25 χρόνια στα… αζήτητα

Συμπληρώθηκε εικοσιπενταετία από την υπογραφή, στις 11 Μαΐου 1988, στο Μέγαρο Μαξίμου (!) της «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ι. Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος» με σκοπό να επιλυθούν «οριστικά και αμετάκλητα» όλα τα θέματα που είχαν προκληθεί με τον Ν. 1700/1987, γνωστό και ως «Νόμο Τρίτση», από το όνομα του υπουργού που τον εισηγήθηκε, και να αποφευχθούν «διενέξεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας».

25 χρόνια στα… αζήτητα
Στην ιερή μνήμη
Ειρηναίου Γαλανάκη




Συμπληρώθηκε εικοσιπενταετία από την υπογραφή, στις 11 Μαΐου 1988, στο Μέγαρο Μαξίμου (!) της «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ι. Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος» με σκοπό να επιλυθούν «οριστικά και αμετάκλητα» όλα τα θέματα που είχαν προκληθεί με τον Ν. 1700/1987, γνωστό και ως «Νόμο Τρίτση», από το όνομα του υπουργού που τον εισηγήθηκε, και να αποφευχθούν «διενέξεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας».
Φρούδες ελπίδες, φευ! Η Σύμβαση αυτή, που υπέγραψαν ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ (Τίκας) και οι τότε Μητροπολίτες Σερβίων και Κοζάνης αοίδιμος Διονύσιος (Ψαριανός) και Αλεξανδρουπόλεως (σήμερα Θεσσαλονίκης) Ανθιμος (Ρούσσας) εκ μέρους της Εκκλησίας και ο τότε αναπλ. υπουργός Οικονομικών Γ. Πέτσος εκ μέρους του Δημοσίου, όχι μόνο δεν έλυσε τα ζητήματα αλλά τα περιέπλεξε ακόμη περισσότερο.
Και τούτο αφενός μεν γιατί η Σύμβαση αποδείχθηκε κολοβή, αφού μόνο 149 από τις Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος προσχώρησαν τελικώς σε αυτήν, αφετέρου δε γιατί ο Ν. 1811/1988 που κύρωσε τη Σύμβαση ανακολούθως προχώρησε και σε τροποποίησή της και διατήρησε σε ισχύ για τις Μονές εκείνες που δεν προσχώρησαν σε αυτήν τον περίπυστο Ν. 1700, για την κατάργηση του οποίου είχε ακριβώς καταρτισθεί η Σύμβαση!
Βέβαιο, πάντως, είναι ότι η υπογραφή της «Σύμβασης» αυτής σήμανε το οριστικό τέλος μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας που εκδιπλώθηκε από τον τότε υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Αντώνη Τρίτση μετά την ανάληψη του υπουργείου τον Απρίλιο του 1986 και κορυφώθηκε με την ψήφιση του Ν. 1700 τον Μάιο του 1987. Ετσι, αυτό που αποκλήθηκε «πείραμα Τρίτση» κατέληξε άδοξα σε ένα «πέρασμα Τρίτση» από το συγκεκριμένο υπουργείο, από το οποίο είχε παραιτηθεί για λόγος ευθιξίας λίγες ημέρες πριν από την υπογραφή της «Σύμβασης» και στο οποίο τον διαδέχθηκε ο γιος του τότε πρωθυπουργού, ο Γ. Α. Παπανδρέου.
Η πάροδος 25 ετών από την υπογραφή της «Σύμβασης» και το γεγονός ότι το όλο ζήτημα της μοναστηριακής περιουσίας εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό και βρίσκεται και πάλι στο τραπέζι των συζητήσεων της Εκκλησίας με την κυβέρνηση αφενός μεν επιβάλλουν την επισκόπηση, σε πολύ αδρές γραμμές, των γεγονότων της περιόδου εκείνης, πλήρως άγνωστων στις νεότερες γενιές, αφετέρου δε επιτρέπουν πλέον τη δημοσιοποίηση, για πρώτη φορά, κάποιων προσωπικών εμπειριών που βοηθούν στη συναγωγή και γενικότερων συμπερασμάτων.Ασφαλώς ο θυμόσοφος αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει, ίσως και με κάποια δόση ειρωνείας, ότι το τέταρτο ενός αιώνα δεν σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για το συγκεκριμένο ζήτημα, όταν έχει συμπληρωθεί ήδη μισός και πλέον αιώνας από τη Σύμβαση μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας για το ίδιο θέμα του έτους 1952, η οποία, και αυτή, δεν υλοποιήθηκε! Συμπτωματικώς, συμπληρώνονται εφέτος και 180 έτη από την έκδοση του Διατάγματος της Βαυαρικής Αντιβασιλείας το έτος 1833, που διέλυσε όλες τις Μονές του τότε ελληνικού κράτους που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς και δήμευσε την περιουσία τους, πράγμα που αποτέλεσε και έναν από τους γενεσιουργούς λόγους του όλου ζητήματος…
Πριν από τις εκλογές του Οκτωβρίου 1981, επί κυβερνήσεως Γ. Ράλλη, με αρμόδιο υπουργό τον Ι. Βαρβιτσιώτη, είχε επιτευχθεί, όπως επισήμως ο τελευταίος έχει δηλώσει στη Βουλή, Εκκλησία και Πολιτεία να συνομολογήσουν, τον Μάρτιο του 1981, ένα σύμφωνο για τη μοναστηριακή περιουσία, το οποίο, όμως, την τελευταία στιγμή η Εκκλησία αρνήθηκε να υπογράψει. Τους λόγους δεν έμαθε κανείς, πιθανολογείται όμως ότι ο τότε Αρχιεπίσκοπος, διαβλέποντας την επικράτηση του ΠαΣοΚ στις επικείμενες εκλογές, προτίμησε να τηρήσει στάση αναμονής.
Μετά τις εκλογές του 1981, στις προγραμματικές δηλώσεις της πρώτης κυβερνήσεως ΠαΣοΚ, ο πρόεδρός του και πρωθυπουργός Α. Γ. Παπανδρέου δήλωνε, όπως άλλωστε προβλεπόταν και στην ιδρυτική διακήρυξη του κόμματος της 3.9.1974, ότι η Εκκλησία θα χωρισθεί από το Κράτος και «τα μοναστηριακά κτήματα (…) θα κοινωνικοποιηθούν και θα δοθούν σε ακτήμονες μέσα στα πλαίσια της Συνεταιριστικής Οργάνωσης».
Στην πρώτη τετραετία διακυβερνήσεως της χώρας από το ΠαΣοΚ οι εξαγγελίες αυτές έμειναν στα χαρτιά. Μετά τις πρόωρες εκλογές του 1985 και τον σχηματισμό και πάλιν αυτοδύναμης κυβερνήσεως από το ΠαΣοΚ, για πρώτη φορά το θέμα της μοναστηριακής περιουσίας τίθεται σε νομοσχέδιο που εισηγείται στη Βουλή, τον Οκτώβριο του 1985, ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Απ. Κακλαμάνης. Το νομοσχέδιο αυτό, που, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε αντιδράσεις της διοικούσας Εκκλησίας, στην εισηγητική του έκθεση όχι μόνο δεν έκανε λόγο για χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά, αντιθέτως, χαρακτήριζε το κρατούν σύστημα στις σχέσεις των δύο θεσμών «πατροπαράδοτο», γεγονός που δικαιολογούσε και την επέμβαση της Πολιτείας, προκειμένου να σταματήσει η «φθορά» της ανεκμετάλλευτης μοναστηριακής περιουσίας και να αποδοθεί για αξιοποίηση από τον αγροτικό πληθυσμό, κυρίως από τους ακτήμονες.
Σε έναν από τους συχνούς ανασχηματισμούς της εποχής εκείνης, τον Απρίλιο του 1986, το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ανατέθηκε στον χωροτάκτη-πολεοδόμο Αντ. Τρίτση, βουλευτή Κεφαλληνίας, διορατικό και ρηξικέλευθο υπουργό Χωροταξίας και Περιβάλλοντος στην πρώτη κυβέρνηση του ΠαΣοΚ. Η επιλογή αιφνιδίασε. Ασφαλώς δεν έγινε τυχαίως…
Ο βέρος Κεφαλλονίτης και ριζοσπάστης εκ πεποιθήσεως Τρίτσης ήταν βέβαιον ότι δεν θα δίσταζε να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις στον ευαίσθητο χώρο των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Στην κατεύθυνση αυτή φαίνεται ότι ενωτίσθηκε τις αντιλήψεις και απόψεις του «Θεολογικού Συνδέσμου», μέλη του οποίου ήταν προεχόντως καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, όλα τα ηγετικά στελέχη του οποίου, κατά μαρτυρία των ιδίων, αποτέλεσαν ad hoc συμβουλευτική επιτροπή του υπουργείου και συνέβαλαν στη χάραξη της εκκλησιαστικής πολιτικής που ακολουθήθηκε.
Ετσι, όταν ο διάλογος με τη διοίκηση της Εκκλησίας, που κράτησε από το τέλος Αυγούστου 1986 ως τις αρχές του 1987, «δεν κατέστη δυνατόν να καταλήξει σε συναινετική λύση», ο υπουργός, παρά την εκπεφρασμένη αντίθεση της Εκκλησίας, επανακατέθεσε το «νομοσχέδιο Κακλαμάνη», τροποποιημένο όμως ουσιωδώς. Στις ρυθμίσεις για την περιουσία είχαν προστεθεί διατάξεις που αφορούσαν τη συγκρότηση τόσο του Οργανισμού Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), επικεφαλής του οποίου δεν ήταν πλέον ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος αλλά πρόσωπο που θα διορίζει το Υπουργικό Συμβούλιο, όσο και των Εκκλησιαστικών και Μητροπολιτικών Συμβουλίων με λαϊκά αιρετά μέλη, σύμφωνα με τις «αληθινές κοινωνικές και δημοκρατικές παραδόσεις της Ορθοδοξίας», όπως επεξηγούσε η νέα εισηγητική έκθεση που συνόδευε το νομοσχέδιο. Στις 12 Μαρτίου 1987 αρχίζει η συζήτηση του νομοσχεδίου στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή.
Οσο αναπάντεχος ήταν ο διορισμός του Α. Τρίτση στο υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, άλλο τόσο αναπάντεχη ήταν η ξαφνική πρόσκληση του υπουργού προς τον γράφοντα, επίκουρο τότε καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών, να τον επισκεφθώ…
Το δεύτερο μέρος του άρθρου θα δημοσιευθεί την επόμενη Κυριακή.
Ο κ. Ι. Μ. Κονιδάρης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.




ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version