Το μυθιστόρημα «Δράκουλας» του Μπραμ Στόουκερ αδικεί την πηγή της έμπνευσής του, τον πρίγκιπα Βλαντ Γ’ της Βλαχίας. Είναι αλήθεια ότι ο Βλαντ δολοφόνησε πάνω από 100.000 άτομα σε μια χώρα με μισό εκατομμύριο κατοίκους. Είναι αλήθεια ότι απολάμβανε τους αργούς θανάτους και τα βασανιστήρια όπως το γδάρσιμο, τους ακρωτηριασμούς, τους διαμελισμούς, τα καρφιά στην ανθρώπινη σάρκα, το σημάδεμα με πυρωμένο σίδερο στο δέρμα, τον κανιβαλισμό και, το αγαπημένο του χόμπι, τους ανασκολοπισμούς. Αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη στην ιστορία ότι δάγκωσε τον λαιμό έστω και μιας κοπέλας.
Εξάλλου πρέπει να αναλογιστούμε λίγο την κατάσταση την εποχή εκείνη: είναι οι τελευταίες ημέρες του Μεσαίωνα στη σημερινή Ρουμανία, το τριπλό σύνορο μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της ορθόδοξης Ευρώπης και της καθολικής Ευρώπης. Οι κυβερνήτες της Βλαχίας ξέρουν ότι, όποιον και να υποστηρίξουν, κάποιοι άλλοι θα έρθουν να τους τσακίσουν. Μεταξύ των μεσαιωνικών συστημάτων πολιτικής πίεσης περίοπτη θέση κατέχουν ο αποκεφαλισμός, ο ραβδισμός και η λεηλασία ολόκληρων οικισμών. Ο ποινικός κώδικας της εποχής ήταν επίσης πολύ βάναυσος: τους μάγους τους έκαιγαν, τους παραχαράκτες τους έβραζαν σε καυτό λάδι, τους βλάσφημους τους κρεμούσαν από τη γλώσσα σε έναν γάντζο, όποιος έκοβε ένα δένδρο χωρίς άδεια του ξερίζωναν τα έντερα, τον έδεναν με αυτά στο δέντρο και τον έβαζαν να τρέχει γύρω γύρω μέχρι να τυλιχθούν στο κορμί του.
Ο ψυχοπαθής Ντρακουλέα
Είναι αλήθεια: ο Βλαντ ήταν ψυχοπαθής. Αλλά πρέπει να παραδεχθούμε ότι, αν προσπαθούσαμε να βρούμε αναλογίες με τον ακαδημαϊκό χώρο, η Βλαχία του 15ου αιώνα θα αντιστοιχούσε σε ένα ατέλειωτο και αιματοβαμμένο διδακτορικό. Ο πατέρας του Βλαντ, ο Βλαντ Β΄, είχε ήδη αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπος με αυτή τη βίαιη εποχή. Ηταν ιππότης του Τάγματος των Δράκων, το οποίο είχε ιδρυθεί για να πολεμήσει τους Τούρκους, και από εκεί πήρε το επώνυμό του, Ντρακούλ. Κατά σύμπτωση, Ντρακούλ στα ρουμανικά σημαίνει «διάβολος». Ο μικρός Βλαντ, που γεννήθηκε στην Τρανσυλβανία το 1431, πήρε το συμπαθητικό παρατσούκλι Ντρακουλέα: ο γιος του Διαβόλου, δρακόπουλο. Με τη βοήθεια του βασιλιά της Ουγγαρίας ο πατέρας Βλαντ έφθασε να γίνειβοεβόδας(δηλαδή, πρίγκιπας της Βλαχίας) ως ανταμοιβή για τη βοήθεια που τους παρείχε στον αγώνα εναντίον των άπιστων Οθωμανών. Οι Ούγγροι όμως είχαν να αντιμετωπίσουν τόσες εσωτερικές εξεγέρσεις που δεν ήταν σε θέση να τον βοηθήσουν να υπερασπιστεί τα εδάφη του. Οι Τούρκοι, αντίθετα, ήταν πολυάριθμοι και καλά εξοπλισμένοι και πειθαρχημένοι. Μόλις ανέβηκε στον θρόνο, με μεγάλο πρακτικό πνεύμα- και ελάχιστα ηθικό- ο πατέρας Βλαντ αποφάσισε να αλλάξει πλευρά. Εδωσε φόρο υποτελείας στον σουλτάνο, του έδωσε 300 από τους ευγενείς του ως δήλωση υποτελείας, φίλησε την άκρη του μανδύα του και, για να μη μείνει καμία αμφιβολία, του παρέδωσε ως ομήρους τους δύο μικρότερους γιους του: τον Βλαντ και τον Ραντού.
Λίγα αδέλφια ήταν τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όπως αυτοί οι δύο. Ενώ ο Βλαντ ήταν σωματώδης, ο Ραντού είχε αδύναμη φύση. Ενώ ο Βλαντ από μικρός έδειξε ένα θάρρος στα όρια της παραφροσύνης, ο Ραντού ήταν αδύναμος χαρακτήρας και λεπτεπίλεπτος. Ενώ ο Βλαντ είχε πυκνά φρύδια, προτεταμένο κάτω χείλος και ρουθούνια σαν κρατήρες, ο Ραντού ήταν διάσημος για την ομορφιά του. Αλλά, πάνω απ΄ όλα, ενώ ο Βλαντ ήταν ένας ασκητικός και συγκρατημένος ηθικολόγος, ο Ραντού ήταν ο αισθησιασμός προσωποποιημένος. Από την εφηβεία του ξύπνησε την όρεξη του κληρονόμου του σουλτάνου Μωάμεθ Β Δ του Πορθητή και, παρ΄ όλο που στην αρχή αντιστάθηκε, αργότερα ανακάλυψε τα πλεονεκτήματα και τις ανέσεις της ανταλλαγής εκδουλεύσεων.
Φαίνεται ότι ο Βλαντ δεν προσαρμόστηκε τόσο καλά. Στην πραγματικότητα δεν έμεινε και πολύ καιρό εκεί. Το 1446 οι Ούγγροι εκδικήθηκαν την προδοσία του πατέρα του, τον σκότωσαν με ραβδισμό και του αρνήθηκαν το δικαίωμα της ταφής. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Μιρσέα, είχε την αντίθετη τύχη: τον έθαψαν ζωντανό. Από τη μια μέρα στην άλλη ο μικρός Βλαντ έγινε ο άμεσος κληρονόμος του πριγκιπάτου της Βλαχίας.
Το σύστημα εκλογής τουβοεβόδα όμως δεν βασιζόταν στο δικαίωμα του πρωτότοκου. Στην πραγματικότητα, εξαρτιόταν από μια συνέλευση σλάβων ευγενών, των ονομαζόμενων βογιάρων, οι οποίοι επέλεγαν μεταξύ των υποψηφίων της βασιλικής οικογενείας. Η εκλογή γινόταν ανάλογα με το τι ήταν σύμφορο για τη συγκεκριμένη στιγμή. Και ο Βλαντ δεν ήταν ο κατάλληλος. Η πρώτη του διακυβέρνηση, με την υποστήριξη των Τούρκων, κράτησε μόνο δύο μήνες προτού τον καθαιρέσουν. Ο διάδοχός του, ο Βλαντισλάβ Β΄, δεν ήταν εχθρικός προς τον σουλτάνο, έτσι για την Τουρκία η αλλαγή ήταν αδιάφορη. Ο Βλαντ έχασε την τουρκική υποστήριξη. Απογοητευμένος και εγκαταλελειμμένος για άλλη μία φορά, ο νεαρός περιπλανήθηκε τα επόμενα οκτώ χρόνια ανά την Ευρώπη προσπαθώντας να βρει πολιτικούς υποστηρικτές για να ξαναπάρει τον θρόνο που θεωρούσε ότι νόμιμα του ανήκε.
Συμμαχία με τον εχθρό του
Η ευκαιρία θα ερχόταν από την πιο απρόσμενη πλευρά. Μια εμπορική διαφωνία με την Ουγγαρία έμελλε να κοστίσει τον θρόνο στον Βλαντισλάβ Β Δ . Ο ούγγρος βασιλιάς χρειαζόταν έναν πιο υπάκουο υποψήφιο για να κυβερνάει τη Βλαχία και θυμήθηκε τον Βλαντ. Ξεκίνησαν λοιπόν οι μυστικές διαβουλεύσεις μεταξύ των Ούγγρων- που ήταν πάντα διατεθειμένοι να ξεχάσουν ότι οι ίδιοι είχαν σκοτώσει την οικογένεια Ντρακούλ- και των βογιάρων, που ήταν πάντα διατεθειμένοι να φτάσουν σε κάποια συμφωνία με την προϋπόθεση ότι δεν θα έβαζαν χέρι στα λεφτά τους. Είναι γνωστό ότι στην πολιτική η μνήμη είναι αδύνατη. Ούτε καν ο ίδιος ο Βλαντ δεν είχε προβλήματα συνείδησης. Για να ανεβεί στον θρόνο που τόσο λαχταρούσε είχε δύο εναλλακτικές λύσεις: ή να συμμαχήσει με τους Τούρκους, που ήδη τον είχαν προδώσει στο παρελθόν, ή να συμμαχήσει με τους δολοφόνους του πατέρα του και του αδελφού του. Διάλεξε τη δεύτερη.
Το 1456, σε ηλικία 25 χρόνων, ο Βλαντ μπήκε στη Βλαχία επικεφαλής ενός τρανσυλβανικού στρατού. Δεν δυσκολεύτηκε πολύ να πιάσει αιχμάλωτο τονβοεβόδαΒλαντισλάβ και να τον εκτελέσει μπροστά σε ένα κοινό που διψούσε περισσότερο για θέαμα παρά για δικαιοσύνη. Ετσι εγκαινιάστηκε η διακυβέρνηση του Βλαντ Γ΄, ο οποίος από ΄δώ και στο εξής θα προσέθετε στο όνομα Ντρακουλέα και την προσωνυμία Τσέπες («ο Ανασκολοπιστής ή Παλουκωτής»).
Η εγκατάσταση του φόβου
Ας υποθέσουμε ότι είμαιβοεβόδας της Βλαχίας. Με απειλεί από τη μία ένας στρατός 100.000 ανδρών και από την άλλη ένας στρατός 70.000 ανδρών. Δεν μπορώ να στηριχθώ στους βογιάρους μου, που έχουν φτιάξει ένα σύστημα για να περιορίζουν την εξουσία μου κατά τις ορέξεις τους. Οι αγρότες μου έχουν κουραστεί από την εκμετάλλευση και αρνούνται να πολεμήσουν. Οι προκάτοχοί μου έχουν μείνει στην εξουσία κατά μέσον όρο ως τρία χρόνια και η μόνη τους απασχόληση ήταν πώς να εξακολουθήσουν να είναι στον θρόνο. Είμαι μια πολιτική μαριονέτα, δίχως χρήματα, δίχως στρατιωτική δύναμη και δίχως επιρροή στα άλλα κράτη. Μόνο ένα πράγμα μπορεί να με κρατήσει στην εξουσία: ο φόβος. Δεν θα με διώξουν από τη θέση μου γιατί δεν θα τολμήσουν.
Συνειδητοποιώντας το αυτό ο Βλαντ σεβάστηκε απολύτως την ιεραρχία στη διαχείριση της βίας. Αρχισε πρώτα με τον εσωτερικό εχθρό. Ακολουθώντας το έθιμο διοργάνωσε μια γιορτή για το Πάσχα για όλους τους βογιάρους που είχαν επιρροή στην εκλογή του πρίγκιπα, περίπου 500. Οταν πια το γλέντι ήταν στο απόγειό του, ξεκίνησε ένα εφευρετικότατο παιχνίδι ερωτήσεων και απαντήσεων. Η πρώτη ερώτηση ήταν: Πόσουςβοεβόδεςθυμάστε; Οι ευγενείς διασκέδαζαν. Πολλοί ανέφεραν έξι, οκτώ. Κάποιοι παλαιότεροι θυμούνταν ως και 30. Η δεύτερη ερώτηση ήταν: Δεν σας φαίνονται πάρα πολλοί; Τώρα οι βογιάροι ξέσπασαν σε γέλια. Είναι περισσότεροι από τα πιάτα που υπάρχουν σε αυτό το τραπέζι, περισσότεροι από τις κούπες κρασί που μπορεί να πιει κανείς. Αυτοί διασκέδαζαν με την ψυχή τους. Ο Βλαντ έδωσε τη σωστή απάντηση: «Ηταν τόσο πολλοί εξαιτίας της δικής σας αναισχυντίας και της δικής σας προδοσίας». Σε κάποιους κόπηκε το γέλιο με το μαχαίρι μόλις τον άκουσαν, άλλοι σκέφτηκαν πως ήταν ώρα να γυρίσουν σπίτι τους. Ηταν όμως αργά. Ανοιξαν οι πόρτες του σαλονιού και μπήκε η προσωπική φρουρά του Βλαντ.
Οι ευγενείς συνελήφθησαν χωρίς μεγάλο κόπο. Ικέτευσαν να τους λυπηθούν αλλά κανείς δεν τους άκουγε. Τους έδεσαν τα χέρια στην πλάτη και τους άνοιξαν καλά τα πόδια. Τους έβαλαν μπρούμυτα και τους άλειψαν με λάδι το άνοιγμα του πρωκτού. Υστερα οι δήμιοι τους εισήγαγαν από εκεί μυτερά παλούκια που τα χτύπησαν με σφυριά μέχρι που εισχώρησαν κατά 50 εκατοστά. Στο τέλος φύτεψαν τα παλούκια σαν δέντρα στο χώμα. Η μύτη των παλουκιών ήταν πεπλατυσμένη, έτσι δεν διαπερνούσε τα εσωτερικά όργανα. Τα παραμέριζε μόνο στο πέρασμά Ηγεμονία βαμμένη στο αίμα
της αναζητώντας την έξοδο, ενώ τα σώματα κατέβαιναν από το ίδιο τους το βάρος. Ορισμένοι άργησαν να πεθάνουν ως και τρεις ημέρες.
Ο ανασκολοπισμός είχε διδακτικό στόχο. Γινόταν σε πολυσύχναστα μέρη, όπως πλατείες και δρόμοι, ως προειδοποίηση σε όποιους άλλους εξυπνάκηδες τους περνούσε από το μυαλό να προδώσουν τον βοεβόδα.Τα θύματα τα άφηναν παρατημένα για μήνες, ενώ τα πτώματα αποσυνετίθεντο σιγά σιγά.
Ο Βλαντ μοίρασε τις περιουσίες των ανασκολοπισμένων βογιάρων σε κάποιους κατώτερους ευγενείς, σε διάφορους καλογέρους και σε πολλούς απελεύθερους αγρότες για να δημιουργήσει μια νέα κυρίαρχη τάξη, πιστή στις διαταγές του. Δεν πρέπει όμως να συμπεράνουμε ότι κρατούσε ελιτίστικη στάση. Ο Βλαντ διαχειριζόταν πολύ δημοκρατικά τη βαρβαρότητά του. Το επόμενο γλέντι ήταν για τους ζητιάνους και τους διακονιάρηδες της Βλαχίας. Αυτή τη φορά το παιχνίδι των ερωτήσεων ήταν διαφορετικό: «Θέλετε να ξεφύγετε από τη μιζέρια και τις στερήσεις;». Οι ζητιάνοι φυσικά ήθελαν. Για να τους ικανοποιήσει ο Βλαντ έκλεισε τις πόρτες της αίθουσας και τους έβαλε φωτιά. Το πρόβλημα της φτώχειας είχε λυθεί. Και στους τσιγγάνους επίσης προσέφερε μιαπαραγωγικήδιέξοδο. Συγκέντρωσε περίπου 300, διάλεξε τρεις από αυτούς και πρόσταξε να τους ψήσουν. Σε αργή φωτιά. Στους υπολοίπους προσέφερε μια επιλογή: ή θα έτρωγαν τους φίλους τους ή θα κατατάσσονταν στον στρατό. Οι τσιγγάνοι αποτέλεσαν από τότε ένα οπλισμένο απόσπασμα αμφιλεγόμενου ηρωισμού.
Το πρόβλημα με τους κακούς είναι ότι πάντα πιστεύουν ότι είναι καλοί. Ο Βλαντ είχε πάθος με την αρετή του λαού του, την οποία προωθούσε με δραστικά μέτρα. Αν κάτι τον απέλπιζε πραγματικά, ήταν η γυναικεία απιστία. Τις γυναίκες που απατούσαν τους συζύγους τους έβαζε και τις παλούκωναν από τον κόλπο με πυρωμένα σίδερα. Τα σεξουαλικά όργανα και τα στήθη τους ακρωτηριάζονταν και, αν το αμάρτημα ήταν σοβαρό, τις έγδερναν πριν από το παλούκωμα. Τα παιδιά τους συνήθως είχαν την ίδια τιμωρία. Αν ήταν πολύ μικρά, τα παλούκωναν καρφωμένα στα άδεια στήθη των μανάδων τους. Ο Βλαντ ήξερε από τη δική του εμπειρία πόσο επικίνδυνο μπορούσε να γίνει στο μέλλον ένα παιδί που διψάει για εκδίκηση. Η παιδοκτονία ήταν ο πιο πρακτικός τρόπος προφύλαξης.
Ωστόσο δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Βλαντ για νεποτισμό. Ηταν πρόθυμος να εφαρμόσει το ιδιόμορφο αυτό αίσθημα δικαίου ακόμη και εναντίον των αγαπημένων του προσώπων. Μια φορά, βλέποντάς τον μελαγχολικό, η ερωμένη του τού είπε, για να τον κάνει να ευθυμήσει, ότι περίμενε δικό του παιδί. Ηταν όμως ψέμα. Ο Βλαντ έβαλε κάποιες μαμές να την εξετάσουν. Οταν αποδείχθηκε ότι η εγκυμοσύνη ήταν ψεύτικη, την έσκισε ο ίδιος από τη λεκάνη ως το στήθος για να βρει το υποτιθέμενο μωρό. Ο πόλεμος και η ήττα
Ορισμένοι βιογράφοι, επηρεασμένοι από την ψυχανάλυση, υποστηρίζουν ότι η ασυνήθιστη και μοναδική αυτή επίδειξη βίας οφειλόταν στο ότι ο Βλαντ ήταν σεξουαλικά ανίκανος και υποκαθιστούσε τις σεξουαλικές του ελλείψεις μέσω των βασανιστηρίων. Ο ίδιος όμως θα πρόβαλλε ως δικαιολογία ότι ανησυχούσε πραγματικά για την ηθική υγεία των Ρουμάνων. Αλλά το πιθανότερο είναι ότι δεν θα έλεγε τίποτα. Θα διέταζε απλώς να ανασκολοπίσουν τον βιογράφο. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να πούμε υπέρ του ότι ήταν το ίδιο σκληρός και με τους κλέφτες, τους οποίους, κατά τα φαινόμενα, θεωρούσε το ίδιο φαύλους με τους φτωχούς, τις γυναίκες, τα παιδιά και τους τσιγγάνους. Γνωρίζοντας την αυστηρότητα των τιμωριών του- που περιελάμβαναν, εκτός από τον πασίγνωστο ανασκολοπισμό, και το βγάλσιμο των ματιών- οι φίλοι από το εξωτερικό συγκρατούσαν τις ορέξεις τους για τη Βλαχία. Ο Βλαντ ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος για το σύμβολο της εξουσίας του: την κούπα που υπήρχε για να πίνει ο κόσμος στην πηγή της πλατείας της Τιργκοβίστε. Η κούπα ήταν από ατόφιο χρυσάφι και δεν τη φύλαγε κανείς. Αλλά κανένας δεν τόλμησε να την κλέψει στη διάρκεια ολόκληρης της βασιλείας του. Η κυριαρχία του νόμου και της τάξης, όπως λένε.
Ως τώρα όμως έχουμε μιλήσει για τον καιρό της ειρήνης. Αργότερα έγινε ένας πόλεμος. Και τα πράγματα χειροτέρεψαν.
Προφανώς ο Βλαντ θα μπορούσε να αποφύγει την αντιπαράθεση με την ισχυρότατη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο πρίγκιπας όμως είχε πολύ κακούς τρόπους. Ο εκπρόσωπος που είχε αναλάβει να εισπράξει τον φόρο υποτελείας του Βλαντ προς τον σουλτάνο εμφανίστηκε στο κάστρο του φορώντας τουρμπάνι. Και αυτό δεν του άρεσε. Ο Τούρκος τού εξήγησε πως αυτό ήταν το έθιμό τους, ότι ούτε καν μπροστά στον σουλτάνο δεν έβγαζε το τουρμπάνι. Ο Βλαντ είπε: «Θέλω τότε να εδραιώσω την πίστη σου στα έθιμά σου» και πρόσταξε να του καρφώσουν το τουρμπάνι στο κεφάλι. Περιττεύει να πούμε ότι δεν πλήρωσε τον φόρο.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Βλαντ αποφάσισε να επιτεθεί στα τουρκικά οχυρά του Δούναβη. Ισως απλώς να αποφάσισε να επιταχύνει την εισβολή που θα γινόταν αργά ή γρήγορα. Ή μπορεί να φαντασιωνόταν ότι ηγείτο της χριστιανοσύνης στη σταυροφορία του εναντίον των απίστων. Αυτό τουλάχιστον αφήνει να υπονοηθεί η επιστολή που έστειλε στον ηγεμόνα της Ουγγαρίας για να τον πείσει να συμμετάσχει στην εκστρατεία: «Εχω σκοτώσει άντρες και γυναίκες, γέρους και νέους, από την Ομπλουσίτζα και το Νοβοσέλο, όπου ο Δούναβης εκβάλλει στη θάλασσα, ως το Σάμοβιτ και το Γκίγκεν. Εχουμε σκοτώσει 23.884 Τούρκους και Βούλγαρους, χωρίς να υπολογίσουμε όσους κάψαμε μέσα στα σπίτια τους ή εκείνους που οι στρατιώτες μας δεν τους έκοψαν τα κεφάλια […]. 1.350 στο Νοβοσέλο, 6.840 στο Σιλίστρια, 343 στο Ορσόβα, 840 στο Βεκτρέμ, 630 στο Τουτρακάν, 210 στο Μαροτίμ, 6.414
στο Γκιουργκίου, 343 στο Τούρνου, 410 στο Σίστοβ, 1.138 στη Νικόπολη, 1.460 στο Ράχοβο…». Το γράμμα συνοδευόταν από δύο σακιά γεμάτα αφτιά, μύτες και κεφάλια. Αλλά ούτε κι έτσι έπεισε κανέναν. Ο Βλαντ όφειλε να αντιμετωπίσει μόνος του τον σουλτάνο Μωάμεθ, ο οποίος είχε γίνει τόσο έξαλλος που ετέθη ο ίδιος επικεφαλής της ειδικής φρουράς του, των γενιτσάρων, και του στρατού του με 100.000 άνδρες. Ενας από αυτούς, παρεμπιπτόντως, ήταν ένας παλιός γνώριμος: ο Ραντού ο Ωραίος, ο αδελφός του Βλαντ, ο εκλεκτός του σουλτάνου, με σκοπό να καταλάβει τον θρόνο της Βλαχίας μετά τη νίκη.
Ο Βλαντ, ο οποίος διέθετε μόνο 20.000 άντρες, κατέφυγε στη μοναδική δυνατή στρατηγική, το αντάρτικο: έκανε επιθέσεις τη νύχτα αιφνιδιαστικά, συνελάμβανε την οπισθοφυλακή των Τούρκων, δολοφονούσε όσους στρατιώτες απομακρύνονταν από το κύριο σώμα του στρατεύματος. Χρησιμοποιούσε επίσης κάποιες μεθόδους για να εμψυχώνει τους δικούς του στρατιώτες: επιβράβευε και παρασημοφορούσε όσους είχαν πληγωθεί από μπροστά. Αντίθετα, όσους είχαν λαβωματιές στην πλάτη, σημάδι ότι προσπαθούσαν να το σκάσουν, τους ανασκολόπιζε. Επιπλέον πρόσταξε τους υπηκόους του να εφαρμόσουν τη στρατηγική της «καμένης γης». Οι Βλάχοι εγκατέλειπαν τα χωριά και κατέφευγαν στα βουνά παίρνοντας μαζί τους τα τρόφιμα και τα κοπάδια των ζώων. Οι τούρκοι στρατιώτες έχαναν το ηθικό τους διότι δεν έβρισκαν τίποτα να λεηλατήσουν. Ο σουλτάνος συνέχιζε να προελαύνει προς την Τιργκοβίστε, κάτω από τον ανελέητο ήλιο και χωρίς νερό. Κάθε φορά δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να καταλάβει τι είχε να κερδίσει από αυτόν τον πόλεμο. Η προέλαση κράτησε επτά ημέρες. Την τελευταία ημέρα βρέθηκαν στο δάσος με τους παλουκωμένους: 20.000 πτώματα φυτεμένα σε μια έκταση 10 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αντρες, γυναίκες και παιδιά, καλυμμένοι από κοράκια και όρνεα που έφτιαχναν τις φωλιές τους στις κοιλότητες που δημιουργούσαν τα οστά τους. Πίσω από το δάσος βρισκόταν η πρωτεύουσα, εγκαταλελειμμένη και άδεια.
Ο Μωάμεθ άφησε εδώ τον Ραντού, τον νόμιμο κληρονόμο, που σύντομα πέτυχε την υποστήριξη των βογιάρων, οι οποίοι είχαν πια απαυδήσει με τις υπερβολές του προηγούμενουβοεβόδακαι επιθυμούσαν την ειρήνη με τους Τούρκους. Ο Βλαντ κατέφυγε στην Ουγγαρία. Οι σύμμαχοί του τον είχαν εγκαταλείψει, ο αδελφός του είχε ανέλθει στον θρόνο της Βλαχίας και η γυναίκα του είχε αυτοκτονήσει όταν κατάλαβε ότι η ήττα πλησίαζε. Αλλά δεν είχαν τελειώσει ακόμη τα προβλήματά του. Οι Ούγγροι υπέκλεψαν κάποιες υποτιθέμενες επιστολές του Βλαντ, στις οποίες πρότεινε συμμαχία στον σουλτάνο. Πήγε στη Βούδα αναζητώντας βοήθεια, μα το μόνο που κατάφερε ήταν να τον συλλάβουν.
Η φυλάκιση και ο θάνατός του
Παρέμεινε 12 χρόνια στη φυλακή, αλλά οι συνθήκες φυλάκισής του δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα σκληρές. Επρόκειτο μάλλον για περιορισμό κατ΄ οίκον. Ο βασιλιάς της Ουγγαρίας διασκέδαζε με το να τον επιδεικνύει στους καλεσμένους του, σαν άγριο ζώο πασίγνωστο για τη θρυλική του θηριωδία. Κανείς δεν ξέρει αν και ο ίδιος ο Βλαντ διασκέδαζε με αυτό. Είχε άλλαχόμπι.Σκότωνε ποντίκια και τα παλούκωνε. Αγόραζε πουλιά στην αγορά μόνο και μόνο για να τα βασανίζει και να τα ελευθερώνει μετά. Κάποτε ένας βιαστικός κλητήρας μπήκε στο σπίτι του χωρίς προειδοποίηση ενώ ακολουθούσε έναν κλέφτη. Ο Βλαντ τον σκότωσε. Εξήγησε ότι δεν μπορεί ο καθένας να μπαίνει έτσι στο σπίτι ενός πρίγκιπα. Ο ούγγρος βασιλιάς το βρήκε πολύ αστείο. Στην πολιτική όμως η μνήμη είναι αδύναμη. Οι συγκρούσεις στη Βλαχία συνεχίστηκαν. Ο Ραντού πέθανε δολοφονημένος ή στη μάχη, κανείς δεν γνωρίζει. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν ξανά. Οι Ευρωπαίοι χρειάζονταν τον πιο καλό στρατιωτικό ηγέτη από όσους τους είχαν αντιμετωπίσει. Για μία ακόμη φορά ο Βλαντ Ντράκουλα επέστρεψε στη Βλαχία για να αντιμετωπίσει τον Μωάμεθ.
Υπάρχουν τρεις εκδοχές για το τι συνέβη μετά. Η πρώτη λέει ότι ο Βλαντ πέθανε πάνω στη μάχη. Η δεύτερη, ότι οι άντρες του τον πέρασαν για Τούρκο και τον σκότωσαν. Η τρίτη, ότι ένας πληρωμένος δολοφόνος τον πλησίασε από πίσω και του έκοψε τον λαιμό. Οποια κι αν είναι η αλήθεια, όλοι είχαν λόγους να το κάνουν. Ο Βλαντ ήταν αδύνατον να επιζήσει ανάμεσα σε Βλάχους, Τούρκους και Ούγγρους. Κατ΄ εντολήν του Μωάμεθ αποκεφάλισαν το πτώμα του. Εθαψαν τον κορμό στο μοναστήρι του Σναγκόφ και έστειλαν το κεφάλι διατηρημένο σε μέλι στον σουλτάνο για να το εκθέσει σε δημόσια θέα καρφωμένο σε μια λόγχη. Μετά από χρόνια ο γιος του Βλαντ, ο τελευταίος Ντράκουλα, θα κυβερνούσε και θα πέθαινε κι αυτός δολοφονημένος, όπως όλοι οι συγγενείς του. Ανθρωπόμορφο τέρας ή εθνικός ήρωας;
Γκραβούρα της εποχής (φωτογραφία) δείχνει τον Βλαντ να γευματίζει ήρεμα δίπλα σε ένα δάσος με παλουκωμένους.Απέναντί του ένας από τους άντρες του κομματιάζει ένα πτώμα.Ο Βλαντ όμως δεν τρώει ανθρώπινο κρέας ούτε πίνει αίμα,απλώς τρώει το γεύμα του.Στο τραπέζι υπάρχει ψωμί,ίσως και κάποιο μαγειρεμένο φαγητό.Η γκραβούρα ανήκει στις ιστορικές πηγές για τον Βλαντ, που έγιναν το πρώτοbest sellerτου κόσμου πριν από τη Βίβλο.Τα γερμανικά χρονικά μιλούν γι΄ αυτόν σαν να ήταν τέρας.Τα ρωσικά, παρ΄ όλο που βρίθουν λεπτομερειών για την αγριότητά του, τον θεωρούν έναν δίκαιο άντρα που υπερασπίστηκε τους δικούς του ενάντια στους διεφθαρμένους ξένους και ευγενείς.Ακόμη και πολλοί Ρουμάνοι τον θεωρούν εθνικό ήρωα.Βέβαια ένας από αυτούς ήταν και ο δικτάτορας Τσαουσέσκου, γεγονός όχι και τόσο κολακευτικό.
Παρά το πέρασμα του χρόνου,αυτοί οι θρύλοι,που βασίζονταν κατά μεγάλο μέρος τους στην προφορική παράδοση και σίγουρα ήταν υπερβολικοί,δεν αναμείχθηκαν ποτέ με τους θρύλους για τα βαμπίρ, τους βρωμερούς, σάπιους και χωρίς καμία λάμψη νεκροζώντανους που αφθονούσαν στη Ρουμανία.Ως τον ερχομό του Μπραμ Στόουκερ.Ο Στόουκερ μετέτρεψε το απαίσιο τέρας σε έναν εκλεπτυσμένο κόμη της Κεντρικής Ευρώπης κάνοντάς το πιο εύπεπτο για τον αναγνώστη της βικτωριανής εποχής και δίνοντάς του φυσικά και μια σεξουαλική αίγλη.
Δεν είναι ξεκάθαρο πόσα από όσα έγραψε ο Στόουκερ είναι βασισμένα σε πραγματική έρευνα και πόσα οφείλονταν στην πυρετώδη φαντασία του. Είναι σίγουρο όμως ότι ο Βλαντ,ο αιμοδιψής γιος του Διαβόλου, που το κομμένο κεφάλι του καρφώθηκε σε ένα παλούκι, ο πρίγκιπας που πολέμησε τρεις θρησκείες,που η ψυχή του περιπλανιέται στη γη, διωγμένη από όλους τους παραδείσους, έδωσε πλούσια τροφή σε κάθε είδους θρύλο.Υπήρχαν όμως πράγματα που ούτε το λογοτεχνικό ταλέντο του Στόουκερ δεν μπορούσε να προβλέψει. Το 1931 μια ομάδα αρχαιολόγων άνοιξε τον τάφο του Βλαντ Ντράκουλα στο μοναστήρι του Σναγκόφ.Στο εσωτερικό δεν βρήκαν τίποτε παρά μόνο κόκαλα ζώων.
Ο κ. Σαντιάγο Ρονκαλιόλο γεννήθηκε στη Λίμα το 1975. Σεναριογράφος, δραματουργός, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, μεταφραστής, shadow writer και δημοσιογράφος, έγινε από πολύ νωρίς γνωστός στον λατινοαμερικανικό κόσμο κυρίως με το μυθιστόρημά του «Ντροπή». Ακολούθησαν ο «Κόκκινος Απρίλης», που του χάρισε όχι μόνο το βραβείο Αλφαγκουάρα (είναι ο νεότερος συγγραφέας στην ιστορία του θεσμού που κέρδισε αυτό το βραβείο) αλλά και τη διεθνή αναγνώριση, και μια μονογραφία για τον Γκουσμάν, ηγέτη της οργάνωσης «Φωτεινό Μονοπάτι».
