Χρειάζεται διπλωματική υπηρεσία μια χώρα σήμερα, στην εποχή της κοσμογονικής παγκοσμιοποίησης και των εκατοντάδων διεθνών πολιτικών και οικονομικών οργανώσεων; Χρειαζόμαστε τους «σοβαροφανείς, περισπούδαστους, κατά βάση ανεξέλεγκτους και αρνούμενους να πουν το ναι» κυβερνητικούς τύπους – άνδρες και γυναίκες; Το ερώτημα το θέτει έμμεσα ο βρετανός πρώην διπλωμάτης Κάρνι Ρος στο βιβλίο του «Independent Diplomat: Dispatches from an Unaccountable Elite» (Εκδοση Cornell University, Press, 2007, σελ 243, $25). Η απάντησή του, έμμεση και αυτή, είναι «ναι», τους χρειαζόμαστε. Αλλά τους θέλουμε κάπως διαφορετικούς. Ο συγγραφέας δεν μας το διευκρινίζει. Περιορίζεται να μας παραπέμψει στη μνημειώδη εκείνη περιγραφή του άγγλου γραφειοκράτη σερ Χένρι Γουότον του 16ου αιώνα ο οποίος θεωρούσε ότι «ο διπλωμάτης είναι ένας έντιμος άνθρωπος τον οποίον η κυβέρνησή του στέλνει στο εξωτερικό για να λέει ψέματα». Ως ευφυολόγημα-αντίκα δεν είναι κακό και ως έναν βαθμό, που όσο πάει περιορίζεται, δεν είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα.
Αλλά ο διπλωμάτης – ένας ειδικά μορφωμένος κρατικός υπάλληλος σε μια πολύ ελίτ εργασία – δεν είναι ένα οποιοδήποτε κομματάκι της κρατικής μηχανής μιας χώρας. Είναι αυτός που θα υλοποιήσει αποφάσεις που έλαβε η κυβέρνησή του σε διεθνείς χώρους και μολονότι τυγχάνει κάποιας ειδικής μεταχείρισης από την κυβέρνησή του και εν μέρει και από την κοινή γνώμη – ασυλία την ονομάζει ο Ρος, ανεπιτυχώς νομίζω -, είναι δέσμιος των εθνικών καταβολών του και βρίσκεται συνεχώς υπό το άγχος της ευθύνης την οποία φέρει. Δεν είναι λίγοι εκείνοι – σε μια σειρά από χώρες – που υπό ένα τέτοιο βάρος παραιτούνται, αποχωρούν από την υπηρεσία και κατόπιν οδηγούνται στην αμφισβήτηση της χρησιμότητας των διπλωματών στις ημέρες μας. [Το «New York Review» παρουσίασε το βιβλίο του Ρος με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Are Diplomats Necessary?”]
Ο Ρος είναι απογοητευμένος από τη (μόλις) 15χρονη θητεία του στο Φόρεϊν Οφις και ένας απογοητευμένος δεν μπορεί να δει το θέμα που πραγματεύεται αντικειμενικά. Υπηρέτησε σε διάφορες σημαντικές θέσεις (Οσλο, Μπον, Καμπούλ, Κοσσυφοπέδιο, ΟΗΕ) και το ένα πόστο μετά το άλλο τού πρόσθεταν ανησυχίες για τον ρόλο που διαδραμάτιζε, αλλά εκείνο που τον ενόχλησε όσο τίποτε άλλο φαίνεται ότι ήταν η εμπειρία του από τον ΟΗΕ. Φτάνει στο σημείο να παρομοιάζει το έργο και τις διαβουλεύσεις στον διεθνή οργανισμό με… τις Βερσαλλίες: «Ακριβώς όπως στα ενδότερα των Βερσαλλιών τα γραφεία του Γενικού Γραμματέα είναι απολύτως απρόσιτα» γράφει. Προσωπικά λυπούμαι που δεν μου ζήτησε ποτέ να τον οδηγήσω, με κάθε ευκολία, στον 38ο όροφο του κτιρίου με ένα από τα έξι ασανσέρ του. Ο Ρος βλέπει τον κόσμο από πολύ στενή οπτική γωνία, πιστεύει ότι η διπλωματία έχασε στις ημέρες μας «το όποιο ηθικό και πολιτικό άρωμα που είχε ποτέ» και τον θλίβει το γεγονός ότι οι μικρές και χωρίς στρατηγική σημασία χώρες υστερούν αφάνταστα έναντι των μεγάλων και ισχυρών χωρών σε δημόσια προβολή και υποστήριξη των συμφερόντων τους.[Ο Ρος ίδρυσε και είναι σήμερα διευθυντής ενός γραφείου το οποίο «παρέχει συμβουλές» ακριβώς σε μικρές χώρες]. Ετσι αφηρημένα και με υπερβολές, ο Ρος πραγματεύεται το θέμα του εξάγοντας, φυσικά, γενικευμένα συμπεράσματα. Εννοείται ότι πολλές παρατηρήσεις του για την «πολιτική συναλλαγή» των διπλωματών έχουν βάση, όπως και η δυσφορία που νιώθει για τους διπλωμάτες που εγκαταλείπουν τις «βασικές ηθικές αξίες με τις οποίες εκπαιδεύτηκαν» κατόπιν άνωθεν εντολής είτε χάριν αμφίβολων εθνικών και κομματικών συμφερόντων. Και εδώ ο Ρος μάς αποκαλύπτει ορισμένα πράγματα που δικαιολογούν την απογοήτευση ενός ανθρώπου ο οποίος θέλει να μείνει πολιτικά ηθικός. Ισως τα σημεία αυτά του βιβλίου του να είναι τα περισσότερο ενδιαφέροντα.
Ο Ρος ήταν εξαρχής εναντίον του πολέμου στο Ιράκ και, πολύ περισσότερο, της συμμετοχής της Βρετανίας σε αυτόν. Τώρα μας αποκαλύπτει διάφορα περιστατικά που «μόνο θλίψη και απογοήτευση προκαλούν» όπως το 1998, όταν η Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας του ΟΗΕ έκρινε ότι η Βαγδάτη είχε απαντήσει ικανοποιητικά στις υποχρεώσεις της εκτός από ένα – δυο μικρής σημασίας τεχνικά ζητήματα. Οι ΗΠΑ και η Βρετανία εμπόδισαν να γίνει η οποιαδήποτε δημόσια ανακοίνωση και ο λόγος ήταν ότι μια τέτοια ανακοίνωση θα υπονόμευε την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ακριβώς επειδή ήταν σημαντική. Σε μιαν άλλη περίπτωση, ο βρετανός πρέσβης Ρίτσαρντ Μπάτλερ ήρθε σε σύγκρουση με τον ρώσο ομόλογό του Σεργκέι Λαβρόφ (τον σημερινό υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας). Ως επικεφαλής της ομάδας των επιθεωρητών του ΟΗΕ για το Ιράκ, ο Μπάτλερ δήλωσε στη Μόσχα ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν συνεργαζόταν σταθερά και ικανοποιητικά με τον ΟΗΕ, αλλά στη Νέα Υόρκη δήλωσε ακριβώς τα αντίθετα. Σε μιαν άλλη περίπτωση, το 1998 οι ΗΠΑ και η Βρετανία ζήτησαν την υποστήριξη της Ρωσίας σε μιαν απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας για το Ιράκ. Ο Λαβρόφ τους ρώτησε αν η σχετική αγγλοαμερικανική πρόταση τους έδινε δικαίωμα χρήσης όπλων στο Ιράκ. Η Βρετανία απάντησε αρνητικά, αλλά όταν τον Δεκέμβριο εκείνου του έτους άρχισε η επιχείρηση «Αλεπού της Ερήμου» και η βρετανική αεροπορία βομβάρδιζε το Ιράκ, η Βρετανία επέμεινε δημοσίως ότι η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας τής έλυνε τα χέρια και την κάλυπτε. Οι πρέσβεις της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Κίνας έκριναν ότι η Βρετανία ήταν αφερέγγυα χώρα.
Αυτά οδήγησαν τον Κάρνι Ρος σε παραίτηση από τη βρετανική διπλωματική υπηρεσία – όπως λίγα χρόνια αργότερα τον αμερικανό ομόλογό του και σύμβουλο στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας Τζον Μπρέιντι Κίσλιγκ. Ολα αυτά φαίνεται να προκάλεσαν την απογοήτευση του Ρος γενικά για τον κόσμο των διπλωματών και τη διπλωματική υπηρεσία, γεγονός που τον παρότρυνε να γράψει το βιβλίο.
Ο κανόνας και η επιβεβαίωση
Δύο πρόσφατες εξελίξεις στον διεθνή χώρο υπογραμμίζουν τη σημασία της διπλωματίας και τον ρόλο των διπλωματών στη διασφάλιση της ειρήνης. Η Βόρεια Κορέα συγκατένευσε στην εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματός της ύστερα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις τις οποίες έκαναν αποκλειστικά διπλωμάτες πέντε χωρών με τους βορειοκορεάτες ομολόγους τους. Αποτέλεσε «θρίαμβο της διπλωματίας» δήλωσε ο αμερικανός αντιπρόσωπος, κάνοντας και έναν, έμμεσο αλλά σαφή, υπαινιγμό για την αποτυχία της τακτικής των στρατιωτικών εκφοβισμών που ακολουθούσαν ως τότε η Ουάσιγκτον και η Πιονγιάνγκ.
Εργο των διπλωματών είναι και η συμμετοχή της Ευρώπης στη μεθαυριανή διάσκεψη για το Παλαιστινιακό στην Ανάπολη των ΗΠΑ. Αρχικά οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ήθελαν να είναι μία τριμερής διάσκεψη, με τη συμμετοχή των Παλαιστινίων. Οι Ευρωπαίοι όμως ζήτησαν και ύστερα από πολύμηνες διαβουλεύσεις εξασφάλισαν τη συμμετοχή τους στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος η λύση του οποίου τους ενδιαφέρει πολλαπλώς. Στην τροπή αυτή πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε και η ελληνική διπλωματία. Ο δρόμος άνοιξε όταν πέρυσι στη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας η υπουργός κυρία Μπακογιάννη συγκέντρωσε άλλους δέκα ομολόγους της του Συμβουλίου και συζήτησαν το Παλαιστινιακό, καταλήγοντας στο ότι η Ευρώπη είχε να παίξει σοβαρότατο και θετικό ρόλο στη λύση του. Ως επιστέγασμα ήρθε η πρόσκληση να συμμετάσχει η Ελλάδα στη διάσκεψη της Αναπολης – μόνη χώρα μαζί με την Ιταλία των οποίων οι υπουργοί θα παραστούν ως εκπρόσωποι χώρας και όχι ως μέλη ευρωπαϊκών οργανισμών (τρόικα κ.ά.) όπως άλλοι Ευρωπαίοι.
