Ενας από τους λόγους για τους οποίους αγάπησα τον «Νεκρό» («Dead man», 1995) του Τζιμ Τζάρμους που επαναπροβάλλεται αυτή την εποχή στις αίθουσες Βοξ και Ψυρρή είναι ότι σε αυτή την ταινία ο Ρόμπερτ Μίτσαμ λέει το κινηματογραφικό «αντίο» του (πέθανε δύο χρόνια μετά το γύρισμά της). Το γερασμένο αλλά γρανιτένιο πρόσωπό του – ένας χάρτης πάνω στον οποίο βρίσκονται κρυμμένα 78 πολυτάραχα χρόνια γεμάτα εμπειρίες – στάζει μαγκιά, τσαμπουκά και μελαγχολία. Ο ρόλος του δεν διαρκεί πολύ, αλλά είναι αρκετός για να γεμίσει την οθόνη ενώ υποδύεται τον προύχοντα της πλούσιας βιομηχανικής πόλης της Αγριας Δύσης, ο οποίος μετατρέπει σε κόλαση τη ζωή του Τζόνι Ντεπ.
Σκληρό αλλά και χιουμοριστικό, αυτό το οδοιπορικό στο Φαρ Ουέστ του 19ου αιώνα είναι η πιο παράξενη ταινία του Τζάρμους και εκείνη με τα περισσότερα «κλεισίματα ματιού». Για παράδειγμα, ο ήρωας του Ντεπ έχει το όνομα του βρετανού ποιητή Γουίλιαμ Μπλέικ (1757-1827), από τον οποίο άλλωστε ο Τζάρμους έχει «δανειστεί» αρκετά στοιχεία για την ποιητική αφήγησή του. Τα ονόματα των δύο στρατιωτικών που σκοτώνει ο Μπλέικ στην ταινία είναι Λι και Μάρβιν, παραπέμποντας στον ηθοποιό Λι Μάρβιν που (όπως και ο Μίτσαμ) διέπρεψε στο κλασικό αμερικανικό γουέστερν. Με συνοδεία το γρατσούνισμα της κιθάρας του Νιλ Γιανγκ, με τον Ιγκι Ποπ σε ρόλο γριάς φαφούτας, με «καθρέφτη» την ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ρόμπι Μίλερ και με τον γίγαντα Μίτσαμ σε πλήρη φόρμα, ο σκηνοθέτης δίνει μια ανατρεπτική, σχεδόν σουρεαλιστική άποψη πάνω στο κινηματογραφικό γουέστερν καταρρίπτοντας τη μυθική κληρονομιά μιας χώρας με «νεκρή» ιστορία.
