Ενώπιον του 1ου Ειδικού Ανακριτή απολογούνται σήμερα, Παρασκευή, οι τρεις κατηγορούμενοι στην υπόθεση εκβιασμών επιχειρήσεων, στους οποίους αποδίδονται βαρύτατες κατηγορίες υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου.
Εν τω μεταξύ παρουσιάστηκε εμπλοκή με τις απολογίες των τριών κατηγορουμένων, επειδή οι συνήγοροι τους δεν έλαβαν άδεια παράστασης από τον ΔΣΑ.
Η αρμόδια πρωτοβάθμια Επιτροπή του Δικηγορικού Συλλόγου δεν ενέκρινε κατ’ εξαίρεση άδεια στους συνηγόρους των τριών.
Να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι σήμερα θα πρέπει να έχουν απολογηθεί, ακόμη και χωρίς συνηγόρους, καθώς λήγει το πενθήμερο όριο για την κράτηση τους βάσει εντάλματος σύλληψης και ανακριτής και Εισαγγελέας θα πρέπει να αποφανθούν αν οι τρεις πρέπει ή όχι να κρατηθούν προσωρινά.
Η εμπλοκή
Χειρόγραφες σημειώσεις του Παναγιώτη Μαυρίκου με εταιρίες, που ήταν υποψήφιοι «πελάτες» _κυρίως ως διαφημιζόμενοι_ του κυκλώματος εκβιαστών συμπεριλαμβάνονται πλέον στην ογκωδέστατη δικογραφία η οποία καθημερινά εμπλουτίζεται και με νέα στοιχεία. Σύμφωνα με πληροφορίες και αυτά τα στοιχεία θα συνυπολογιστούν στις μακρές απολογίες των κατηγορουμένων, οι οποίες άρχισαν χωρίς την παρουσία των συνηγόρων τους λόγω της αποχής των δικηγόρων και, επειδή δεν δόθηκαν οι σχετικές άδειες από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.
Θέμα αντισυνταγματικότητας και ακυρότητας της διαδικασίας της απολογίας των τριών κατηγορουμένων για εκβίαση, ενεργητική δωροδοκία και εγκληματική οργάνωση με τις επιβαρυντικές διατάξεις του νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου, θέτουν οι συνήγοροί τους, οι οποίοι δεν παραβρέθηκαν στις απολογίες τους. Μετά από την απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών να μην δοθεί άδεια στους συνηγόρους των Μαυρίκου, Μουσσά και Φράγγου, οι δικηγόροι συμμορφώθηκαν αλλά υπήρξαν πολλαπλές αντιδράσεις. Έτσι οι απολογίες των κατηγορουμένων άρχισαν χωρίς την παρουσία των συνηγόρων τους.
Αμέσως μετά την απαγόρευση να παραστούν οι συνήγοροι Σάκης Κεχαγιόγλου, Αλέξης Κούγιας και Θόδωρος Μαντάς, εξέδωσαν ανακοινώσεις. Ο κ. Κεχαγιόγλου επικαλούμενος τα επιχειρήματα του πελάτη του Π. Μουσσά δήλωσε ότι εκείνος δηλώνει αθώος και ότι «όλες οι συνομιλίες και επαφές του έγιναν στα πλαίσια των επαφών του επαγγέλματός του και ότι δεν διανοήθηκε να εκβιάσει ή να αποπειραθεί να εκβιάσει κανένα…». Εκφράζει επίσης την ελπίδα να κριθεί ο πελάτης του «ανάλογα με τα στοιχεία της δικογραφίας και όχι με τις πολιτικές διαμάχες και προεκτάσεις, που έχουν προκύψει».
Περί ακυρότητας και αντισυνταγματικότητας της διαδικασίας έκανε λόγο και ο κ. Μαντάς εκτιμώντας ότι η διαδικασία έπρεπε να αναβληθεί. Βέβαια και εκείνος ανέφερε ότι συμμορφώνεται στην απόφαση του Συλλόγου και στον αγώνα που δίνεται συνολικά από το Δικηγορικό Σώμα.
Ο Κ. Κούγιας, υπερασπιστής του εκδότη Μαυρίκου, αναφερόμενος στην άδεια που δεν δόθηκε από τον ΔΣΑ επεσήμανε επίσης ότι συμμορφώνεται με την απόφαση και δεν παρίσταται αλλά έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον κίνδυνο να ακυρωθεί η διαδικασία, λόγω και της παραβίασης της Αρχής των Δικαιωμάτων της Σύμβασης της Ρώμης.
Τα αδικήματα
Ο εκδότης και οι δύο δημοσιογράφοι είναι αντιμέτωποι με τα αδικήματα της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό το οικονομικό όφελος, εκβίασης κατ’επάγγελμα και κατά συναυτουργία και της δωροδοκίας, σε συνδυασμό με τις προβλέψεις του νόμου 1608/1950.
Οι τρεις δημοσιογράφοι καλούνται να αντικρούσουν το κατηγορητήριο που έχει συνταχθεί σε βάρος τους και μία πληθώρα στοιχείων, όπως καταγεγραμμένες συνομιλίες και υλικό που κατασχέθηκε από την Αστυνομία, από τα οποία τους αποδίδεται πως δρούσαν μεθοδικά είτε με θετικά σχόλια είτε συκοφαντώντας, με αναρτήσεις και δημοσιεύματα, τα υποψήφια θύματα τους, φυσικά και νομικά πρόσωπα ώστε να πειστούν να τους καταβάλουν χρήματα για την αποκατάσταση τους.
Η σύλληψή των τριών κατηγορουμένων έγινε μετά από καταγγελία συνεργάτιδας του διευθύνοντος συμβούλου της ΕΥΔΑΠ την οποία πίεζαν τόσο για να αποσπάσουν χρήματα από την επιχείρηση όσο και για τους φέρει σε επαφή με τον υπουργό Επικρατείας Ν. Παπά, τον οποίο αποκαλούν σε συνομιλίες «αρχιμανδρίτη», στον οποίο σύμφωνα με τους διαλόγους της δικογραφίας σκόπευαν να προσφέρουν «στήριξη στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών».
Η εκτίμηση των αστυνομικών που ερεύνησαν την υπόθεση για τους τρεις δημοσιογράφους όπως καταγράφεται στο διαβιβαστικό που εστάλη στον Εισαγγελέα είναι ότι δεν είχαν «κομματική ταυτότητα».
Αναφέρεται μάλιστα για τον εκδότη που θεωρείται ο βασικός κατηγορούμενος στην υπόθεση ότι «δεν προέκυψε ότι οι κακουργηματικές του πράξεις και ενέργειες ήταν προιόν εντολών από οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα. Τα στοιχεία της προανάκρισης που συγκεντρώθηκαν έως τώρα, αποδεικνύουν ότι ο ΠΜ ενεργούσε αυτόνομα και με γνώμονα μόνο το προσωπικό του οικονομικό συμφέρον».
Οι ίδιοι πάντως οι κατηγορούμενοι στους διαλόγους τους φαίνεται να προσπαθούν να πείσουν την καταγγέλουσα και πλέον βασική μάρτυρα κατηγορίας πως «είχαν πλάτες». Ενδεικτική προς αυτή την κατεύθυνση είναι η φράση που έχει καταγραφεί να της λέει ο ένας από τους δημοσιογράφους αναφερόμενος στον εκδότη: «Ο άλλος κούλαρε και περιμένει εντολή ποιον θα γ… Κοίταξε να σου πω το κόλπο. Βγαίνει ο τρελός, και χτυπάει όποιον θέλει, από εκεί και πέρα… μετά βάζουμε τα σάιτ και ακολουθούνε».
Στα χέρια του ανακριτή βρίσκεται υλικό για σωρεία εντύπων και ηλεκτρονικών σελίδων που οι κατηγορούμενοι φαίνεται να διαφήμιζαν πως ανήκουν στην σφαίρα επιρροής τους, στοιχεία που θα αξιολογηθούν ώστε μετά τις απολογίες των τριών να προχωρήσει στις επόμενες δικονομικές κινήσεις που απαιτούνται για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης.
