Τη Μεγάλη Τετάρτη γίνεται μια κρίσιμη δημοπρασία εντόκων γραμματίων για να αναχρηματοδοτηθούν τίτλοι ύψους 1,4 δισ. ευρώ. Είναι κρίσιμη γιατί περισσότεροι από τους μισούς τίτλους που λήγουν βρίσκονται στα χέρια ξένων επενδυτών οι οποίοι δεν πρόκειται να τους ανανεώσουν. Με δεδομένη την αδυναμία των ελληνικών τραπεζών και την περιορισμένη ρευστότητα της εσωτερικής αγοράς, η συγκέντρωση των κεφαλαίων δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Τα έντοκα που λήγουν είχαν αγοραστεί πριν από έξι μήνες, στα μέσα του περασμένου Οκτωβρίου. Σε εκείνη τη δημοπρασία η ζήτηση έφθασε στα 2,6 δισ. ευρώ και το Δημόσιο πήρε 1,4 δισ. ευρώ με επιτόκιο 2%. Ηταν το χαμηλότερο επίπεδο στο οποίο είχε κατρακυλήσει το επιτόκιο των εξάμηνων εντόκων γραμματίων από τα υψηλά της κρίσης, στα τέλη του 2011, όταν βρέθηκε στο 5%. Σήμερα κινείται και πάλι ανοδικά.
Πριν από έξι μήνες, λοιπόν, οι αγορές εμπιστεύονταν το ελληνικό κράτος και οι ξένοι ήταν πρόθυμοι να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σε ελληνικούς, έστω βραχυπρόθεσμους, τίτλους. Σήμερα όμως όπου φύγει-φύγει. Οχι μόνο οι λεγόμενοι θεσμικοί αλλά ούτε τα hedge funds δεν πλησιάζουν πια.
Στο μεσοδιάστημα έγινε η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και οι εθνικές εκλογές που έφεραν στην εξουσία τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να εξηγήσει τη συμπεριφορά των επενδυτών. Στη δημοκρατία γίνονται εκλογές, κυβερνήσεις αλλάζουν, υπάρχει όμως μια συνέχεια στο κράτος.
Αυτό που έχει συμβεί στην Ελλάδα το τελευταίο τρίμηνο είναι η συστηματική καταστροφή όλων όσα είχαν επιτευχθεί με κόπο και θυσίες τα προηγούμενα δύσκολα χρόνια. Πάνω που είχε αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και οι επενδυτές είχαν επιστρέψει στα ελληνικά έντοκα και ομόλογα, πάνω που είχε σταθεροποιηθεί το πρωτογενές πλεόνασμα, πάνω που άλλαζε η ψυχολογία στην αγορά και η οικονομία έβγαινε από την ύφεση, ξαφνικά η νέα κυβέρνηση έστριψε το καράβι σε αχαρτογράφητα νερά.
Με τη ρευστότητα να κινείται σε οριακά επίπεδα, η χώρα είναι ευάλωτη στο ατύχημα. Κάτι να μην έχουν μετρήσει σωστά στα υπουργεία, κάτι να μην έχουν υπολογίσει καλά στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, είναι αρκετό για να εξοκείλει το καράβι. Διότι, ακόμη και αν η κυβέρνηση αποφύγει τον σκόπελο της Μεγάλης Τετάρτης, σε δύο-τρεις εβδομάδες θα τον βρει και πάλι μπροστά της καθώς οι υποχρεώσεις τρέχουν: πάλι θα πρέπει να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις, πάλι να ανανεωθούν έντοκα που λήγουν, πάλι να καταβληθούν δόσεις στο ΔΝΤ κ.τ.λ.
Και αν φθάσουμε στα τέλη Μαΐου και δεν έχουμε συμφωνήσει για το επόμενο πρόγραμμα, τότε πώς θα ψηφίσουν τα κοινοβούλια των ευρωπαϊκών χωρών για να απελευθερωθούν τα λεφτά για την πληρωμή των υποχρεώσων του καλοκαιριού ύψους 10 δισ. ευρώ; Μπορεί να φαίνονται μακριά όλα αυτά, αλλά δεν είναι αν αναλογιστούμε ότι από τις εκλογές έχουν περάσει σχεδό δύομισι μήνες και ακόμη συζητάμε τα αυτονόητα.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
