Η σχέση του Ρικάρντο Μούτι με την περίφημη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης είναι μακρά και ιδιαιτέρως στενή. Αυτή τη χρονιά μάλιστα ο ιταλός σουπερστάρ του πόντιουμ γιορτάζει 40 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ (όπου τον κάλεσε για πρώτη φορά ο μεγάλος Χέρμπερτ φον Κάραγιαντο καλοκαίρι του 1971) και ταυτόχρονα 200 φορές στο πόντιουμ του ιστορικού συνόλου. Τη διπλή αυτή επέτειο θα γιορτάσει στις 17 Αυγούστου, στη διάρκεια του εφετινού φεστιβάλ, με την τελευταία παράσταση του «Ιβάν του Τρομερού» τουΠροκόφιεφ όπου, πέραν της Ορχήστρας και των κορυφαίων λυρικών ερμηνευτών, ως αφηγητής θα συμμετάσχει ο διάσημος γάλλος ηθοποιόςΖεράρ Ντεπαρντιέ.
Στο διάστημα όλων αυτών των χρόνων ο απολογισμός της συνεργασίας μαέστρου και Ορχήστρας είναι πράγματι εντυπωσιακός: τακτικές εμφανίσεις στην Αυστρία οι οποίες ελκύουν το σταθερό ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης, θριαμβευτικές περιοδείες σε Ευρώπη, ΗΠΑ και Ασία, τέσσερις πρωτοχρονιάτικες συναυλίες (1993, 1997, 2000, 2004), δισκογραφική δραστηριότητα και ταυτόχρονα ύψιστες τιμητικές διακρίσεις από πλευράς της Ορχήστρας προκειμένου να δείξει την εκτίμησή της στον κορυφαίο αρχιμουσικό.
Από την πλευρά του και ο Ρικάρντο Μούτι έχει επανειλημμένως αναφερθεί στην ξεχωριστή αγάπη την οποία τρέφει για τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης. Χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, τα όσα είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα «Corriere della Sera»:«Η Φιλαρμονική της Βιέννης είναι μια από τις λίγες ορχήστρες ο ήχος των οποίων παραμένει αναγνωρίσιμος σε μια εποχή όπου πράγματικάτι τέτοιο είναι σπάνιο. Οταν θέλουνοι μουσικοί της μπορούν να σου χαρίσουν στιγμές απόλυτης ομορφιάς…».
Η συναυλία της Αθήνας
Υπ΄ αυτό το πρίσμα η κοινή εμφάνιση μαέστρου και Ορχήστρας στις 22 Ιουνίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής- η οποία πραγματοποιείται με χορηγία του ζεύγουςΚωνσταντίνου καιΓέλης Αγγελοπούλουκαι του αείμνηστουΧρήστου Δ. Λαμπράκη, και περιλαμβάνει έργαΜότσαρτ, ΣούμπερτκαιΤσαϊκόφσκιέχει τωόντι χαρακτήρα πολυαναμενόμενο. Νότιος Ιταλός και θερμός φιλέλληνας, ο 68χρονος Μούτι έρχεται εκ νέου στην Αθήνα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα φάση της καριέρας του. Τον Σεπτέμβριο του 2010 αναλαμβάνει επισήμως τα καθήκοντά του ως μουσικός διευθυντής της διάσημης Συμφωνικής Ορχήστρας του Σικάγου- του σημαντικότερου συμφωνικού συνόλου των ΗΠΑ, σύμφωνα με έγκυρες διεθνείς κατατάξεις-, ενώ παράλληλα, καλώς εχόντων των πραγμάτων, ετοιμάζεται να αναλάβει και το «τιμόνι» της Οπερας της Ρώμης περίπου την ίδια περίοδο. Καίτοι για πρακτικούς λόγους ίσως αναγκαστεί να περιορίσει τις εμφανίσεις του ως προσκεκλημένος αρχιμουσικός λόγω των νέων, σταθερών και άκρως απαιτητικών υποχρεώσεών του, ο Μούτι έχει ήδη εκφράσει την πρόθεσή του να συνεχίσει τη συνεργασία του με τη Φιλαρμονική της Βιέννης, και φυσικά το εκπαιδευτικό του έργο με τη νεανική Ορχήστρα Luigi Cherubini: ένα σύνολο νεαρότατων ιταλών μουσικών, ανανεούμενο ανά τριετία, το οποίο ίδρυσε ο ίδιος το 2004 και έχει ήδη διαγράψει ενδιαφέρουσα διαδρομή στο διεθνές στερέωμα με αποκορύφωμα το Φεστιβάλ της Πεντηκοστής στο Σάλτσμπουργκ, όπου τα τελευταία χρόνια ο Μούτι ως καλλιτεχνικός διευθυντής εστιάζει στην αριστουργηματική μουσική παραγωγή της γενέτειράς του Νάπολι.
Σε ό,τι αφορά τη συνεργασία του με τη Συμφωνική του Σικάγου, η αλήθεια είναι ότι η ανακοίνωση της μεταξύ τους συμφωνίας τον Μάιο του 2008 προκάλεσε διεθνή αίσθηση. Εχοντας αναλάβει την πρώτη του διευθυντική θέση σε ηλικία μόλις 27 ετών στον Μουσικό Φλωρεντινό Μάιο- ακολούθησε η Φιλαρμόνια του Λονδίνου, η Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, και φυσικά η Σκάλα του Μιλάνου όπου κατείχε τη θέση του μουσικού διευθυντή επί 19 συναπτά έτη προτού αποχωρήσει εν μέσω τρικυμίας τον Απρίλιο του 2005-, ο Μούτι είχε διακηρύξει σε όλους τους τόνους ότι προτιμούσε να παραμείνει ελεύθερος από αντίστοιχες υποχρεώσεις για το υπόλοιπο της καριέρας του. Απέρριψε μάλιστα δύο φορές την αντίστοιχη προσφορά της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι δεν ετέθη θέμα επιλογής τού ενός συνόλου έναντι του άλλου. Ηταν θέμα χρονικής στιγμής και φυσικά της εξαιρετικής «χημείας» με την Ορχήστρα του Σικάγου, η οποία αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της κοινής τους ευρωπαϊκής περιοδείας το φθινόπωρο του 2007 όπου ο Μούτι τη διηύθυνε για πρώτη φορά ύστερα από 34 ολόκληρα χρόνια.
Αναφορικά με τη Ρώμη, τα σχέδιά του εκτείνονται πέραν της ριζικής αναμόρφωσης του θεάτρου: φιλοδοξεί να συστήσει έναν δυναμικό άξονα μεταξύ κέντρου- Νότου, ήτοι της Οπερας της πρωτεύουσας με το ιστορικό θέατρο San Carlo της γενέτειράς του Νάπολι, όπου και εκεί θα έχει σταθερή παρουσία τα επόμενα τρία τουλάχιστον χρόνια.
Πολυβραβευμένος ανά τον κόσμο, επίτιμος διδάκτωρ πολλών σημαντικών πανεπιστημίων στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ο Ρικάρντο Μούτι κατέκτησε προσφάτως την ύψιστη διάκριση- Μουσικός της Χρονιάς για το 2010- από την έγκυρη μουσική επιθεώρηση «Μusical Αmerica». Μεταξύ των εφετινών υποχρεώσεών του ξεχωριστή θέση κατέχει το καθυστερημένο χρονικά, και ως εκ τούτου άκρως αναμενόμενο διεθνώς, ντεμπούτο του στην περίφημη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης τον προσεχή Φεβρουάριο με μια εξαιρετικά φιλόδοξη νέα παραγωγή του βερντιανού «Αττίλα».
