Κουέντιν Ταραντίνο: Επιστροφή στις ρίζες

Με την προϋπόθεση ότι το γουέστερν είναι ένα παρεξηγημένο κινηματογραφικό είδος που ενώ είπε πολλά για τη σύντομη ιστορία της Αμερικής στην πραγματικότητα έχει πια πεθάνει

Κουέντιν Ταραντίνο: Επιστροφή στις ρίζες
Με την προϋπόθεση ότι το γουέστερν είναι ένα παρεξηγημένο κινηματογραφικό είδος που ενώ είπε πολλά για τη σύντομη ιστορία της Αμερικής στην πραγματικότητα έχει πια πεθάνει, βρίσκει κανείς κάπως ειρωνικό το γεγονός πως η μεγαλύτερη επιτυχία του Κουέντιν Ταραντίνο δεν είναι το «Pulp fiction» που τον έκανε διάσημο το 1994, ούτε το «Kill Bill» που παίχθηκε σε δύο μέρη και απέκτησε «τρελούς» θαυμαστές. Είναι η έβδομη ταινία του, ένα… γουέστερν. Ο «Django ο Τιμωρός» φυσικά, μέσα στον οποίο διακρίνεις όλη την αγάπη του τρομερού παιδιού του αμερικανικού κινηματογράφου για το είδος του γουέστερν. Οχι μόνο του κλασικού αμερικανικού αλλά, κυρίως, του ευρωπαϊκού.
Η εισπρακτική και καλλιτεχνική επιτυχία του «Django» ήταν τεράστια. Τα έσοδα στα ταμεία έφθασαν τα 425 εκατ. δολάρια παγκοσμίως (η ταινία κόστισε 100 εκατ.) και ανάμεσα στα βραβεία που κέρδισε υπάρχει ένα Οσκαρ πρωτότυπου σεναρίου για τον Ταραντίνο και ένα β’ ανδρικού ρόλου για τον Κρίστοφ Βαλτς. Αυτή η επιτυχία έπαιξε σημαντικό ρόλο για τη δημιουργία της αμέσως επόμενης ταινίας του 53χρονου σκηνοθέτη που από την περασμένη Πέμπτη παίζεται και στις ελληνικές αίθουσες.
Οι «Μισητοί οκτώ» («The hateful eight»), η όγδοη κατά σειρά ταινία του Ταραντίνο, φέρεται ως «γουέστερν δωματίου» και έχει ως φόντο την παγωμένη, κατάλευκη φύση του Γουαϊόμινγκ, λίγα χρόνια μετά το τέλος του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου. Μέσα σε έναν σταθμό για άμαξες που χρησιμοποιείται και ως καταφύγιο, οκτώ άνθρωποι –επτά άνδρες και μία γυναίκα –θα γίνουν τα πρόσωπα μιας θανάσιμα γοητευτικής «παράστασης» όπου το τραγικό στοιχείο συναντά το κωμικό και το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιαίτερο κοκτέιλ, από αυτά που μόνο σε ταινίες του Ταραντίνο απολαμβάνεις.
Γουέστερν δωματίου


Μια ομάδα ανθρώπων λοιπόν που «τρώγονται» μεταξύ τους ενώ βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε έναν κλειστό χώρο που δεν τους επιτρέπει να κινηθούν παραέξω. Κάτι μας θυμίζει αυτό, σωστά; Μα και βέβαια. Στην πρώτη ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο, το «Reservoir Dogs» (1992), τα μέλη μιας συμμορίας κακοποιών αλληλοσκοτώνονται ύστερα από μια ληστεία που στράβωσε.
Ο Ταραντίνο δεν αρνείται το γεγονός ότι σκεφτόταν την πρώτη ταινία του γράφοντας το σενάριο της όγδοης, αλλά σίγουρα στόχος του δεν ήταν να κάνει μια γουέστερν εκδοχή του «Reservoir Dogs». «Ενιωθα σαν να βάζω μέσα σε ένα περιβάλλον Ευγένιου Ο’ Νιλ μια ομάδα από τρελαμένους, φαύλους χαρακτήρες» είπε. «Οταν έγραφα το σενάριο, είχα στο μυαλό μου το “Ο παγοπώλης έρχεται”. Συχνά ένιωθα ότι αυτό που έγραφα θα κατέληγε θεατρικό έργο».
Αυτό το φλερτ του Ταραντίνο με τις ρίζες του φαίνεται ακόμη και στη διανομή των ηθοποιών των «Μισητών οκτώ». Ο σκηνοθέτης αναφέρεται στην «αίσθηση δεκαετίας του ’90» που έχει το ίδιο το καστ, το οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνει τον Κερτ Ράσελ (ο κυνηγός επικηρυγμένων Τζον Ρουθ), την Τζένιφερ Τζέισον Λι (η κρατουμένη Ντέιζι Ντόμεργκιου), τον Σάμιουελ Λ. Τζάκσον (ο πρώην ταγματάρχης του στρατού των Βορείων Μαρκίς Γουόρεν που πλέον έχει γίνει διαβόητος κυνηγός κεφαλών), τον Τιμ Ροθ (ο δήμιος Οσβάλντο Μομπρέι) και τον Μάικλ Μάντσεν (ο «γελαδάρης» Τζο Γκέιτζ). «Οι περισσότεροι από αυτούς τους ηθοποιούς ανδρώθηκαν στη δεκαετία του ’90» είπε ο Ταραντίνο. Ο Ροθ και ο Μάντσεν ήταν εξάλλου δύο από τους «Reservoir Dogs» του, ενώ οι πιο χαρακτηριστικοί ρόλοι του Τζάκσον είναι στο «Pulp fiction» και στο «Τζάκι Μπράουν», ταινίες του ίδιου σκηνοθέτη γυρισμένες στη δεκαετία του ’90.
Το σήμερα μέσα από το χθες


Μία από τις αρετές του «Django ο Τιμωρός» ήταν ότι με όχημα μια ταινία «είδους», το γουέστερν, ο δημιουργός του έκανε το παρελθόν της χώρας του επίκαιρο. O «Django» μιλούσε για τον ρατσισμό και τις φυλετικές εντάσεις, οι οποίες ανέκαθεν βρίσκονταν στο αίμα της αμερικανικής κοινωνίας, όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα. Ο Ταραντίνο χρησιμοποιεί το «σινεμά είδους» ως «μάσκα» προκειμένου να μιλήσει για την εποχή του χωρίς τους περιορισμούς που δεσμεύουν τις ταινίες που διαδραματίζονται στη σύγχρονη εποχή. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος πιστεύει ακράδαντα ότι το γουέστερν είναι το σινεμά που έχει μιλήσει καλύτερα από κάθε άλλο είδος για την αμερικανική ιστορία, όχι πάντα με ευθύ τρόπο αλλά διά της πλαγίας οδού.
Βεβαίως ο Ταραντίνο δεν θα ανεχόταν ποτέ μια ταινία επί τούτοις επίκαιρη. Η όποια «πολιτική επικαιρότητα» στους «Μισητούς οκτώ» προκύπτει από μόνη της, οργανικά, και αυτό επειδή η ιστορία της ταινίας τοποθετείται τα χρόνια που ακολούθησαν τον αμερικανικό εμφύλιο, τα οποία σηματοδοτούν μία από τις πιο κρίσιμα σοβαρές περιόδους διαφυλετικών διαταραχών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πόλεμος είχε τυπικά τελειώσει, όχι ουσιαστικά. Οι εντάσεις ανάμεσα στους Βορείους και στους Νοτίους συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια, ενώ ο παράγοντας της λευκής υπεροχής, που ενδιαφέρει τον Ταραντίνο όπως φάνηκε και στον «Django», υπάρχει ακόμη και σήμερα. Ο σκηνοθέτης βρίσκει χαρμόσυνο το γεγονός ότι ο κόσμος στην Αμερική μιλάει για τον «συστημικό ρατσισμό» που ανέκαθεν υπήρχε στη χώρα αλλά περνούσε απαρατήρητος. Για τον Ταραντίνο η έκθεση της ασχήμιας των πραγμάτων μπορεί να επιφέρει την αλλαγή.
Θα πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι η πρωτότυπη μουσική των «Μισητών οκτώ» γράφτηκε από τον Ενιο Μορικόνε, όνειρο ζωής του Ταραντίνο. Ο σκηνοθέτης έχει χρησιμοποιήσει πάμπολλα κομμάτια του ιταλού συνθέτη ως σήμερα στις ταινίες του αλλά ενώ το ήθελε δεν μπόρεσε ποτέ να τον πείσει να συνεργαστεί μαζί του. Και είναι μάλιστα η πρώτη φορά ύστερα από 40 ολόκληρα χρόνια που ο Μορικόνε συνθέτει μουσική για γουέστερν.
πότε & πού:

Η ταινία «Οι μισητοί οκτώ» προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 7 Ιανουαρίου σε διανομή Odeon.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version