Τα Δεκεμβριανά στον ευρύ ιστορικό ορίζοντα

Τα Δεκεμβριανά θεωρήθηκαν και τότε, και στα χρόνια του Ψυχρού πολέμου ως απόπειρα των κομμουνιστών να καταλάβουν βίαια την εξουσία.

Τα Δεκεμβριανά θεωρήθηκαν και τότε, και στα χρόνια του Ψυχρού πολέμου ως απόπειρα των κομμουνιστών να καταλάβουν βίαια την εξουσία. Η προσέγγιση αυτή αφήνει μερικά ερωτηματικά αναπάντητα. Γιατί η απόπειρα αυτή δεν έγινε τον Οκτώβριο, αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών, όταν η Ελλάδα μετεωριζόταν σε κενό εξουσίας. Γνωρίζουμε πως το ΚΚΕ είχε καταστρώσει έγκαιρα επιτελικά σχέδια για την κατάληψη της Αθήνας. Γιατί δεν τα πραγματοποίησε; Ακόμη και όταν ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά, ο κύριος όγκος των δυνάμεων του ΕΛΑΣ δεν μετακινήθηκε προς την πρωτεύουσα, ούτε πήρε μέρος στη μάχη της Αθήνας. Στην Μακεδονία και στη Θράκη ο ΕΛΑΣ συνέχιζε να συνεργάζεται με τους Aγγλους. Στην Αθήνα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτίθονταν σε αστυνομικά τμήματα και κρατικά κτήρια, αλλά δεν υπήρχε σχέδιο ούτε σαφείς διαταγές τι να κάνουν όταν βρίσκονταν αντιμέτωποι με στρατιώτες της Κοινοπολιτείας.
Τα Δεκεμβριανά πρέπει να ιδωθούν σε έναν ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα. Γιατί στην Ελλάδα η Αντίσταση, πήρε αυτό το ριζοσπαστικό και συγκρουσιακό χαρακτήρα που την έφερε από τις πρώτες μέρες σε αντιπαράθεση με το κράτος, την αστυνομία και τη χωροφυλακή, τον παλιό πολιτικό κόσμο; Το γεγονός ότι πήραν την πρωτοβουλία οι κομμουνιστές, άρα κυριάρχησαν πολιτικά, δεν είναι επαρκής εξήγηση. Γιατί το ΚΚΕ, ένα άσημο κόμμα που είχε αποδεκατιστεί από τη δικτατορία του Μεταξά και σπαρασσόταν από έριδες, αναδείχτηκε σε βασικό παράγοντα των ελληνικών εξελίξεων μέσω της Αντίστασης;

Δεν ήταν το ΚΚΕ που ανέδειξε την Αντίσταση, αλλά η Αντίσταση που ανέδειξε το ΚΚΕ. Βεβαίως είχε αναδείξει έναν πολιτικό ακτιβιστή νέου τύπου, αφοσιωμένο, που προερχόταν από τα λαϊκά στρώματα και σ’ αυτά απευθυνόταν. Σε αντιδιαστολή, η απροθυμία του παλιού πολιτικού κόσμου να οργανώσει μια μορφή διαμαρτυρίας και αντίστασης απέναντι στους κατακτητές έδειξε την αδυναμία του. Λειτουργούσε στα πλαίσια κομματικών πελατειακών δικτύων και με όρους που προσιδίαζαν περισσότερο στον 19ο αιώνα παρά στην εποχή της εισόδου των μαζών στην πολιτική. Αυτά τα δίκτυα είχαν διαλυθεί από τη δικτατορία του Μεταξά και την κατοχή. Επομένως το φαινόμενο Αντίσταση ήταν μια απάντηση στη συγκυρία του πολέμου αλλά και σε παλιούς λογαριασμούς από την προπολεμική περίοδο.

Παρά το γεγονός ότι στο Μεσοπόλεμο είχαν γίνει αρκετά βήματα για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, της γεωργίας και για την εγκατάσταση των προσφύγων, ωστόσο δεν είχε σημειωθεί καμιά πρόοδος ως προς την αφομοίωση των νέων πληθυσμών, την εμπέδωση αισθήματος δικαιοσύνης, αναλογικού καταμερισμού των θυσιών, συμμετοχής στις πολιτικές διαδικασίες, κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Ο χωροφύλακας, ο δικαστής, ο εφοριακός, οι αρχές ήταν απόμακρες, γραφειοκρατικές και δεσποτικές απέναντι στους αγρότες αλλά και στους πρόσφυγες, στις μειονότητες, και στους εσωτερικούς μετανάστες των πόλεων, τους οποίους αντιμετώπιζαν εν πολλοίς με αποικιακό τρόπο. Οι απεργίες αντιμετωπίζονταν με υπέρμετρη βία, πυροβολισμούς στο πλήθος, πολλούς νεκρούς, εκτοπίσεις χωρίς δικαστήρια και καταδίκες που ποινικοποιούσαν το φρόνημα.

Η δικτατορία του Μεταξά ήταν μια τυραννία των σωμάτων ασφαλείας και πριν από αυτή, η περίοδος 1933-35 είχε ανοίξει ένα χάσμα αξιοπιστίας ανάμεσα στους πολιτικούς ηγέτες και στους οπαδούς τους, ανάμεσα στους μοναρχικού και στους δημοκρατικούς. Τα χάσματα αυτά ήταν ανοιχτά και διευρύνθηκαν ακόμη περισσότερο στα χρόνια της κατοχής.

Παρατηρώντας την Ευρώπη συνολικά, διαπιστώνουμε ότι στις χώρες που εισέβαλαν ή αποβιβάστηκαν μεγάλες συμμαχικές δυνάμεις, το γεγονός αυτό καθόρισε την μελλοντική πορεία τους. Αυτό συνέβη τόσο στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου αποβιβάστηκαν Αγγλοαμερικανικές δυνάμεις, όσο και στην κεντροανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια, όπου εισέβαλε ο Κόκκινος στρατός.

Η παρουσία μεγάλων στρατευμάτων σε διάταξη μάχης απέτρεπε κάθε σκέψη να τεθεί σε αμφιβολία η κρατική εξουσία που εγκαθιδρυόταν υπό την αιγίδα τους, καλύπτοντας το έδαφος που άφηναν καθώς υποχωρούσαν οι Γερμανοί. Η Ελλάδα δεν ανήκε σε καμιά από τις δυο περιπτώσεις. Δεν ανήκε στα κύρια πεδία που κρίθηκε ο πόλεμος, δεν εισέβαλαν ούτε οι Δυτικοί σύμμαχοι, ούτε οι Σοβιετικοί για να διώξουν τους Γερμανούς. Αποχώρησαν αφήνοντας ένα κενό εξουσίας (και έχοντας βέβαια υποθάλψει την εμφύλια σύγκρουση). Κάτω από αυτούς τους όρους ήταν αναμενόμενο η πορεία της χώρας να διακυβευτεί με όρους σύγκρουσης.

Αν θεωρήσουμε πάντως ότι ήδη μέσα από την κατοχή μια εμφύλια αναμέτρηση εγκυμονούνταν, τότε η εαμική αντίσταση την έδωσε με τους χειρότερους όρους. Ούτε όλες τις δυνάμεις της μπόρεσε να χρησιμοποιήσει, αλλά μόνο ένα ελάχιστο μέρος τους, ούτε τις καλύτερες αλλά μόνο εφεδρικές, ούτε είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων και την ανάλογη υλική και ψυχολογική προετοιμασία. Η τύχη της χώρας κρίθηκε οριστικά και έγκαιρα με τρόπο ανέλπιστα ευνοϊκό για τον αστικό προσανατολισμό της. Διαφορετικά, μια γενίκευση της σύγκρουσης σε όλη τη χώρα και μια παράτασή της έως μετά τη λήξη του πολέμου τον Μάιο του 1945, θα είχε δραματικότερη και ενδεχομένως άδηλη έκβαση. «Θείο δώρο» χαρακτήρισε ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου τα Δεκεμβριανά (Καθημερινή 2.3.1948).
Η επόμενη μέρα από το τέλος του πολέμου δεν ήταν ούτε αισιόδοξη ούτε ανακουφιστική. Γκρίζα μέρα δεν ξημέρωσε όμως μόνο στην Ελλάδα. Βορείως των ελληνικών συνόρων, στις χώρες που εγκαθιδρύονταν οι Λαϊκές Δημοκρατίες, την ίδια περίοδο βρίσκονταν σε εξέλιξη εκκαθαρίσεις, εκτελέσεις, φυλακίσεις, εξορίες, αποκλεισμοί, νόθες εκλογές. Ο πόλεμος είχε καταστρέψει το κύρος του παλαιού καθεστώτος, όπως άλλωστε στις περισσότερες εμπόλεμες χώρες. Το κράτος είχε διαλυθεί και ξαναφτιαχτεί, αλλά η νομιμότητα δεν είχε επανεγκαθιδρυθεί.

Για να ζήσεις φυσιολογικά σ’ όλα τα προηγούμενα χρόνια, έπρεπε να παραβιάζεις το νόμο, τους νόμους των κατακτητών, αλλά και τους νόμους των ανταρτών. Βία, κρυψίνοια κυνισμός και δόλος είχαν γίνει συστατικά στοιχεία της καθημερινής ζωής. Καθώς πολλαπλασιάστηκαν οι φορείς τη βίας, εφόσον το κράτος έχασε το μονοπώλιό της, η εξουσία ασκούνταν χωρίς θεσμικούς περιορισμούς. Η κατοχή μετασχημάτισε τον δημογραφικό, τον πολιτικό και τον ιδεολογικό χάρτη της χώρας. Χάθηκαν οι εβραϊκές κοινότητες, ανάμεσα στον πληθυσμό υπήρχαν διαχωριστικές γραμμές αίματος, τα τραύματα έμεναν ανεπούλωτα. Για πολλά χρόνια έπειτα, οι άνθρωποι που ενηλικιώθηκαν μέσα στον πόλεμο θα αντιλαμβάνονταν τον κόσμο με τους όρους πολέμου και σύγκρουσης.



Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.