Εχοντας μέχρι στιγμής προβληθεί μόνο σε μορφή «Work in Progress» (δουλειά εν εξελίξει), το «Lurk», τελευταία ταινία του σκηνοθέτη Βασίλη Κατσίκη, θα πραγματοποιήσει την πανελληνία πρεμιέρα του τη Δευτέρα 16 Μαρτίου στον κινηματογράφο Αθήναιον (Βασιλίσσης Σοφίας 142) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Horrorant «Fright Nights» που ήδη διεξάγεται στον ίδιο χώρο και θα διαρκέσει ως την Τετάρτη 18 Μαρτίου. Αργότερα το «Lurk», που στα ελληνικά έχει βαπτιστεί «Παραμονεύοντας», θα διανεμηθεί στις αίθουσες.
Αγγλόφωνο ψυχολογικό θρίλερ, το «Lurk» ακολουθεί τους κώδικες των «θρίλερ σε σπίτι» αλλά σύμφωνα με τον δημιουργό του ταυτοχρόνως είναι «ανατριχιαστικά επίκαιρο με την επικρατούσα οικονομική και πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα».
Ο Βασίλης Κατσίκης, που γεννήθηκε στα Ιωάννινα, σπούδασε Φαρμακευτική και Κινηματογράφο στην Ιταλία. Εχει σκηνοθετήσει 43 ντοκιμαντέρ, πολλά διαφημιστικά σποτ και τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους. Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους που σκηνοθέτησε, το «CCTV» (η ιστορία μιας κάμερας που αλλάζει διαρκώς χέρια κατόχου), έχει βραβευτεί από την Πανελλήνια Ενωση Κριτικών Κιν/φου στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2004. Η κωμική περιπέτεια «Ι-4: Λούφα και Απαλλαγή» έκανε θραύση στις αίθουσες και εκτός από το «Lurk» ο Κατσίκης αυτή την εποχή μοντάρει μια ακόμα ταινία του, το «Ghost@net».
Η πλοκή του «Lurk» έχει πάνω-κάτω ως εξής: σε μια εποχή που η κυβέρνηση σκανδάλων διαφθοράς παραιτείται, η Αν (Τες Σπέντζος), σύζυγος και κόρη μεγαλογιατρών, ζει τον απόλυτο φόβο κυνηγημένη από έναν βίαιο άνδρα στην απομονωμένη βίλα της. Για να σωθεί πρέπει να παλέψει άγρια μαζί του αλλά και να έρθει αντιμέτωπη με όσα ήξερε ως τότε για τη ζωή της.
Μικρός ο Βασίλης Κατσίκης ήταν θαυμαστής του Αλφρεντ Χίτσκοκ και ένιωθε να τον συνεπαίρνει η ιδέα «να προσπαθώ να ανακαλύψω τον ένοχο ή να ξεχωρίζω τον κρυμμένο κακό». Αργότερα, όταν είδε την ταινία «Ο θάνατος και η κόρη» του Ρόμαν Πολάνσκι, το παιχνίδι «αλήθεια ή ψέμα», «αθώος ή ένοχος» τον συνεπήρε με διαφορετικό τρόπο. «Αυτά νομίζω λειτούργησαν για να ψάξω τον κόσμο του θρίλερ συν όλα αυτά που ζούμε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, που είναι ένα διαρκές “ψυχολογικό θρίλερ”!».
Ο σκηνοθέτης παραδέχεται άλλωστε ότι προσπάθησε να κάνει ένα πολιτικοκοινωνικό σχόλιο χρησιμοποιώντας τους κώδικες του ψυχολογικού θρίλερ για να πει την ιστορία του. «Βάζω τη χώρα σε κατάρρευση, δεν είναι και τόσο φανταστικό, και όλοι οι ήρωες είναι μπλεγμένοι με κάποιον τρόπο, ή θύτες ή θύματα, σε αυτό που συμβαίνει. Το πρώτο σχόλιο που θέλω να κάνω είναι πως αν δεν έχεις τον έλεγχο της ζωής σου στα χέρια σου, τότε κάποιοι άλλοι θα σου την κάνουν κόλαση! Και το τελευταίο και πιο σημαντικό σχόλιο είναι το θέμα της μνήμης. Οπως η ηρωίδα στην ταινία κάνει μεγάλο αγώνα να ξαναβρεί τη χαμένη μνήμη της, έτσι και ένας ολόκληρος λαός πρέπει να αγωνιστεί για να μη χάσει τη δική του ιστορική μνήμη! Δυστυχώς η ταινία έγινε επίκαιρη με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, αφού και στην ιστορία μας ένας νέος μουσικός, ο Ανταμ, πέφτει θύμα ενός σαδιστικού παρακράτους».
Και όσο για τον λόγο που τον ώθησε να γυρίσει την ταινία αγγλόφωνη ήταν επειδή το σενάριο τον οδήγησε εκεί. «Η Αν», είπε ο Κατσίκης, «μεγάλωσε και έζησε με την αμερικανίδα μητέρα της στην Αμερική και όταν ήρθε να δει τον έλληνα πατέρα της, μεγαλογιατρό και ιδιοκτήτη ψυχιατρικής κλινικής, γνώρισε τον Αντριου, τον άγγλο βοηθό του πατέρα της, και αφού τον παντρεύτηκε έμεινε στην Ελλάδα. Δεν θα μου άρεσε να μιλάνε σπαστά ελληνικά, θα ήταν το λιγότερο αντιαισθητικό».
Εκτός από την ελληνοκαναδή πρωταγωνίστρια της ταινίας Τες Σπέντζος συμμετέχουν επίσης οι ηθοποιοί Πίτερ Τζέραλντ και Αρις Αθαν. Η φωτογραφία είναι του Δημήτρη Σταμπολή, η μουσική του Αντώνη Σουσάμογλου και η καλλιτεχνική διεύθυνση του Νίκου Κατικαρίδη.
HeliosPlus
