Οταν έγινε η κλήρωση-καταρτισμός των ομίλων του εφετινού Τσάμπιονς Λιγκ, πολλοί έσπευσαν να πανηγυρίσουν με το γνωστό «Να, η ευκαιρία!» για Ολυμπιακό και ΑΕΚ. Και να τώρα, που, στου δρόμου τα μισά, η ευκαιρία για την περιβόητη ευρωπαϊκή υπέρβαση έδωσε φυσιολογικά τη θέση της στη γνώριμη ελληνική ποδοσφαιρική μιζέρια. Ιδού ο αποκαρδιωτικός απολογισμός: ο Θρύλος υπέστη δύο εντός έδρας ήττες (2-4 από την ισπανική Βαλένθια και 0-1 από την ιταλική Ρόμα) και απέσπασε μία ισοπαλία (2-2) στο Ντόνετσκ από την… τρύπια στην άμυνα ουκρανική Σαχτάρ. Η ΑΕΚ εισέπραξε δύο τριάρες εκτός έδρας (3-0 από την ιταλική Μίλαν και 3-1 από τη γαλλική Λιλ) και παραχώρησε μία εντός έδρας ισοπαλία (1-1) στη χλωμή βελγική Αντερλεχτ. Τουτέστιν, αντίο πρόκριση στους «16» του Τσάμπιονς Λιγκ και μάχη μέχρις εσχάτων για μετάταξη στο Κύπελλο UEFA. Στους ομίλους της δεύτερης τη τάξει διασυλλογικής διοργάνωσης… είδε και απόειδε να περάσει ο Παναθηναϊκός παραχωρώντας – ισοδύναμη με ήττα – ισοπαλία (1-1) στην… άγραφτη Μέταλουργκ Ζαπορίζια την οποία απέκλεισε νικώντας την (0-1) με τα χίλια ζόρια στη ρεβάνς της Ουκρανίας. Βελτιωμένο αλλά και με εμφανή τρωτά σημεία, ιδιαίτερα στην άμυνα, φάνηκε το Τριφύλλι στο πρώτο ματς των ομίλων, όπου νίκησε (2-0) τη Χάποελ Τελ Αβίβ με δύο γκολ-δώρα της ισραηλινής ομάδας. Οσο για τους άλλους τρεις εκπροσώπους του ελληνικού ποδοσφαίρου στο Κύπελλο UEFA, αφήστε τα καλύτερα… Η Ξάνθη εισέπραξε δύο τεσσάρες από τη ρουμανική Ντιναμό (3-4 στα Πηγάδια και 4-1 στο Βουκουρέστι), ο Ατρόμητος υποτάχτηκε δις στη Σεβίλλη (1-2 στη Ριζούπολη και 4-0 στην Ισπανία), ενώ ο Ηρακλής μολονότι νίκησε (1-0) την πολωνική Βίσλα στην Κρακοβία ηττήθηκε (2-0) στη Θεσσαλονίκη και αποχαιρέτησε τη διοργάνωση. Συμπέρασμα; Χειρότερα δεν γίνεται…
Ο σχεδόν καθολικός διασυρμός του ελληνικού ποδοσφαίρου και στον αγωνιστικό τομέα με τις διαδοχικές ήττες των ομάδων στα ευρωπαϊκά Κύπελλα – διότι, ας μην ξεχνάμε και τη διεθνή διαπόμπευση με τις κόκκινες κάρτες της FIFA εξαιτίας των ψευτοτσαμπουκάδων του υφυπουργού Ορφανού στην κομματική και προσωπική βεντέντα του με τον πρόεδρο της ΕΠΟ Γκαγκάτση – ήρθε να υπογραμμίσει ότι το λούστρο του ονόματος της Σούπερ Λίγκας δεν αρκεί για να κάνει ανταγωνιστικούς στα ευρωπαϊκά γήπεδα τους (αυτο)αποκαλούμενους «μεγάλους» του ελληνικού ποδοσφαίρου. Αυτούς που διαχρονικά αναδείχνονται εγχώριοι πρωταθλητές (και με την εκάστοτε παράγκα), αλλά όταν εισπράττουν τα ηχηρά ευρωπαϊκά χαστούκια για να ρίξουν στάχτη στα μάτια μερίδας αφελών οπαδών δεν τους μένει παρά να βαυκαλίζονται ότι είναι πρώτοι στο χωριό του… ελληνικού πρωταθλήματος.
Τι(ς) φταίει όμως; Διότι δεν αποτελούν εξήγηση οι γελοιότητες του οπαδικού Τύπου περί κάποιας μυστηριώδους κατάρας που κατατρέχει τις ελληνικές ομάδες – και ειδικά τον Θρύλο – στο Τσάμπιονς Λιγκ. Τι να δείχνει άραγε η κατάρρευση συνήθως στο τελευταίο 5λεπτο – 10λεπτο όπου ο Ολυμπιακός έχει υποστεί αλλεπάλληλες ανατροπές του σκορ, εισπράττοντας στο φινάλε τριάρες και τεσσάρες;
Ασφαλώς υφίσταται θέμα ψυχολογίας «μικρής ομάδας» για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Πόσο όμως αυτό έχει να κάνει και με την πραγματικότητα της μικρής ομάδας όσον αφορά τα οικονομικά μεγέθη; Διότι οι τεράστιες διαφορές στα μπάτζετ αποτελούν θεμελιώδη παράμετρο που καθορίζει την πορεία των ομάδων στις ευρωπαϊκές ποδοσφαιρικές διοργανώσεις και δη στην κορυφαία που είναι το Τσάμπιονς Λιγκ.
Οταν για παράδειγμα, όσα (25 εκατ. ευρώ) έδωσε η Βαλένθια για την απόκτηση ενός μόνο παίκτη (Χοακίν) είναι περίπου το ετήσιο μπάτζετ της ΠΑΕ Ολυμπιακός γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της διαφοράς. Ωσαύτως, ενδεικτικό του χάσματος που χωρίζει την ΑΕΚ από τον οικονομικό κολοσσό που λέγεται Μίλαν, είναι – συγκριτικά πάντα με το φτωχό ετήσιο μπάτζετ (περί τα 11 εκατ. ευρώ) της Ενωσης – το ποσόν των 15 εκατ. ευρώ που δαπάνησε η ομάδα του Μπερλουσκόνι για την απόκτηση ενός μόνο παίκτη (Ρικάρντο Ολιβέιρα)…
* Ο κανόνας και οι εξαιρέσεις
Ασφαλώς, λοιπόν, η ψαλίδα στα οικονομικά καθορίζει κατά κανόνα και τα αποτελέσματα στον αγωνιστικό τομέα. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις. Αίφνης η Σπόρτινγκ Λισαβόνας που νίκησε στην έδρα της την Ιντερ. Η ιταλική ομάδα έχει βεβαίως πολλαπλάσιο μπάτζετ από την πορτογαλική. Οσα δαπάνησε εφέτος η Ιντερ μόνο για την απόκτηση των Βιεϊρά και Ιμπραΐμοβιτς προφανώς ξεπερνούν τον ετήσιο προϋπολογισμό της Σπόρτινγκ. Και όμως η Ιντερ έχασε στη Λισαβόνα!
Υπάρχει ακόμη η περίπτωση της Στεάουα Βουκουρεστίου που φιλοδώρησε με τεσσάρα στο Κίεβο την ασφαλώς πλουσιότερη (με μπάτζετ γύρω στα 85 εκατ. ευρώ) ουκρανική Ντιναμό, καθώς η συνολική αξία των παικτών της ρουμανικής ομάδας – παρεμπιπτόντως οι 23 από τους 25 παίκτες της είναι Ρουμάνοι – δεν ξεπερνά τα 11 εκατ. ευρώ.
Αλλά και ο Ολυμπιακός το 2004 δεν κέρδισε στην έδρα του Λίβερπουλ, Λα Κορούνια και Μονακό που επίσης έχουν πολλαπλάσιο προϋπολογισμό; Μπορεί λοιπόν να συμβεί και αυτό. Απλά, θα συμβεί μία στις τόσες για να αποτελεί τελικά την εξαίρεση που θα επιβεβαιώνει τον κανόνα… Οτι δηλαδή και στο ποδόσφαιρο κυριαρχεί ο νόμος του οικονομικά – κατ’ επέκταση και αγωνιστικά – ισχυροτέρου.
Ιδιαίτερη ασφαλώς είναι η σχιζοφρενική περίπτωση του Παναθηναϊκού που παραχώρησε εντός έδρας ισοπαλία στην… άγραφτη στον ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό χάρτη ουκρανική Μέταλουργκ Ζαπορίζια. Εδώ πλέον η… επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά! Ποια μπάτζετ και… πράσινα άλογα; Η περίπτωση του ΠΑΟ δεν εντάσσεται ούτε στον κανόνα ούτε στην εξαίρεσή του.
Αλλωστε, σαφώς μικρότερο μπάτζετ από το τωρινό (του) είχε ο Παναθηναϊκός το 2001-2002 και το 2002-2003 όταν έφτασε αντιστοίχως στους «8» του Τσάμπιονς Λιγκ (αποκλείστηκε από την Μπαρτσελόνα νικώντας την 1-0 στη Λεωφόρο και χάνοντας 1-3 στη Βαρκελώνη) και στους «8» του Κυπέλλου UEFA (αποκλείστηκε από την Πόρτο νικώντας την 1-0 στην Πορτογαλία και χάνοντας 2-0 στην Αθήνα).
* Ανυποληψία και απαξίωση
Σύμφωνα με τον κανόνα πάντως, είναι φυσιολογικό τα μεγάλα ευρωπαϊκά «σουπερμάρκετ της μπάλας» να βάζουν λουκέτο στα ελληνικά… μπακάλικα της ποδοσφαιρικής αγοράς. Αν αυτό ορίσουμε ως «κατάρα» για τις ελληνικές ομάδες, ε, τότε, σύμφωνοι: όπου φτωχός – και συνάμα ανυπόληπτος – και η μοίρα του… Διότι υπάρχει και η άλλη πλευρά: παίκτες (και προπονητές) εγνωσμένης αξίας και αυτό που λέμε «ονόματα» δεν έρχονται στις ελληνικές ομάδες. «Τρύπια», λέει, η άμυνα του Ολυμπιακού στην ήττα από τη Βαλένθια. Εντάξει, εντελώς κουρελού… Αλλά πώς να την μπάλωνε, παρά με Ουαντού; Μήπως θα έπαιρνε τον Καναβάρο και τον Τουράμ που έφυγαν από την υποβιβασθείσα Γιουβέντους; Μα και να μπορούσε και να ήθελε να δαπανήσει τα τεράστια μεταγραφικά κονδύλια που απαιτούνταν, θα προτιμούσαν αυτοί τον Θρύλο από Ρεάλ και Μπαρτσελόνα αντίστοιχα;
Μην πάμε μακριά, άλλωστε. Αν αληθεύουν τα ποσά που ακούστηκε ότι έδιναν εφέτος ο Ολυμπιακός για τον Βραζιλιάνο Ζε Ρομπέρτο και ο Παναθηναϊκός για τον Αργεντινό Σαβιόλα, τότε πράγματι ήταν μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα που τους πρόσφεραν άλλες ευρωπαϊκές ομάδες. Κι όμως, αυτοί απαξίωσαν να αγωνιστούν στο αναξιόπιστο ελληνικό πρωτάθλημα και ας επρόκειτο να έρθουν στη χώρα που η εθνική ομάδα της αναδείχτηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης το 2004…
* Χάσμα ποιοτικής διαφοράς
Ερχεται όμως, καθώς φαίνεται, η ώρα που το ελληνικό ποδόσφαιρο θα ξεγυμνωθεί εντελώς και θα πάψει να εκπροσωπείται από 6 ομάδες (2 στο Τσάμπιονς Λιγκ και 4 στο Κύπελλο UEFA) στις διασυλλογικές ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Εκτός και αν δημιουργηθούν ποιοτικές και κατά συνέπεια ανταγωνιστικές ελληνικές ομάδες. Πώς όμως; Οπως εύστοχα το είχε διατυπώσει κάποτε ο τότε πρόεδρος της ΠΑΕ Παναθηναϊκός Γ. Βαρδινογιάννης «οι ομάδες δεν αγοράζονται, φτιάχνονται».
Με δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις όμως. Πρώτον, δουλειά σε βάθος χρόνου στο επίπεδο της υποδομής (οργάνωση, πρόγραμμα, «φυτώρια», σκάουτινγκ, κλπ.) συν τις απαιτούμενες προσθήκες κάποιων φτασμένων ονομάτων για τα οποία προφανώς πρέπει να δαπανηθούν σεβαστά ποσά και όχι να γίνονται ψώνια από το πανέρι με ξένους ποδοσφαιριστές δεύτερης και τρίτης διαλογής… Δεύτερον, να μη λειτουργούν τα αφεντικά των ΠΑΕ κάτω από την πίεση του (παραγοντικού και οπαδικού) νόμου που απαιτεί από τον εκάστοτε προπονητή τίτλους εδώ και τώρα. Διότι πολλά έχουμε ακούσει κατά καιρούς για σχεδιασμούς, πενταετή πλάνα και άλλα ωραία και ευρωπαϊκά, τα οποία όμως πετιούνται στο καλάθι των αχρήστων με την πρώτη στραβή…
Συμπέρασμα: Γιατί οι λεγόμενες «μεγάλες» ελληνικές ομάδες πατώνουν στην Ευρώπη; Γιατί, απλούστατα, είναι – από κάθε άποψη – μικρές για τα υψηλά στάνταρτ της ελίτ των ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών συλλόγων. Κακά τα ψέματα, αλλά για να έρθουν (και) τα καλά αποτελέσματα στην Ευρώπη, χρειάζεται να γεφυρωθεί το χάσμα της ποιοτικής διαφοράς σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, οργανωτικό, αγωνιστικό) που συνθέτουν το στάτους μιας ομάδας. Και επί του παρόντος, δεν διαφαίνεται κάποιο φως στην άκρη του ελληνικού ποδοσφαιρικού τούνελ.
