Ça y est!», δηλαδή «Ορίστε!».

Ένα επάγγελμα που εξαφανίζεται

Στα λιθόστρωτα δρομάκια με γκαλερί τέχνης και βιβλιοπωλεία, δίπλα από λογοτεχνικά καφέ όπως το Les Deux Magots, όπου κάποτε συζητούσαν ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ και ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Ακμπάρ έχει την τιμητική του.ι σερβιτόροι με τους ασημένιους δίσκους τον χαιρετούν, τον σέβονται και παραμερίζουν για να περάσει.

Οι εποχές έχουν αλλάξει από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, όταν ο Ακμπάρ μπορούσε να πουλά περίπου 200 φύλλα τη μέρα. Τώρα, στην καλύτερη περίπτωση, είναι 20 ή 30. «Φταίει το ίντερνετ», εξηγεί. «Οι νέοι δεν διαβάζουν πια εφημερίδες».

Για να κρατήσει ζωντανό το επάγγελμα, ο Ακμπάρ έχει αναπτύξει το δικό του θεατρικό στιλ, επινοώντας χιουμοριστικές ή υπερβολικές εκδοχές των πρωτοσέλιδων της ημέρας. Ύστερα στέκεται στις μύτες των ποδιών και στριφογυρίζει στο ένα πόδι για να βεβαιωθεί ότι δεν του ξέφυγε κάποιος πελάτης, πριν ξεκινήσει για την επόμενη καφετέρια.

Συνεχίζει ακάθεκτος

Ο Ακμπάρ αγοράζει χονδρικά τη Le Monde στη μισή τιμή από ένα σταθερό περίπτερο και τη πουλά στην κανονική τιμή. Υυποστηρίζει ότι το βασικό του κίνητρο δεν είναι οικονομικό, αλλά «να μένει απασχολημένος και σε φόρμα». Και να μένει σε επαφή με τον κόσμο, φυσικά.

Όπου πηγαίνει, οι άνθρωποι φαίνεται να τον αναγνωρίζουν. Χαμογελούν, τον χαιρετούν, τον χτυπούν φιλικά στον ώμο, σκύβουν από τα παράθυρα των αυτοκινήτων για να του σφίξουν το χέρι.
«Έχω γίνει κάτι σαν θρύλος στη γειτονιά», λέει. Και παρότι το Σεν Ζερμέν έχει «χάσει την ψυχή του», καθώς οι παλιοί κάτοικοι δίνουν σιγά σιγά τη θέση τους στους τουρίστες, εκείνος εξακολουθεί να γεμίζει χαρά από τη δουλειά του.

Το παρελθόν

Πίνοντας έναν καφέ στο ξενοδοχείο La Perle, όπου αφήνει κάθε απόγευμα τη στοίβα με τις εφημερίδες και το ποδήλατό του, ο Ακμπάρ αναλογίζεται τις δύσκολες στιγμές που πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωης του.

Ο μεγαλύτερος από 11 αδέρφια του, γεννημένος από αναλφάβητους γονείς, μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια. Είχε περιορισμένη, κυρίως θρησκευτική εκπαίδευση μέχρι τα 12 του και, όπως πολλά παιδιά στο σχολείο, υπέστη κακοποίηση.

Το 1971, σε ηλικία 18 ετών, πήρε λεωφορείο από το Πακιστάν, υποσχόμενος να βγάλει αρκετά χρήματα ώστε να χτίσει ένα σπίτι για τη μητέρα του. Ταξίδεψε μέσω Αφγανιστάν και Ιράν και έφτασε στην Ελλάδα, όπου άρχισε να δουλεύει σε πλοία ως καθαριστής.

Μετά από δύο χρόνια στη Μεσόγειο, έδεσε στο λιμάνι της Ρουέν, στη βόρεια Γαλλία. Χωρίς να ξέρει πού να πάει και χωρίς να μιλά ούτε λέξη γαλλικά, αποφάσισε να κάνει ωτοστόπ για το Παρίσι.
Ο άνδρας που δέχθηκε να τον πάρει μαζί τον οδήγησε σε ένα δάσος. «Κατάλαβα ότι κινδύνευα. Προσπάθησα να ανοίξω την πόρτα, αλλά ο είχε ένα περίστροφο», αφηγήθηκε σε μια παλαιότερη συνέντεξή του στο rFi. Ο Ακμπάρ κακοποιήθηκε σεξουαλικά υπό την απειλή όπλου. «Ήμουν 20 χρονών. Μάζευα όλα μου τα λεφτά για τη μητέρα μου. «Τραυματίστηκα ψυχικά».

O «περίεργος» φοιτητής

Όταν ο Ακμπάρ έφτασε στο Παρίσι δεν είχε καμία πρόθεση να μείνει. Σχεδίαζε να επιστρέψει στην Ελλάδα και στη θάλασσα όμως μια τυχαία συνάντηση με έναν φοιτητή από την Αργεντινή, που πουλούσε σατιρικά περιοδικά όπως τα Hari-Kari και Charlie Hebdo στο Σεν Ζερμέν ντε Πρε, τον έβαλαν σε σκέψεις.

«Σοκαρίστηκα. Το περιοδικό έδειχνε μια γυναίκα με γυμνά οπίσθια», λέει, αναφερόμενος στο πλέον ανενεργό Hara-Kiri, πριν παραδεχτεί ότι ήταν «περίεργος» πώς αυτός ο ξένος φοιτητής έβγαζε χρήματα φωνάζοντας στους δρόμους.

Τον σύστησαν στον ιδρυτή του περιοδικού, Ζορζ Μπερνιέ, που ήταν και ιδιοκτήτης του Charlie Hebdo. Πολύ σύντομα άρχισε να πουλά και Libération. Όταν, το 1976, φοιτητές από το κοντινό Sciences Po άρχισαν να του ζητούν τη Le Monde, το επιχειρηματικό του δαιμόνιο ξύπνησε και άρχισε να πουλά κυρίως την απογευματινή εφημερίδα.

Κάποιοι πελάτες του, όπως οι φοιτητές Εμανουέλ Μακρόν ή Εντουάρ Φιλίπ, θα γίνονταν διάσημοι. Άλλοι, όπως ο Φρανσουά Μιτεράν, ήδη ήταν.

Η ζωή κάτω από τις γέφυρες

Ο Ακμπάρ έβγαζε χρήματα, αλλά έστελνε το μεγαλύτερο μέρος στο Πακιστάν. Έτσι, για περίπου έξι χρόνια, κοιμόταν στον δρόμο.

«Είχα χρήματα, αλλά όχι αρκετά για να πληρώνω ξενοδοχείο και να στέλνω λεφτά στη μητέρα μου, οπότε κοιμόμουν κάτω από τη γέφυρα». Πέντε νύχτες την εβδομάδα κοιμόταν στο υπόγειο όπου το αφεντικό του αποθήκευε τις εφημερίδες, «πάνω σε ένα σωρό κουρτίνες, μέσα σε υπνόσακο».

Ο Αλί τα κατάφερε

Το 2009, ο Ακμπάρ κατέγραψε τη γεμάτη γεγονότα ζωή του σε ένα βιβλίο, με τον τίτλο “The Last Paperboy of Paris: I make people laugh. The world makes me cry” («Ο τελευταίος εφημεριδοπώλης του Παρισιού: Εγώ κάνω τους ανθρώπους να γελούν. Ο κόσμος με κάνει να κλαίω»).

Περιγράφει το βιβλίο ως μια μορφή θεραπείας και ελπίζει να λειτουργήσει ως μάθημα ότι «μπορούμε να τα καταφέρουμε παλεύοντας και αγωνιζόμενοι κάθε μέρα».

Ο Ακμπάρ, παντρεμένος και με πέντε παιδιά, τελικά πέτυχε τον στόχο του. Όχι μόνο έχτισε ένα κανονικό σπίτι για τη μητέρα του, αλλά βοήθησε όλη την οικογένεια στο Πακιστάν. «Δεν είμαι πολιτικός, δεν είμαι μορφωμένος, δεν έκανα τίποτα με λόγια – τα έκανα όλα σωματικά. Δούλεψα σκληρά, μέρα και νύχτα, για να επιβιώσει η οικογένειά μου».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version