Το κοινό στο θέατρο Celestins της Λυών παίρνει τις θέσεις του στα βελούδινα καθίσματα, ενώ ένα κορίτσι ακούει μουσική στο iΡod επάνω σε ένα κρεβάτι με κατακόκκινα σεντόνια, στο κέντρο της σκηνής. Είναι η Αναμπέλα, η τραγική ηρωίδα του Τζον Φορντ στο αιμοσταγές ελισαβετιανό δράμα «Κρίμα που είναι πόρνη». Η δράση μεταφέρεται από τον 17ο στον 21ο αιώνα και τις πρόσφατες εμμονές του, καθώς η αφίσα του «True Blood» μέσα στο εφηβικό δωμάτιο που επιβλέπει τα τεκταινόμενα θα μπορούσε ούτως ή άλλως να τα έχει επηρεάσει.
Το έργο αρχίζει, η μικροκαμωμένη πρωταγωνίστρια χορεύει αυτάρεσκα υπό τους ήχους μουσικής ποπ και οι συμπρωταγωνιστές της εμφανίζονται ένας ένας και την περιστοιχίζουν, αυτήν και το κρεβάτι της, το κέντρο του εφηβικού σύμπαντός της, όπου η ίδια είναι η αδιαμφισβήτητη βασίλισσα. Σε αυτή τη νεφελώδη περίοδο ευχάριστων και μη συγχύσεων, όπου πιστεύεις ότι είναι πολύ ρομαντικό να γίνεται η καρδιά σου κομμάτια από τον έρωτα, είναι τόσο επιτακτικά επιθυμητό να σε ποθούν όλοι και εσύ να διαλέγεις το πιο επικίνδυνο μονοπάτι, στο οποίο σε οδηγεί η καρδιά σου, επειδή είναι τόσο ακαταμάχητα τραγικό να πεθαίνεις από έρωτα στη συναρπαστική αφήγηση που θέλεις να συνθέσεις για την ίδια σου τη ζωή. Ακόμη και αν είναι το χέρι του ίδιου σου του αδελφού, Τζιοβάνι, αυτό που θα γράψει το τέλος της.
Αυτή είναι η «εφηβική φαντασίωση» που οραματίστηκε ο ιρλανδός σκηνοθέτης Ντέκλαν Ντόνελαν για αυτό το κλασικό κείμενο. «Η εφηβεία ήταν ανέκαθεν μια περίοδος όπου ο θάνατος μπερδεύεται με τον έρωτα» εξηγεί την επομένη της πρεμιέρας, στο Παρίσι, φανερά ικανοποιημένος από την υποδοχή που επεφύλαξε το γαλλικό κοινό στην παράστασή του: επτά φορές επέστρεψε στη σκηνή ο 12μελής θίασος έπειτα από το παρατεταμένο χειροκρότημα των ενθουσιασμένων θεατρόφιλων. Pas mal du tout για ένα έργο βίαιο, αιμοσταγές, με κεντρικό άξονά του μια σχέση εντελώς faux pas: αιμομιξία.Μια λέξη που προκαλεί ανατριχίλα και ανασύρει τερατώδεις συνειρμούς. Ενα θέμα εξίσου διαχρονικό, όχι όμως ως γοητευτικό μύθευμα, αλλά ως αηδιαστικό ταμπού που επισύρει τη βαρύτερη τιμωρία.
«Πιστεύω ότι η αιμομιξία είναι μια πολύ συντηρητική πράξη. Ο κόσμος τη συνδέει με την κακοποίηση, από τον πατέρα προς την κόρη. Τι γίνεται όταν υπάρχει συγκατάθεση και από τις δύο πλευρές, όπως στο συγκεκριμένο έργο;» διερωτάται. Καταφεύγει στη μεταφορική της διάσταση, η οποία είναι ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ. «Νομίζω ότι οι νέοι δεν θέλουν να μεγαλώσουν, να φύγουν από το σπίτι. Η έντονη ορμή για το σεξ που νιώθουμε κατά τη διάρκεια της εφηβείας νομίζω ότι υπάρχει ακριβώς για να μας ωθήσει να φύγουμε μακριά από το σπίτι. Το βλέπω, όμως, στα παιδιά των φίλων μου, φοβούνται να φύγουν και οι γονείς είναι αρκετά πλούσιοι, ώστε να μην τους πιέζουν να το κάνουν.
Κάποιες φορές είναι πιο εύκολο να συμβεί αυτό όταν συντρέχουν οικονομικοί λόγοι. Βρίσκω φυσιολογικό ότι τα παιδιά θέλουν να φύγουν από το σπίτι και να πάνε στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου για να κάνουν σεξ. Μπορεί να είναι επικίνδυνο, αλλά δεν είναι πολύ χειρότερο από το να έχουν τον μπαμπά να ανάβει τα κεριά για ατμόσφαιρα ή τη μαμά να τους φέρνει πρωινό την επόμενη ημέρα της σεξουαλικής πράξης. Οταν ήμουν μικρότερος, πίστευα ότι αυτό ήταν πολύ ωραίο. Τώρα δεν είμαι τόσο σίγουρος, δεν έχω πια βεβαιότητες. Νομίζω ότι τα όρια είναι απαραίτητα».
Ο 59χρονος πλέον Ντόνελαν αντιμετωπίζει διαφορετικά τόσο την αιμομιξία όσο και την ίδια την παράσταση, την οποία, σημειωτέον, πρωτοανέβασε πριν από 30 χρόνια, έναν χρόνο προτού ιδρύσει τη θεατρική ομάδα Cheek by Jowl το 1981, μαζί με τον σύντροφό του και σταθερό σκηνογράφο της ομάδας, Νικ Ορμεροντ, και γίνουν μαζί πασίγνωστοι σε όλον τον κόσμο για τη «φρέσκια οπτική» τους σε κλασικά έργα, για τη ζωντάνια των παραστάσεών τους. Στην πρώτη παραγωγή είχε εστιάσει στην τυραννική καταπίεση των τριών ηρωίδων του από την Εκκλησία και την αλληλένδετη υποκρισία της συντηρητικής, αλλά βαθύτατα διεφθαρμένης κοινωνίας απέναντι στην αιμομίκτρια Αναμπέλα, την πιστή αλλά επιπόλαιη υπηρέτριά της, Πουτάνα, και τη δολοπλόκα, αλλά βαθύτατα ερωτευμένη, Ιππολύτη.
«Η προσέγγιση αυτή τη φορά είναι πιο πολυεπίπεδη, γιατί έχω ζήσει περισσότερο, έχω δει πολλά, δεν αισθάνομαι πλέον την πίεση να είμαι politically correct. Οπότε, το αποτέλεσμα είναι διαφορετικό: όλες αυτές οι γυναίκες είναι δυνατές. Οχι πολιτικά, αλλά ψυχολογικά» εξηγεί ο Ντόνελαν. «Ζουν, βέβαια, σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, αλλά όλες κάνουν επιλογές. Πολύ δυνατές, “υπερβατικές” σεξουαλικές επιλογές. Στο τέλος καταστρέφονται. Δεν μπορείς να πεις ότι είναι υπεύθυνες για αυτό που τους συμβαίνει, αλλά δεν μπορείς να πεις ότι δεν έχουν ένα μερίδιο ευθύνης».
Οντως έχουν μεσολαβήσει πολλά σε αυτά τα 30 χρόνια (οι Cheek by Jowl έχουν ταξιδέψει σε περισσότερες από 300 πόλεις και 40 χώρες ανά τον κόσμο, ενώ βάση τους τα τελευταία χρόνια είναι το πολιτιστικό κέντρο Barbican του Λονδίνου, καθώς και οι ομάδες θεάτρου που έχουν συγκροτήσει σε Παρίσι και Μόσχα): Εμπειρίες, εικόνες, παραστάσεις, αλλά και μια πρόσφατη ταινία, με πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Πάτινσον και Ούμα Θέρμαν και τίτλο προσήκοντα – τουλάχιστον στα ελληνικά: «Επικίνδυνο πάθος» («Bel Ami»). Τι άλλο;
X «Κρίμα που είναι πόρνη»: Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, 18-22 Δεκεμβρίου.
