Στις 22 Ιουνίου 1938 άνδρες της NKWD, όπως ονομάζονταν τότε οι σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες, εισέβαλαν στο διαμέρισμα του μηχανικού αεροσκαφών Σεργκέι Πάβλoβιτς Κορολιόφ και τον συνέλαβαν. Με συνοπτικές διαδικασίες – και αφού πρώτα τον ξυλοκόπησαν – του απέσπασαν μια ομολογία, ότι με τις πράξεις του υπονόμευε το σοβιετικό καθεστώς, και χωρίς να τον περάσουν από δίκη τον καταδίκασαν σε 10 χρόνια καταναγκαστικής εργασίας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Ο Κορολιόφ, αφού τον μετακινούσαν επί έξι μήνες, κατέληξε στο χειρότερο γκουλάγκ (στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας), την Κολύμα, όπου το 30% των κρατουμένων πέθαινε κάθε χρόνο από τις κακουχίες. Ο Κορολιόφ επέζησε αλλά έχασε όλα του τα δόντια και απέκτησε σοβαρά καρδιακά προβλήματα. Επειτα από παραμονή πέντε μηνών στην Κολύμα, η περίπτωσή του επανεξετάστηκε και η ποινή του μειώθηκε στα οκτώ χρόνια. Μεταφέρθηκε στη συνέχεια σε ειδικό στρατόπεδο για μορφωμένους. Στο ίδιο στρατόπεδο βρισκόταν και ο γνωστός μηχανικός αεροσκαφών Τουπόλεφ και εκεί σχεδιάστηκαν το βομβαρδιστικό Τουπόλεφ Tu-2 και το μαχητικό Ιλιούσιν ΙΙ-2 κατά τη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο «πατέρας των Σπούτνικ»
Το 1942 ο Κορολιόφ μεταφέρθηκε σε παρόμοιο στρατόπεδο και έκανε την ίδια δουλειά ζώντας με τον φόβο ότι εξαιτίας των στρατιωτικών μυστικών που αναπόφευκτα γνώριζε, κινδύνευε οιαδήποτε στιγμή να τον εκτελέσουν. Δύο χρόνια κατόπιν ο Κορολιόφ, ο Τουπόλεφ και άλλοι μηχανικοί απηλλάγησαν των κατηγοριών με ειδική κυβερνητική απόφαση. Εναν χρόνο αργότερα ο Κορολιόφ απέκτησε το πρώτο παράσημό του. Την αμέσως επόμενη χρονιά, μαζί με άλλους μηχανικούς, εστάλη στη Γερμανία να συγκεντρώσει πληροφορίες και στοιχεία που αφορούσαν τους γερμανικούς πυραύλους V-2. Το 1952 έγινε μέλος του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος και τo 1953 πρότεινε ένα σχέδιο για την αποστολή του πρώτου δορυφόρου στο Διάστημα. Το σχέδιο έγινε πραγματικότητα πέντε χρόνια αργότερα. Στις 4 Οκτωβρίου 1957 ένας δορυφόρος από αλουμίνιο υψηλής αντοχής εκτοξεύτηκε στο Διάστημα και τέθηκε σε τροχιά γύρω από τη Γη. Ο δορυφόρος ήταν ο πρώτος Σπούτνικ, είχε μέγεθος όσο περίπου μία μπάλα του μπάσκετ και λειτουργούσε με μπαταρία αυτοκινήτου. Στις 3 του επόμενου μήνα τέθηκε σε τροχιά ο δεύτερος Σπούτνικ, έξι φορές βαρύτερος από τον πρώτο, που μετέφερε μια σκυλίτσα ονόματι Λάικα.
Ηταν η αρχή μιας νέας εποχής. Ο ανταγωνισμός στο Διάστημα θα έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου και πολλές από τις νεότερες ανακαλύψεις (όπως το φαξ και το Διαδίκτυο) ήταν προϊόντα της τεχνολογίας που αναπτύχθηκε για την υλοποίηση των διαστημικών αλλά και των στρατιωτικών προγραμμάτων.
Κορολιόφ και Βέρνερ φον Μπράουν
Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά την εκτόξευση του πρώτου Σπούτνικ η επέτειος λειτουργεί ως αφορμή για την αποτύπωση και την ερμηνεία των γεγονότων μισού αιώνα κάτω από μια διαφορετική οπτική: Σε ποιον βαθμό ο ανταγωνισμός στο Διάστημα επέδρασε στην τελική έκβαση του Ψυχρού Πολέμου; Δύο βιβλία από επιφανείς δημοσιογράφους-ερευνητές που κυκλοφόρησαν πρόσφατα στην Αμερική επιχειρούν να απαντήσουν έστω και έμμεσα στο παραπάνω ερώτημα. Το ένα είναι του δημοσιογράφου Μάθιου Μπρεζίνσκι, επί χρόνια ανταποκριτή της «Wall Street Journal» στη Μόσχα, και το δεύτερο του Μάικλ Ντ’ Αντόνιο, συγγραφέα πολλών βιβλίων, τιμημένου με βραβείο Πούλιτζερ και συνεργάτη των «Los Angeles Times Magazine», του «New York Times Magazine», του «Esquire» και άλλων γνωστών αμερικανικών εντύπων.
To βιβλίο του Μπρεζίνσκι είναι μια γεωπολιτική ανάλυση των επιπτώσεων που είχε η εκτόξευση του πρώτου Σπούτνικ και η αφήγησή του, σχεδόν κινηματογραφική (όλο το βιβλίο μοιάζει σαν να έχει οικοδομηθεί σε πλάνα), κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Πρόκειται με άλλα λόγια για γοργό ρεπορτάζ στο οποίο έχουν ενσωματωθεί πλήθος στοιχείων εκλαϊκευμένης Ιστορίας. Αξιοποιώντας τις εμπειρίες του, τις συζητήσεις του με πολιτικά πρόσωπα και απλούς πολίτες στη Μόσχα, αλλά και τα σοβιετικά αρχεία που είναι πλέον διαθέσιμα στους μελετητές, ο Μπρεζίνσκι αναπαριστά και ερμηνεύει την εποχή κινούμενος σε δύο επίπεδα: στα όσα συνέβαιναν αφενός στο εσωτερικό του Λευκού Οίκου και αφετέρου στα άδυτα του Κρεμλίνου. Αν θέλαμε να ορίσουμε και τους κύριους πρωταγωνιστές αυτής της μυθιστορηματικής σχεδόν αφήγησης, αυτοί δεν θα ήταν πολιτικά πρόσωπα (Ο Χρουστσόφ και ο Αϊζενχάουερ λ.χ.) αλλά δύο επιφανείς επιστήμονες: ο Κορολιόφ και ο Βέρνερ φον Μπράουν που αμφοτέρων το όνομα έχει ταυτισθεί με τη δημιουργία και την εξέλιξη των πυραύλων. Το όνομα του Κορολιόφ ήταν παγκοσμίως άγνωστο ως την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης αφού, όπως το συνήθιζαν, οι Σοβιετικοί το κρατούσαν μυστικό. Δεν συνέβη το ίδιο και με τον Βέρνερ φον Μπράουν, το πρώην στέλεχος των ναζιστών που εργάστηκε στο χιτλερικό πρόγραμμα των βομβών V-2 και με τη λήξη των Β´ Παγκοσμίου Πολέμου οι Αμερικανοί τον χρησιμοποίησαν για τους δικούς τους σκοπούς. Ο Βέρνερ φον Μπράουν, αποκαλούμενος και «πατέρας των πυραύλων», πολιτογραφήθηκε Αμερικανός και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε μια αγροτική περιοχή της Αλαμπάμα σχεδιάζοντας πυραύλους για τη NASA και τον αμερικανικό στρατό.
Ο Ντ’ Αντόνιο μας δίνει το κλίμα της υστερίας που κατέλαβε τους Αμερικανούς μετά την εκτόξευση του πρώτου Σπούτνικ, την επίδρασή του στη λαϊκή κουλτούρα και την καθημερινή ζωή, από τη μουσική ως τους «διαστημικούς διαγωνισμούς ομορφιάς» και φυσικά τις αντικρουόμενες απόψεις για το αν το Διάστημα θα χρησιμοποιηθεί για ειρηνικούς σκοπούς ή αν θα αποτελέσει το νέο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων του μέλλοντος. Τότε κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα μεταβαλλόταν σε κάτι πολύ πιο σύνθετο και επικίνδυνο σε πεδίο επιτήρησης ολόκληρου του πλανήτη.
Λευκός Οίκος και Κρεμλίνο
Τα βιβλία του Μπρεζίνσκι και του Ντ’ Αντόνιο παρουσιάζουν αμφότερα και ένα πρόσθετο ενδιαφέρον: αποκαθιστούν την αλήθεια και σε έναν άλλον τομέα: Για πολλά χρόνια πιστεύαμε λ.χ., ότι Σοβιετικοί και Αμερικανοί με τη λήξη του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου «μοιράστηκαν» τους γερμανούς επιστήμονες και μέσω αυτών την τεχνολογία που κατείχε η χιτλερική Γερμανία. Ο «επιστημονικός διαμελισμός» του Τρίτου Ράιχ, δηλαδή, ήταν παράλληλος του εδαφικού αντίστοιχου. Η αλήθεια ωστόσο είναι άλλη: οι Ρώσοι μελέτησαν μεν τη γερμανική τεχνολογία πολύ προσεκτικά βάσει των ευρημάτων που έπεσαν στα χέρια τους, αλλά είχαν το δικό τους σχέδιο και τους δικούς τους ιδιοφυείς μηχανικούς για να το εφαρμόσουν. Γι’ αυτό και δεν φαντάζει παράδοξο το ότι και ο Μπρεζίνσκι και ο Ντ’ Αντόνιο παρουσιάζουν μια Σοβιετική Ενωση της δεκαετίας του 1950 η οποία ήταν πολύ πίσω από τη Δύση – και παρά ταύτα σε ένα τέτοιο περιβάλλον η επιστήμη θα έκανε θαύματα. Σύμφωνα με τον Μπρεζίνσκι μάλιστα εκείνη την εποχή «οι Αμερικανοί δεν αντιλαμβάνονταν ότι οι περιστάσεις που καθιστούσαν το κομμουνιστικό σύστημα εντελώς ακατάλληλο για παραγωγή ποιοτικών αγαθών το έκαναν ιδεώδες για την προώθηση επιστημονικών καινοτομιών».
Σήμερα, μετά την κτηθείσα πείρα, μοιάζει αδιανόητο το ότι ο πρώτος Σπούτνικ δεν θεωρήθηκε κάτι εξαιρετικά σημαντικό τόσο από τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ όσο και από τον γενικό γραμματέα του ΚΚΣΕ Νικήτα Χρουστσόφ. Και είναι καταπληκτικό ότι την επομένη της εκτόξευσής του ο κύριος τίτλος στην «Πράβδα» ήταν Προετοιμασία για τον χειμώνα! Τη σημασία του όμως την κατανόησε αμέσως ο δυτικός Τύπος που έγραψε ότι με τον Σπούτνικ η σοβιετική επιστήμη κατακτούσε την επιστημονική υπεροχή. Το ότι στο τέλος η Σοβιετική Ενωση έχασε και τη μάχη του Ψυχρού Πολέμου και τη μάχη του Διαστήματος είναι μια μεγάλη ιστορία η οποία έχει αρχίσει να γράφεται αλλά θα περάσουν αρκετά χρόνια ακόμη για να αναλυθεί σε όλες τις πτυχές της, σε κάποιες από τις οποίες αναφέρονται ο Ντ’ Αντόνιο και ο Μπρεζίνσκι. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος δεν παραλείπει να τονίσει τον ρόλο που έπαιξε ο πρόωρος θάνατος του Κορολιόφ το 1966 σε ηλικία 59 ετών. «Αν ζούσε άλλα πέντε χρόνια» σημειώνει «ίσως αντί για την αστερόεσσα στη Σελήνη να κυμάτιζε πρώτη η σημαία με το σφυροδρέπανο».
