Ο τελευταίος θρύλος
Για κάποιους ήταν ο μεγαλύτερος ζωγράφος του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, πηγαίος και διαρκώς ανανεούμενος δημιουργός, που κατέλυσε τα όρια της τέχνης δίχως ποτέ να εγκλωβιστεί σε ένα κίνημα ή ύφος. Για κάποιους άλλους, ένας μέτριος καλλιτέχνης που άθελά του σχεδόν εκμεταλλεύθηκε τη συγκυρία της αμερικανικής μεταπολεμικής avant garde και έγινε διάσημος χωρίς να το αξίζει. Η επίσημη ιστορία της τέχνης τον θέλει να κυριαρχεί στη μετα-pop εποχή και να επηρεάζει τη σύγχρονη τέχνη όσο λίγοι. Την ίδια στιγμή όμως ποτέ δεν έπαψαν οι ψίθυροι ότι το να σταδιοδρομήσει κάποιος επειδή μία ημέρα αποφάσισε να πετάξει μπογιά πάνω στο πάπλωμά του μάλλον ανησυχία θα έπρεπε να προκαλεί. Σε κάθε περίπτωση, ένας θρύλος της μοντέρνας τέχνης – ίσως ο τελευταίος – πέθανε προχθές: ο Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ άφησε τη ζωή και την τέχνη στα 82 του χρόνια, την περασμένη Δευτέρα, στη νήσο Καπτίβα της Φλόριδας.
Ο διάσημος κριτικός τέχνης Ρόμπερτ Χιουζ, στο βιβλίο του «American Visions», είχε χαρακτηρίσει τον καλλιτέχνη «πρωτογενή ιδιοφυΐα που έδειξε στην Αμερική ότι όλη η ζωή μπορεί να είναι ανοιχτή στην τέχνη». «Ο Ράουσενμπεργκ» γράφει ο Χιουζ «δεν έδινε δεκάρα για τη συνέπεια ή για την επιμέλεια της φήμης του. Οι προτιμήσεις του ήταν πάντοτε εύκολες, παμφάγες και γεμάτες ρίσκο, είχε όμως ένα μεγαλείο στην ψυχή του και έναν πλούτο στην ιδιοσυγκρασία του που θύμιζαν τον Γουόλτ Γουίτμαν». Ο ίδιος ο καλλιτέχνης σίγουρα δήλωνε «παμφάγος»: «Συνήθως δουλεύω προς μία κατεύθυνση ώσπου να μάθω πώς να κάνω κάτι και ύστερα σταματάω. Τη στιγμή που θα βαρεθώ ή θα καταλάβω – χρησιμοποιώ αυτές τις λέξεις εναλλακτικά – μια άλλη όρεξη έχει σχηματιστεί». Και πράγματι ο Ράουσενμπεργκ, στη μακρά σταδιοδρομία του, υπήρξε παραγωγικότατος ζωγράφος αλλά και φωτογράφος, χαράκτης, χορογράφος, σκηνογράφος, ηθοποιός, ακόμη και συνθέτης. Το κατά πόσον όμως κάτι από όλα όσα έκανε εξακολουθεί να έχει σημασία δεν τους βρίσκει όλους σύμφωνους: κατά τον διακεκριμένο αμερικανό καλλιτέχνη Τζίμι Ντάρεμ, όπως προκύπτει από συνέντευξή του στο «Βήμα», «δεν μπορείς ούτε να δεις τον Ράουσενμπεργκ σήμερα. Ολη του η ενέργεια έχει εξαφανιστεί…».
Το πραγματικό όνομά του ήταν Μίλτον Ράουσενμπεργκ και είχε γεννηθεί το 1925 στο Πορτ Αρθουρ του Τέξας. Ανατράφηκε ως χριστιανός φονταμενταλιστής και η πρώτη παρόρμηση στη νεότητά του ήταν να γίνει ιεροκήρυκας, όμως, κατά τα λεγόμενά του, εγκατέλειψε την ιδέα επειδή η εκκλησία του απαγόρευε τον χορό. «Ελεγαν ότι ήμουν αργόστροφος» είχε πει κάποτε. «Οσο οι συμμαθητές μου διάβαζαν τα βιβλία τους, εγώ σχεδίαζα στα περιθώρια». Υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δίχως όμως να πολεμήσει, και δεν είχε καμία σχέση με την τέχνη, ώσπου επισκέφθηκε πρώτη φορά μουσείο στα 18 χρόνια του. Οταν απολύθηκε από το ναυτικό χρησιμοποίησε τις αποδοχές από τη θητεία του για να πληρώσει τα δίδακτρα της σχολής καλών τεχνών και άλλαξε το όνομά του σε «Ρόμπερτ», επειδή του φαινόταν «πιο καλλιτεχνικό». Φοίτησε στο Kansas City Art Institute και αργότερα στη διάσημη πρότυπη σχολή Black Mountain College της Βόρειας Καρολίνας, όπου συμμαθητές του ήταν ο χορογράφος Μερς Κάνινγκχαμ και ο συνθέτης Τζον Κέιτζ. Στη συνέχεια φοίτησε στην Art Students League της Νέας Υόρκης.
Στους πρώτους πίνακές του ο Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ ήδη χρησιμοποιούσε ετερόκλητα υλικά, όπως τσαλακωμένες εφημερίδες, πραγματικά διάσημος ωστόσο άρχισε να γίνεται με τα λεγόμενα «combines», στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Επρόκειτο για παράξενα ασαμπλάζ υλικών, από μπουκάλια και υφάσματα ως σαμπρέλες ή ταριχευμένα ζώα, τα οποία συνδύαζε μαζί με χρώματα σε ζωγραφικές επιφάνειες. Μολονότι η πρακτική αυτή – η χρήση καθημερινών αντικειμένων – τον συνέδεσε στενά με το κίνημα της pop art, δεν ταυτίστηκε τόσο με αυτό όσο ο εραστής του και επίσης θρυλικός καλλιτέχνης Τζάσπερ Τζονς, ούτε ο Ράουσενμπεργκ έφτασε σε σημείο να δοξάσει την pop κουλτούρα όσο ο Αντι Γουόρχολ ή ο Ρόι Λίχτενσταϊν. Πολύ πιο προσηλωμένος στη φόρμα και στα υλικά ο Ράουσενμπεργκ διατήρησε μια σύνδεση με τον εξπρεσιονισμό. Αναγνωρισμένος όσο λίγοι σε όλο τον κόσμο ο Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ διακρίθηκε πλειστάκις, με κορυφαία ίσως διάκριση το βραβείο της Μπιενάλε της Βενετίας το 1964, και τιμήθηκε με πολλές αναδρομικές εκθέσεις, με πιο γνωστή ανάμεσά τους ίσως αυτή του 1998, στο Μουσείο Guggenheim της Νέας Υόρκης.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ ίδρυσε την οργάνωση Change Inc., η οποία προσφέρει ιατρική βοήθεια σε καλλιτέχνες με οικονομικές δυσκολίες. Ερωτηθείς ο ίδιος για την προσμονή του θανάτου, σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, είχε απαντήσει: «Δεν θέλω να φύγω ποτέ. Δεν έχω την αίσθηση μιας μεγάλης αλήθειας για τον άλλο κόσμο και τα πόδια μου είναι πολύ άσχημα για να φοράω χρυσές παντούφλες. Αλλά προσπαθώ να επεξεργαστώ τον φόβο μου. Και ο φόβος μου είναι ότι κάτι ενδιαφέρον θα συμβεί και θα το χάσω».
