Η Βίκυ Βολιώτη είναι αυτό που δείχνει: ξεκάθαρη και ειλικρινής, ουσιαστική και σαφής. Ηθοποιός εδώ και 20 χρόνια – αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού το 1989 -, ξέρει από τη φύση της να ισορροπεί. Ισως επειδή μοιράζεται ανάμεσα στη Γερμανίδα και στην Ελληνίδα που κρύβει μέσα της. Τώρα ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο στην «Αγία Ιωάννα των Σφαγείων» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, ένα σπάνια παιζόμενο έργο του γερμανού δραματουργού, που σκηνοθετεί ο Νίκος Μαστοράκης στο θέατρο Ακροπόλ, ακολουθώντας ίσως τη μοίρα της Ζαν ντ’ Αρκ.
Γεννήθηκα…
Στη Βόννη. Η μητέρα μου ήταν Γερμανίδα και γνώρισε τον (Ελληνα) πατέρα μου όταν πήγε για μεταπτυχιακά. Στην Ελλάδα ήρθα μικρή. Εδώ τέλειωσα το σχολείο, εδώ έκανα σπουδές. Αισθάνομαι μισή-μισή… Υπάρχουν στιγμές που αισθάνομαι πολύ περισσότερο Ελληνίδα, σπανιότερες είναι οι στιγμές που νιώθω Γερμανίδα. Δεν έχασα ποτέ την επαφή μου με τη Γερμανία –είναι άλλωστε η μητρική μου γλώσσα.
Ομολογώ…
Οτι σαφέστατα αυτή την εποχή είμαι με την Ελλάδα και συναισθηματικά και λογικά. Παίζεται ένα πολύ σκληρό παιχνίδι αυτή τη στιγμή, όχι μόνο σε βάρος μας. Δεν ανήκω σε αυτούς που το θεωρούν αθώο όλο αυτό. Σαφώς έχουμε και εμείς ευθύνες, αλλά νομίζω ότι πρέπει να το διαχωρίσουμε από όλο αυτό που μας συμβαίνει. Φυσικά και ευθυνόμαστε για τη διαφθορά ή το πελατειακό σύστημα που προϋπήρχαν και σαφώς οφείλουμε να διορθωθούμε. Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν δύο παράλληλα σύμπαντα. Το ένα έχει να κάνει με εμάς και το άλλο με ένα είδος εμπαιγμού ή και εκμετάλλευσης από κάποιες χώρες.
Προβληματίζομαι…
Με τη ματαιότητα που μας διακατέχει τα τελευταία χρόνια. Με την αίσθηση ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξει κάτι και ότι τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν. Εμένα αυτό είναι που με προβληματίζει: ότι δεν αξίζει να ελπίζουμε. Ισχυε και προ κρίσης, αλλά τότε τα πράγματα προχωρούσαν ερήμην μας. Ηταν σαν να είχαμε μπει σε έναν τρόπο ζωής που πήγαινε μόνος του. Νομίζω ότι ξέραμε τι συνέβαινε αλλά προτιμούσαμε να κοιτάμε τη βολή μας και όχι την ευθύνη μας ως συνόλου.
Συγκρούομαι…
Ανάμεσα στη γερμανική και στην ελληνική νοοτροπία μου. Πέρασα πολλά χρόνια σε αντιπαλότητα με τον εαυτό μου, για το πώς θα το διαχειριστώ όλο αυτό. Εβλεπα ότι ζούσα και ζω σε έναν τόπο με κανόνες τους οποίους δεν μπορούσα ούτε μπορώ να ακολουθώ. Και αναφέρομαι στη συνέπεια και στην οργάνωση… Το «είναι» μου αντιστεκόταν όταν λέγαμε ότι έχουμε πρόβα στις πέντε και τελικά ξεκινούσαμε στις εξίμισι. Κάποια στιγμή αποφάσισα να πάω με τους άλλους –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καθυστερώ στην πρόβα. Απλώς φροντίζω να έχω μαζί μου τα βιβλία μου, κάτι να περάσω την ώρα μου.
Δεν προσπαθώ…
Να αλλάξω τους άλλους, γιατί με τον καιρό έμαθα ότι δεν είναι και τόσο τρομερό να αργείς στην πρόβα. Ισως γιατί πιστεύω πια ότι τίποτα δεν είναι μόνο καλό ή μόνο κακό. Υπάρχει μια ελαστικότητα στην Ελλάδα την οποία μπορείς να διαβάσεις και θετικά και αρνητικά. Γιατί δημιουργεί μια «ανθρωπίλα» που εμένα προσωπικά με ενδιαφέρει να τη ζω από το να ζω σε ένα τοπίο όπου όλα είναι απολύτως οργανωμένα. Αρκεί να μη χάνεται η ισορροπία των πραγμάτων.
Νομίζω…
Οτι το θέατρο ανέκαθεν πάλευε με την κρίση, γιατί οτιδήποτε συμβαίνει αντανακλάται πάνω του. Δεν έχει μείνει λοιπόν ανεπηρέαστο ούτε πρακτικά ούτε ιδεολογικά.
Διάβασα…
Τη «Ζούγκλα» του Απτον Σίνκλερ, ένα βιβλίο που επηρέασε τον Μπρεχτ για την «Ιωάννα». Οπως τον επηρέασε και το κραχ του ’29 αλλά και ο εορτασμός των 500 χρόνων από τον θάνατό της. Του πήρε πολλά χρόνια να το ολοκληρώσει. Ο Μπρεχτ τοποθετεί το έργο λίγο νωρίτερα, στις αρχές του 20ού αιώνα, την εποχή των μεγάλων εξεγέρσεων, αντιδράσεων και απεργιών που ήθελαν να ξεκινήσουν οι εργάτες στα σφαγεία του Σικάγου. Εκεί οι συνθήκες εργασίας ήταν κάτι παραπάνω από άθλιες.
Ερμηνεύω…
Την Ιωάννα Νταρκ, μια κοπέλα που δουλεύει εκεί κοντά, σε μια θρησκευτική οργάνωση. Ο Μπρεχτ σατιρίζει αυτές τις οργανώσεις. Λέει ότι με προκάλυμμα τη βοήθεια δουλεύουν για τα συμφέροντα των βιομηχάνων. Η ίδια ξεκινάει ως πολίτις, όπως όλοι μας, με μια διάθεση για το καλό, για να βοηθήσει, γνωρίζοντας ότι δεν είναι όλα αγγελικά πλασμένα. Πιστεύει όμως ότι κάποιος τρόπος θα βρεθεί να ισορροπήσουν οι μεγάλες αδικίες. Εχει, δηλαδή, την πολύ καλή πρόθεση αλλά τα αντιμετωπίζει όλα κατ’ αρχήν επιφανειακά. Κάποια στιγμή όμως αρχίζει να ψάχνει και τότε καταλαβαίνει ότι ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος έτσι όπως νόμιζε. Αποκτώντας τη γνώση δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Και αρχίζει να κατεβαίνει στην Κόλαση… Είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο που δεν θα είχε νόημα να παιχτεί στην Ελλάδα προ δεκαπενταετίας, όταν ήμασταν όλοι τόσο κοιμισμένοι. Σήμερα όμως άλλαξαν τα πράγματα.
Με ενδιαφέρει…
Το θέατρο από όλες τις πλευρές. Το καλοκαίρι ήμουν βοηθός σκηνοθέτη του Νίκου Μαστοράκη στις «Νεφέλες». Μου δόθηκε έτσι η ευκαιρία να μελετήσω με ψυχραιμία το πώς δουλεύουν οι ηθοποιοί και να δω τρόπους προσέγγισης ηθοποιών προς τον ρόλο, καθώς και τον τρόπο που ο σκηνοθέτης πλησιάζει ένα έργο και έναν ρόλο.
Εχω ανάγκη…
Να δουλεύω με ανθρώπους που γνωρίζω αλλά ταυτόχρονα θέλω να κάνω και διαφορετικά πράγματα. Από τη σχολή και από κάποιες άλλες σχολές, όπως του Τέχνης ή του Βεάκη, φτιάχτηκε τότε, στο τέλος της δεκαετίας του ’80, μια παρέα που παραμένουμε και φίλοι και συνεργάτες. Ξεκινήσαμε σε μια εποχή που ακόμη δεν είχε αρχίσει η ιδιωτική τηλεόραση, οπότε στόχος μας ήταν το θέατρο. Από εδώ και πέρα θα ήθελα όλο αυτό να μετουσιωθεί σε μια σκέψη γύρω από το θέατρο, σε μια αναζήτηση για το πώς μπορούμε να πάμε παρακάτω.
Νοιάζομαι…
Να πάει καλά η δουλειά, η παράσταση. Η δική μας αλλά και οι άλλες. Χαίρομαι τόσο πολύ όταν πάει καλά το θέατρο.
Δεν διαχωρίζω…
Το θέατρο από το ζωή μου. Είναι μέσα στη ζωή μου, είναι κομμάτι της ζωής μου, μεγάλο, πολύ μεγάλο. Το μεγαλύτερο.
πότε & πού:
«Η Αγία Ιωάννα των Σφαγείων» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, σκηνοθεσία – σκηνογραφία: Νίκος Μαστοράκης, μουσική: Σταύρος Γασπαράτος, κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου, φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Παίζουν: Αιμίλιος Χειλάκης, Βίκυ Βολιώτη, Κίκα Γεωργίου, Δημήτρης Δεγαΐτης, Μίνως Θεοχάρης.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
