Ε ίναι πολύ πικρό να αποχαιρετάμε για πάντα τη φίλη και σπουδαία καλλιτέχνιδα Νίκη Καναγκίνη (φωτογραφία). Ομως ακόμη πιο πικρό είναι να χάνουμε μια γυναίκα δημιουργό που ενσάρκωνε το ήθος της ωραίας χειρονομίας. Η Νίκη Καναγκίνη ήταν μια από τις λίγες εκείνες προσωπικότητες του πολιτιστικού χώρου που με αξιοθαύμαστη συνειδητότητα συνέδεε το έργο και την καλλιτεχνική δράση της, τον τρόπο ζωής, την ανθρώπινη ανταλλαγή και τη στάση της απέναντι στους άλλους με μιαν ηθική αυτόνομη: την επίκληση του ωραίου. Και αυτή η έκκληση δεν χαρακτηριζόταν από κάτι το επιφανειακό ούτε καν από κάτι απλώς «εστέτ». Ηταν η απόρροια της βαθιάς ανάγκης για μια ταιριαστή ενότητα τέχνης και ζωής, αίτημα αξεπέραστο και παλιά ουτοπία που ποτέ δεν χάθηκε από τον ορίζοντα της Νίκης. Ηταν το καταστάλαγμα ενός ευγενικού, καλού αγώνα με τα πράγματα και τις καταστάσεις, μιας αποφασιστικής και ακέραιης στάσης μπροστά στα ανοιχτά ζητήματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της γυναικείας ταυτότητας. Στην περίπτωση της Νίκης Καναγκίνη το ωραίο ποτέ δεν έπαψε να επανακάμπτει εκθαμβωτικά σαν εξιδανικευτική αναγωγή σε όλες τις καλλιτεχνικές προτάσεις και αναζητήσεις της, σε όλες τις πολιτιστικές παρεμβάσεις και δραστηριότητές της, σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς της.
Στην εποχή μας, τώρα που η ατομικότητα εξαφανίζεται κάτω από την πίεση των στερεοτύπων και της ομοιογενοποίησης, σε καιρούς όπου επικρατούν οι συμβατικότητες και οι κονφορφισμοί, η καλλιτεχνική χειρονομία της Νίκης Καναγκίνη ήταν ωραία γιατί διεκδικούσε την ιδιαιτερότητα, το ξεχωριστό ίχνος, το μυστικό κάθε προσώπου. Τη γοήτευαν τα αντικείμενα που είχαν «αγιάσει» ανθρώπινα χέρια. Εντόπιζε τον πολιτισμό στις «ταπεινές» ενασχολήσεις ή στις μυθιστορηματικές στιγμές της γυναικείας μέρας που ενδέχεται να περάσουν απαρατήρητες, επειδή είχε επίγνωση της ανυπολόγιστης αξίας που έχουν η εμπειρία και το βίωμα, η παραμικρή προσπάθεια και κατάθεση μόχθου, η προσδοκία και το όνειρο.
Είχα την τύχη να συνεργαστώ πολλές φορές μαζί της στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αργους και της Θερινής Ακαδημίας του Εθνικού Θεάτρου. Από τις αλησμόνητες εκείνες συνεργασίες θα ήθελα να μνημονεύσω τη γενναιόδωρη προσφορά του ωραίου όταν η Νίκη Καναγκίνη, σαν με ραβδί νεράιδας, μεταμόρφωνε τη Δημοτική Αγορά του Αργους σε στυλιζαρισμένο και τυχαίο τόπο δημόσιας συνάθροισης για να γιορταστούν οι αισθήσεις. Οταν αναδείκνυε τη μαγική διάσταση ενός εγκαταλελειμμένου αρχοντικού στη Μυτιλήνη και τη συνέδεε με την αίγλη του γυναικείου στολισμού. Οταν, στην Κέρκυρα, μέσα από έναν διάλογο με τον χώρο του Μουσείου Παλαιόπολης-Μον Ρεπό και το Θέατρο, κατέληγε σε μια βιντεο-εγκατάσταση που είχε την πυκνότητα και λιτότητα ιαπωνικού Χάικου. Οταν αυτή που έζησε την αγωνία της νεωτερικότητας σαν την περιπέτεια του νομάδα, έχοντας το πνεύμα σε διαρκή κίνηση και την ψυχή όλο ερωτηματικά, συνόψιζε στην Αλεξανδρούπολη το οικογενειακό της οδοιπορικό αλλά και την ανθολογία της προσφυγιάς σε ένα απομεινάρι νυφιάτικης δαντέλας και σε ένα μονόγραμμα.
Η Νίκη Καναγκίνη έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή. Η ανάμνησή της μένει ωραία. Μέσα από τη γεμάτη ενέργεια εικόνα της, τις επιλογές της όπου η σκέψη και η γνώση συνδυάζονταν με την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό, όπου συνυπήρχαν η εσωτερικότητα και η κομψή εξωτερίκευση, θα προβάλει το ύφος της ωραίας χειρονομίας. Παρήγορο. Μια πολυτέλεια που εκείνη μπορεί να μας εξασφαλίζει ακόμη και νεκρή.
