Η ταινία Καποδίστριας του Γιάννη Σμαραγδή, αν κρίνουμε από τα απανωτά sold out και τις αντιδράσεις στα social media, αποτελεί ένα από τα πιο παράδοξα πολιτισμικά φαινόμενα των τελευταίων ετών: τεράστια εμπορική επιτυχία, γεμάτες αίθουσες, χειροκροτήματα στο φινάλε και, επειδή η ομορφιά κρύβεται στις αντιθέσεις, σχεδόν καθολική απόρριψη από τους κριτικούς κινηματογράφου.
Το χάσμα ανάμεσα στη μαζική αποδοχή και την κριτική απαξίωση είναι τεράστιο και αυτόματα δημιουργείται εκ νέου ένα σημαντικό ερώτημα για το πώς η ελληνική κοινωνία αφηγείται το παρελθόν της και, κυρίως, τι ζητά από αυτό στο παρόν.
Για τον Δημήτρη Τζιόβα, πάντως, ομότιμο καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, η ιδιαίτερη θέση του Ιωάννη Καποδίστρια στο συλλογικό φαντασιακό δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια ιστορική μορφή η οποία έδειξε τη διάθεση να εγκαταλείψει μια λαμπρή διεθνή καριέρα για να αναλάβει τη διακυβέρνηση ενός νεοσύστατου κράτους. Επίσης, δολοφονήθηκε.
«Και τα δύο παραπέμπουν σε μια μορφή αυταπάρνησης και μπορούν να οδηγήσουν σε εθνικοπατριωτική βιογραφία. Γενικώς η ζωή του Καποδίστρια προσφέρεται για εθνικό αφήγημα καθώς διαθέτει τα απαραίτητα συστατικά αλλά μπορεί ταυτόχρονα να υπηρετήσει και το μύθο του αυταρχικού ηγέτη. Ο Καποδίστριας θα έλεγα ότι τροφοδοτεί και το εκσυγχρονιστικό και το εθνοπατριωτικό ιδεολόγημα».
Η περίπτωση του Καποδίστρια δείχνει πώς ένα ιστορικό πρόσωπο μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως σύμβολο αντιθετικών ιδεολογημάτων από τη στιγμή που συνήθως μας συστήνεται ως κάποιος που δεν τον κατάλαβε ούτε εκτίμησε ο λαός του, καθώς τον αντιμετώπισε πότε ως πεφωτισμένο Ευρωπαίο και πότε ως συγκεντρωτικό ηγέτη, πότε ως ξενόφερτο και πότε ως πατριώτη.
Όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Τζιόβας, οι αναθεωρητικές αναγνώσεις της ιστορίας – πιο συχνές στην εποχή μας – οδηγούν και σε επανεκτίμηση ιστορικών προσώπων με βάση σύγχρονες αναζητήσεις. «Ενδεικτική περίπτωση αποτελεί ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1791-1865) που από ραδιούργος Φαναριώτης και αντιπολιτευόμενος του Καποδίστρια τώρα προβάλλεται ως οραματικός εκσυγχρονιστής της Ελληνικής Επανάστασης και των πρώτων μετεπαναστατικών δεκαετιών. Κάθε εποχή επινοεί τη γενεαλογία της και αναθεωρεί τους παρηγορητικούς της μύθους».
Τα πατριωτικά αντανακλαστικά και η ιστορική εγκυρότητα
Πατρίδα, όραμα, ηγέτης. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Τζιόβα, από το τρέιλερ της ταινίας, οι τρεις αυτές λέξεις παραπέμπουν σε μια ιστορία απάρνησης και εθνικής συνέχειας πάνω στην οποία προσαρμόζεται η επανεμφάνιση του Καποδίστρια. «Θα άξιζε μάλιστα να συγκρίνουμε τον σημερινό κινηματογραφικό Καποδίστρια με τον παλαιότερο θεατρικό των Καζαντζάκη, Θεοτοκά και Θ. Δ. Φραγκόπουλου για να δούμε αν αλλάζει η εικόνα του μέσα στο χρόνο ή πώς μια ταινία μπορεί να ενεργοποιήσει πατριωτικά ανακλαστικά και να αναδείξει τις παγίδες της δημόσιας ιστορίας».
«Δεν θα ήταν άστοχο και οι δύο ταινίες να χαρακτηριστούν ως δημαγωγική δημόσια ιστορία»
Το ζήτημα, ωστόσο, περιπλέκεται όταν η ιστορία περνά στον κινηματογράφο. Εκεί, παρατηρείται η σύγκρουση ιστοριογραφίας και μυθοπλασίας στη διεκδίκηση ιστορικών προσώπων. «Η έκβαση μιας τέτοιας διεκδίκησης», λέει ο Δημήτρης Τζιόβας, «εξαρτάται από το αν υπάρχουν έγκυρες βιογραφίες ή άλλες πηγές με βάση τις οποίες θα κριθούν τυχόν υπερβάσεις της λογοτεχνικής ή κινηματογραφικής μυθοπλασίας και το αν οι παραποιήσεις στοχεύουν στην ηρωοποίηση ή αγιογράφηση των ιστορικών προσώπων. Οι ταινίες εγείρουν θέματα ιστορικής εγκυρότητας περισσότερο από τα μυθιστορήματα ή άλλες αφηγήσεις γιατί η κατανάλωσή τους είναι πιο μαζική και το κοινό τείνει να τις αντιμετωπίζει ως ιστορικά ντοκουμέντα».
Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Καποδίστρια περιέχει κάποιες ιστορικές ανακρίβειες (π.χ. ότι συνέγραψε το σύνταγμα της Ελβετίας ή για το ρόλο των Άγγλων) και δεν αξιοποιεί βασικές πηγές για τη ζωή και τη δράση του Καποδίστρια. «Το ίδιο ζήτημα» υπογραμμίζει ο Δημήτρης Τζιόβας, «προέκυψε και με την προηγούμενη ταινία του El Greco (2007) στην οποία έκανε κατά δήλωσή του “δημιουργική χρήση’’ του ιστορικού μυθιστορήματος του Δημήτρη Σιατόπουλου, Γκρέκο, ο Ζωγράφος του Θεού (1977). Και αυτή η ταινία όχι απλώς ωραιοποιεί αλλά αντιστρέφει την πραγματικότητα, τονίζοντας ότι κεντρικός άξονας της ταινίας είναι η σύγκρουση Γκρέκο-Ιεροεξεταστή ενώ ο πρώτος ουδέποτε διώχθηκε από την Ιερά Εξέταση. Δεν θα ήταν άστοχο και οι δύο ταινίες να χαρακτηριστούν ως δημαγωγική δημόσια ιστορία».
Ο δημιουργός και το κοινό

Παρακολουθώντας την ταινία σε κατάμεστη αίθουσα, ο ιστορικός και μεταδιδακτορικός ερευνητής του ΕΚΠΑ, Χρήστος Τριανταφύλλου, παρατηρεί ότι η συλλογική, ενσώματη εμπειρία της προβολής όπως τα χειροκροτήματα στο φινάλε και η αίσθηση συμμετοχής, αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου η δημόσια σφαίρα λειτουργεί κυρίως ψηφιακά.
Η ιστορική μυθοπλασία, ακόμη και όταν βρίθει μικρότερων, μεγαλύτερων ή ακόμα και εξωφρενικών ανακριβειών ή διαστρεβλώσεων, μας λέει κάτι ουσιαστικό για το πώς οι κοινωνίες σκέφτονται και αισθάνονται το παρελθόν τους. «Το ζήτημα λοιπόν είναι διττό: αφενός τι θέλει να πει ο δημιουργός και πώς το αποδίδει, αφετέρου τι προσλαμβάνει το κοινό από την ταινία και πώς αξιοποιεί την εμπειρία της παρακολούθησής της».
«Ενα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της ελληνικής ιστορίας εμφανίστηκε ως δήθεν ταμπού».
Όπως κάθε βιογραφία σημαντικής ιστορικής προσωπικότητας, όμως, είναι κυρίως ένα όχημα του δημιουργού για να εκφράσει τις απόψεις του για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μέσα από την αφήγηση κεφαλαιωδών στιγμών της εθνικής ιστορίας. «Το βασικό πρόβλημα εδώ», λέει ο Χρήστος Τριανταφύλλου, «δεν είναι η εθνικιστική οπτική του Σμαραγδή ή η απροϋπόθετη κατάφασή του στο πρόσωπο του Καποδίστρια, αλλά ότι αυτές διατυπώνονται με έναν ανιστορικό εξαιρετισμό, όπου κάθε ερώτημα έχει ως απάντηση την απλοϊκή συνωμοσιολογία (ότι όλοι πολεμούν την Ελλάδα) και την απεμπόληση οποιαδήποτε μεταφορικής κινηματογραφικής γλώσσας (ότι η Παναγία κυριολεκτικά πήρε κοντά της την ψυχή του Καποδίστρια)».
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η επικοινωνιακή στρατηγική που συνόδευσε την ταινία. «Ο ίδιος ο Σμαραγδής φρόντισε να παρουσιάσει το έργο του ως πολιορκημένο από ‘’κάποιους’’ που δεν θέλουν να ακουστεί η ‘’αλήθεια’’ για τον Καποδίστρια. Με αυτόν τον τρόπο, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της ελληνικής ιστορίας εμφανίστηκε ως δήθεν ταμπού, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις».
Ο επιθετικός δημόσιος λόγος

Ταυτόχρονα όμως, από την κυκλοφορία της ταινίας και εξής έχει αναπτυχθεί ένας ασυνήθιστα επιθετικός δημόσιος λόγος που υποστηρίζει τον σκηνοθέτη, και κυρίως με τεράστιο αριθμό σχολίων κάτω από κάθε αρνητική κριτική για την ταινία.
Αυτό συμβαίνει διότι λειτουργεί, όπως συμβαίνει συχνά, περισσότερο ως αφορμή για να εκφραστούν υπάρχουσες πολιτικές και πολιτισμικές διαιρέσεις, τονίζει ο Χρήστος Τριανταφύλλου. «Είναι ενδεικτικό ότι στον προαναφερθέντα χείμαρρο από επιθετικά σχόλια αναφέρεται κυρίως ο υποτιθέμενος πόλεμος που δέχεται ο Σμαραγδής, παρά το πρόσωπο του Καποδίστρια ή το έργο του. Φαίνεται πως οι ένθερμοι υπέρμαχοι του σκηνοθέτη δεν ενδιαφέρονται τόσο να προβάλουν μια μεσσιανική μορφή του πρώτου κυβερνήτη στο παρόν όσο να τον χρησιμοποιήσουν ως μια μετωνυμία στοιχείων που θεωρούν πως βάλλονται από σκοτεινά κέντρα εξουσίας, όπως η ελληνική εθνική και θρησκευτική ταυτότητα».
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται τόσο για άλλο ένα κύμα αναθεώρησης της υστεροφημίας του Καποδίστρια, «αλλά περισσότερο για τη χρήση εμπεδωμένων ερμηνειών για τον ίδιο σε ένα νέο πολιτισμικό περιβάλλον. Από αυτή την άποψη, η μεγαλύτερη επιτυχία του εγχειρήματος δεν είναι το πόσοι θεατές είδαν την ταινία, αλλά το ότι, ανάμεσα στους δύο Γιάννηδες, το επίκεντρο της συζήτησης είναι ο Σμαραγδής και όχι ο Καποδίστριας».
Ο Καποδίστριας ως meme

Κάποια memes, για να περάσουμε ξανά στα social media, προϋποθέτουν ιστορική γνώση, ενώ άλλα υιοθετούν μια πιο απλοϊκή ή ακόμη και ανακριβή προσέγγιση. Ο Καποδίστριας του Γιάννη Σμαραγδή, έτσι όπως είναι κατασκευασμένος από τον σκηνοθέτη, είναι ιδανικός και ανθίζει στα social media καθώς στο τέλος της ημέρας, όπως ακριβώς και η ταινία, δεν έχει καμία σημασία αν οδηγούν στη χειραγώγηση των ιστορικών αφηγήσεων.
Στη μελέτη της Τζούλια Γκοκ το 2024 (History Makes Memes. Memes Make History), διαβάζουμε πως μέσα από το χιούμορ και τον παιγνιώδη χαρακτήρα τους, τα memes δημιουργούν γέφυρες ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν ενώ παράλληλα λειτουργούν ως σημαντικές πηγές κατανόησης της καθημερινότητας ή του τι «παίζει».
Ένα σύντομο πέρασμα από τα ψηφιακά χαρακώματα είναι αρκετό για να επιβεβαιώσει κανείς όλα τα παραπάνω, αλλά και να καταλάβει πως επικρατεί ένας διχασμός όσον αφορά την ταινία, την ποιότητά της και το μήνυμα που τελικά μεταφέρει στο κοινό.
Τα memes, φυσικά, υφίστανται μετασχηματισμούς. Αρχικά λειτουργούν ως διαμοιράσιμο περιεχόμενο και, μέσω αλλοιώσεων και επαναχρησιμοποιήσεων, εξελίσσονται – όπως ακριβώς και το αποτύπωμα της ταινίας για τον Καποδίστρια.
Στην αρχή, μόλις κυκλοφόρησε, προκάλεσε ενθουσιασμό. Στην πορεία, αν και ο ενθουσιασμός παρέμεινε σταθερός, ήρθε η κριτική. Η κριτική δημιούργησε αντιπαραθέσεις και οι αντιπαραθέσεις, σταδιακά, μια γενικευμένη διαδικτυακή ένταση.
Ο Καποδίστριας, λοιπόν, ο «κανονικός» και αυτός του Γιάννη Σμαραγδή, παρασύρθηκε από τη θύελλα της εποχής μας. Παρουσιάζεται ως ιστορική προσωπικότητα, ένας φαντασιακός μεσσίας, καταλήγει ένα απλό meme και πάλι από την αρχή.

