Oταν το 2001 σκηνοθετούσε την ταινία «John Q», ο Νικ Κασσαβέτης ζούσε στην κυριολεξία την εμπειρία του δυσάρεστου θέματός της: στο φιλμ ο Ντενζέλ Ουάσιγκτον υποδύεται έναν άπορο πατέρα ο οποίος, μη μπορώντας να συγκεντρώσει τα απαραίτητα χρήματα για τη ζωτικής σημασίας μεταμόσχευση που χρειάζεται το παιδί του, σε μιαν ύστατη πράξη απελπισίας αποφασίζει να ξεπεράσει κάθε όριο καταλαμβάνοντας διά της βίας το νοσοκομείο.
Την ίδια ακριβώς εποχή, η 14χρονη τότε κόρη του Κασσαβέτη, Σάσα, περίμενε να βρεθεί μεταμόσχευση οργάνου για τη δική της σωτηρία. Ο Κασσαβέτης δεν αντιμετώπιζε τα οικονομικά προβλήματα του John Q, αδυνατούσε όμως να βρει τον κατάλληλο δότη. « Ενας από τους λόγους που συμμετείχα στη δημιουργία αυτής της ταινίας είναι το ότι ξέρω τι σημαίνει να έχεις άρρωστο παιδί» είχε πει τότε. « Ηθελα να μεταφέρω σε κάθε γονέα αυτό το τρομερό συναίσθημα της ανάγκης να κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου για τη σωτηρία του παιδιού σου».
Η Σάσα γλίτωσε τον κίνδυνο, ο πατέρας της όμως- γιος του Τζον Κασσαβέτη και της Τζίνα Ρόουλαντς – φαίνεται ότι δεν ξέχασε ποτέ τη μαρτυρικότερη περίοδο της ζωής του. Οι ρίζες του θέματος της τελευταίας ταινίας του, «Η αδελφή μου κι εγώ», που βασίζεται στο μπεστ σέλερ της Τζόντι Πίκουλτ, είναι και πάλι ιατρικού περιεχομένου. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία ενός 11χρονου κοριτσιού (η Αμπιγκέιλ Μπρέσλιν του «Little miss Sunshine») που φθάνει στο σημείο να μισθώσει μεγαλοδικηγόρο ( Αλεκ Μπάλντουιν ) για να μηνύσει τους γονείς της ( Κάμερον Ντίαζ- Τζέισον Πάτρικ ) επειδή τη γέννησαν προκειμένου να σώσουν την πάσχουσα από λευχαιμία πρωτότοκη κόρη τους ( Σοφία Βασίλιεβα ).
Η στάση της μητέρας είναι ιδιαιτέρως σκληρή απέναντι στη δεύτερη κόρη της, την οποία, μέσα στη δική της απελπισία, αντιμετωπίζει σαν ανταλλακτικά οργάνων σώματος και μόνο.
«Εχοντας περάσει χρόνια ολόκληρα στα νοσοκομεία με την κόρη μου, μπορούσα να καταλάβω τη μητέρα» είπε μιλώντας για την ταινία ο Κασσαβέτης. «Για μένα όμως δεν τίθεται καν το ερώτημα “τι θα έκανες αν βρισκόσουν στη θέση της μητέρας;” ή “πώς μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο στο παιδί τους;”. Είναι τόσο ισχυρά τα συναισθήματα που νιώθω για την υγεία των παιδιών μου ώστε, αν με ρωτούσαν αν θα έκανα το ίδιο, θα απαντούσα καταφατικά. Ακούγεται τερατώδες, το ξέρω. Ωστόσο θα το έκανα».
Ακολουθώντας τα ίχνη του πατέρα του ο Νικ Κασσαβέτης εργάστηκε πολλά χρόνια ως ηθοποιός προτού, το 1996, στραφεί στη σκηνοθεσία, σκηνοθετώντας τη μητέρα του Τζίνα Ρόουλαντς στην ταινία «Χάρισέ μου τα άστρα» (συμπτωματικώς ο Νικ γεννήθηκε το 1959, χρονιά της πρώτης ταινίας του Τζον, των ριζοσπαστικών «Σκιών»).
Συνήθως υπογράφει τα σενάρια των δικών του ταινιών, αν και το 2001 συνυπέγραψε τον «Βασιλιά της κόκας» («Βlow») με τον Ντέιβιντ Μακ Κένα. Η ίδια ταινία είναι και η τελευταία ως σήμερα στην οποία δούλεψε ως ηθοποιός.
Η ευαισθησία του σε θέματα υγείας φάνηκε και στην τέταρτη σκηνοθετική δουλειά του, «Τhe notebook», όπου και πάλι η μητέρα του υποδύεται μια γυναίκα που πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ. « Εχω πολλές διαπραγματεύσεις με τον θάνατο » λέει ο Κασσαβέτης. «Εχασα πρόωρα τον πατέρα μου πριν από 20 χρόνια, ο ξάδελφός μου πέθανε εφέτος, η κόρη μου παραλίγο να πεθάνει και δεν έχει ξεφύγει τελείως από τον κίνδυνο. Αν φοβάμαι τον θάνατο; Βέβαια. Πάνω απ΄ όλα όμως είμαι εξοργισμένος με τον θάνατο, όπως όλοι μας. Δεν βγάζει νόημα που, όταν προσθέτεις τα πάντα μεταξύ τους, το αποτέλεσμα είναι ο θάνατος. Η τελική εξίσωση είναι ο πόνος και η οδύνη. Οχι μόνο για σένα, αλλά και για τους ανθρώπους που αφήνεις πίσω σου. Το αποτέλεσμα της εξίσωσης δεν μοιάζει να είναι το σωστό. Την ίδια ώρα όμως είναι υπέροχα τα όσα έχουμε στη ζωή. Είναι η ζωή μας και πρέπει πού και πού να το θυμόμαστε. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που γύρισα το “Η αδελφή μου κι εγώ”».
