Στις 14 Ιουλίου 2006 ο μεγάλος ελληνιστής Πιερ Βιντάλ-Νακέ, ο επιστήμονας που μαζί με τον «αχώριστό» του Ζαν-Πιερ Βερνάν ανανέωσε το ενδιάφερον του παγκόσμιου, μεγάλου κοινού για τους ελληνικούς μύθους και την αρχαία ελληνική ιστορία, ολοκλήρωνε τις συνομιλίες του με τη μαθήτριά του Ελέν Μονσακρέ και τον ερευνητή Ντομινίκ Μπουρέλ. Συνομιλίες αυτοβιογραφικού χαρακτήρα για την αρχαία ελληνική ιστορία, τη σύγχρονη (ήταν ένας από τους στρατευμένους ιστορικούς, που μπορούσε να γράψει ταυτόχρονα για την ουτοπία της Ατλαντίδας στον Πλάτωνα και για την υπόθεση Ντρέιφους), την εβραϊκή του ταυτότητα, τους φίλους του, τους ομοτέχνους του. Λίγες ημέρες μετά ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ πέθανε (1930-2006), χωρίς να δει ποτέ τις συνομιλίες αυτές να γίνονται βιβλίο. Μερικούς μήνες αργότερα το βιβλίο των συνομιλιών, ένα είδος διαθήκης, κυκλοφόρησε στα γαλλικά με τίτλο L’ Histoire est mon combat. Ελάχιστο καιρό μετά τη γαλλική πρώτη έκδοση, το βιβλίο κυκλοφορεί αύριο στα ελληνικά με τίτλο Αγώνας μου, Η Ιστορία (μετάφραση Σοφία Διονυσοπούλου, εκδόσεις Ολκός). Από αυτό το πλούσιο σε πληροφορίες, ιδέες αλλά και αισθήσεις υλικό των 200 σελίδων επιλέγουμε χαρακτηριστικές αποστροφές.
Ο κομμουνιστικός πειρασμός
Σκέφτηκα να προσχωρήσω στο Κομμουνιστικό Κόμμα γύρω στο 1948-49. Είχα μπει στ’ αλήθεια στον πειρασμό. Το είπα στον φίλο μου Σαρλ Μαλαμού (σ.σ.: τον γλωσσολόγο και ανθρωπολόγο): «Λοιπόν θα μπω στο Κομμουνιστικό Κόμμα για να κάνω αντιπολίτευση στον Στάλιν». Γέλασε λιγάκι και μου απάντησε: «Καλύτερα να μείνεις απέξω, γιατί η αντιπολίτευση στον Στάλιν θα σε πάει μακριά». Λίγο καιρό αργότερα διαβάσαμε μαζί το ουγγρικό «Μπλε Βιβλίο» πάνω στην υπόθεση Ραζκ. Ηταν ένας πρώην υπουργός Εξωτερικών της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, παλαιός κομμουνιστής, ο οποίος ομολόγησε ότι υπήρξε κατάσκοπος από την πλέον τρυφερή του ηλικία. Διαβάσαμε με τον φίλο μου μαζί το βιβλίο και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι όλα ήταν απλώς μια πλεκτάνη. Υπήρχε κάτι σε αυτές τις σκοτεινές ομολογίες που εισχωρούσε ως τα βάθη της ψυχής. Το όλο θέμα βέβαια ήταν να ξέρει κανείς ως πού μπορούσε να φτάσει. Την ίδια στιγμή εξάλλου το Μηδέν και το Απειρο του Αρθουρ Κέστλερ γνώριζε τεράστια επιτυχία. Θα μπορούσα να ήμουν τροτσκιστής. Ο μόνος πειρασμός που με άγγιξε εκτός από τον κομμουνισμό ήταν ο τροτσκισμός, η τάση «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Από τη στιγμή που δεν ήμουν σταλινικός είχα καταλήξει να διαβάζω βιβλία του Τρότσκι – και αυτά τα βιβλία κατάφεραν να αποδιώξουν κάθε ίχνος σταλινικής τάσης.
Ο… αντιστασιακός Σαρτρ
Χωρίς να θέλω να γίνω κακός, ο Σαρτρ στ’ αλήθεια ξεκίνησε την αντίσταση την ημέρα της Απελευθέρωσης. Διέθετε αντιστασιακό πνεύμα, δεν έδρασε όμως και πολύ. Στην Απελευθέρωση τον είχαν επιφορτίσει με την κατάληψη της Κομεντί Φρανσέζ, σημείο όχι και τόσο στρατηγικό, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Η αρχαία ιστορία
Οφείλω να ομολογήσω ότι επιλέγοντας την αρχαία ελληνική ιστορία είχα την ψευδαίσθηση ότι θα ξεγλιστρούσα από την τυραννία του επίκαιρου. Η δουλειά πάνω στην αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στον Πλάτωνα, με κρατούσε σε απόσταση (…) Κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης, στην οποία συμμετείχα και εγώ, κάποιος ρώτησε: «Τι ωφελούν οι ελληνικές σπουδές;». Και εγώ απάντησα: «Στο να μην αφήνεις να σε κατευθύνουν» (…) Πιστεύω ότι πρέπει να σώσουμε την ελληνική γλώσσα, το πρόβλημα όμως είναι ότι οι κύριοι εχθροί της ελληνικής γλώσσας είναι οι ίδιοι οι ελληνιστές.
Το Βατικανό των ελληνικών
Σήμερα οι αρχαιολάτρες δεν είναι λιγότερο στενόμυαλοι, γιατί η Σορβόννη διαφεντεύεται πάντα από αντιδραστικούς. Τέλος πάντων, χρειάζεται πάντα ένα Βατικανό, και αυτό το Βατικανό είναι η κυρία Ντε Ρομιγί.
Η απομυθοποιητική έρευνα
Ιστορία δεν σημαίνει ηρωοποίηση, ούτε ιεροποίηση, ακόμη κι αν λαμβάνει υπόψη της αυτά τα φαινόμενα. Πρώτα απ’ όλα, Ιστορία σημαίνει ιστορία των ανθρώπων. Υπό αυτή την έννοια, κάθε απομυθοποιητική έρευνα είναι Ιστορία, κατάργηση δηλαδή των αντίθετων και αντιφατικών μύθων. Ο δρόμος της Ιστορίας δεν είναι μια ευθεία, και το πέρασμα από τον θρύλο στην Ιστορία γίνεται συχνά ελικοειδώς. Την παράκαμψη την οφείλω στον Πλάτωνα που μιλάει για τον «πιο μακρό δρόμο» που πρέπει να πάρει ο φιλόσοφος προτού επιστρέψει στη σπηλιά.
Ιουδαϊσμός και διεθνισμός
Είπα κάποτε ότι ο ιουδαϊσμός ήταν για μένα ένας τρόπος να παραμείνω διεθνιστής. Με άλλα λόγια, δεν είμαι σιωνιστής. Την πρώτη φορά που πήγα στο Ισραήλ συνάντησα τον Αντρέ Σκεμαμά, ο οποίος ήταν ανταποκριτής της εφημερίδας Le Monde, και κάποιοι τον ρώτησαν τι είμαι. Εκείνος απάντησε: «Ο Βιντάλ-Νακέ είναι σιωνιστής, όπως όλοι οι Εβραίοι». Εγώ τότε είπα: «Λυπάμαι που θα σας διαψεύσω, όμως όχι, δεν είμαι σιωνιστής». Είμαι φλογερά υπέρ της διασποράς, θεωρώ δηλαδή ότι ο ενδιαφέρων ιουδαϊσμός είναι αυτός της διασποράς. Το κράτος του Ισραήλ δεν είναι η χώρα μου, η πολιτική του είναι εγκληματική και αυτοκτονική – δεν αντέχω όμως στη σκέψη του αφανισμού του.
Τα ελληνικά του Χάιντεγκερ
Τα ελληνικά νομίζω ότι ήταν το πεδίο όπου ο Χάιντεγκερ έσπαγε τα μούτρα του. Αυτό ακριβώς διαπίστωσε και ο Καστοριάδης όταν έκανε τη σειρά των σεμιναρίων για την Ελλάδα. Κάθε φορά που είχε να εξηγήσει ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου ή του Παρμενίδη ήταν για να πει ότι ο Χάιντεγκερ δεν είχε καταλάβει απολύτως τίποτε.
Τα ελληνικά του Λακάν
Ο Λακάν βρίσκω ότι δεν διαβάζεται, εκτός από το σεμινάριό του για την Αντιγόνη, το οποίο εκδόθηκε υπό απολύτως απαράδεκτες συνθήκες. Εγραψε στον Ζακ-Αλέν Μιλέρ για να του δώσω τον μακρό κατάλογο λαθών που είχα βρει στην πρώτη έκδοση. Το ξέρετε, είναι μία από τις ειδικότητές μου. Ούτε μία ελληνική λέξη δεν είναι σωστά γραμμένη. Στο σεμινάριό του για την Αντιγόνη υπάρχουν ενδιαφέροντα πράγματα, διότι κατάλαβε ότι αυτό το πρόσωπο βρισκόταν ανάμεσα σε δύο κόσμους, κι αυτό το ανέπτυξε πολύ καλά.
Το έργο του Φουκό
Αγωνίστηκα μαζί με τον Μισέλ Φουκό για τις φυλακές και ιδίως ενάντια στα «παραθυράκια» του σωφρονιστικού συστήματος. Το έργο του Φουκό είναι πολύ σπουδαίο. Εχω κρατήσει κυρίως την ιδέα των επιστημών που διαδέχθηκαν η μία την άλλη από την Αναγέννηση και μετά. Είναι αλήθεια ότι στα τελευταία του έργα η Ελλάδα βρισκόταν στο επίκεντρο και ότι αυτό με ενδιέφερε. Παρ’ όλα αυτά οι «ανταλλαγές» ανάμεσα στο έργο του και στο δικό μου ήταν ελάχιστες.
Ο αυτοκόλλητος Βερνάν
Από τη στιγμή που συνάντησα τον Βερνάν, δεν είχα πλέον διάθεση να συναντήσω κανέναν άλλον. Ο Βερνάν είναι η καθοριστική συνάντηση της ζωής μου, κι έγινε σχεδόν τυχαία. Παρακολούθησα τα μαθήματά του ολόκληρη τη χρονιά 1960-61 και άκουσα την πρώτη έκθεση δομικής ανάλυσης που έκανε – τη μελέτη του πάνω στην Εστία και στον Ερμή. Ηταν μια επανάσταση, ένας απόλυτα καινούργιος τρόπος προσέγγισης του ελληνικού μύθου. Ο Βερνάν ήταν η συνάντηση της φιλοσοφίας με την ανθρωπολογία. Ο Βερνάν είναι ιδιοφυΐα – δεν είναι λόγιος. Εγώ ήμουν μάλλον περισσότερο λόγιος από εκείνον, διότι διέθετα αυτή τη μόρφωση την κάπως φιλολογική. Ημουν καταγοητευμένος από τον Βερνάν, από την εκπληκτική ευφράδειά του.
Εκείνο που μας χαρακτήριζε, τον Ζαν-Πιερ Βερνάν κι εμένα, είναι ότι δώσαμε τη μάχη μας στο πεδίο που παραδοσιακά ανήκει στους ακαδημαϊκούς ελληνιστές. Μια χρονιά μάλιστα ο Βερνάν ήταν πρόεδρος της Ενωσης των Ελληνικών Σπουδών και με προσκάλεσε να τους μιλήσω. Κάθε φορά το θέαμα ήταν εκπληκτικό: στην πρώτη σειρά καθόταν μια συντροφιά από γηραιούς κυρίους και πίσω το vulgum pecus. Για κακή τους τύχη, όταν μιλούσαμε ο Βερνάν και εγώ ο κόσμος ήταν πολύ περισσότερος. Αυτό τούς έκανε έξαλλους. Αυτό που δεν μας συγχώρησαν οι παραδοσιακοί ελληνιστές είναι ότι γράψαμε βιβλία τα οποία αγοράζονταν και διαβάζονταν. Πράγματι, προσπαθήσαμε να είμαστε αναγνώσιμοι.
Τα σφουγγάρια του Μποντριγιάρ
Ο Μποντριγιάρ ήταν συμμαθητής μου. Ημασταν μαζί στο προπαρασκευαστικό της Εκόλ Νορμάλ. Ο,τι έχει γράψει για τη φαντασία είναι πολύ καλό. Οταν λέει όμως ότι το Τείχος του Βερολίνου είναι μεταφορικό, βρίσκω ότι πού και πού υπερβάλλει. Θυμάμαι μια ημέρα που ο καθηγητής των Λατινικών, επιστρέφοντας τις διορθωμένες κόλλες με τη λατινική απόδοση, μας είπε «Κύριοι, χαιρετίστε τον πρώτο, πάει, έφυγε, είναι ο Μποντριγιάρ». Είχε φύγει πράγματι, είχε πάει να κουβαλήσει νερό στην Ελλάδα, επισκεπτόμενος όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και πουλώντας σφουγγάρια… Είναι ένας τύπος με μεγάλη εφευρετικότητα. Εφερνε σε απελπισία τον Καστοριάδη με τον υπαρξισμό του.
Ο ακατάληπτος Ντεριντά
Ο Ντεριντά είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο είχα αρκετά ζεστές σχέσεις, δεν κατάλαβα όμως ποτέ λέξη απ’ όσα έγραφε. Το μόνο κείμενό του που χώνεψα ήταν το Πλάτωνος φαρμακεία. Υπάρχουν αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα, το κείμενό του για τον Λεβινάς και τον Ροζεντσβάιχ για παράδειγμα, πρόκειται όμως για ένα στυλ που δεν μου ταιριάζει.
Μνήμη και Ιστορία
Δεν νομίζω ότι η Ιστορία μόνη της ενώνει, νομίζω ότι πραγματικά διχάζει όσο και η μνήμη. Γιατί η Ιστορία είναι εξ ορισμού ανταγωνιστική. Οποια κι αν είναι η προσπάθεια που κάνουμε για να φτάσουμε την αντικειμενικότητα ή κάτι αντίστοιχο, αυτό δεν θα συμβεί απόλυτα. Κοιτάξτε τι έγινε στα ανατολικά κράτη: με εξαίρεση την Πολωνία, όπου υπήρχε μια στρουκτούρα η οποία επέτρεπε στην Εκκλησία να συμπορευθεί, κατά κάποιον τρόπο, με το Κομμουνιστικό Κόμμα, παντού προσπάθησαν να εκμηδενίσουν τη μνήμη και να κατασκευάσουν μια Ιστορία εντελώς φανταστική.
Ελευθερία για την Ιστορία
Η Ιστορία δεν είναι θρησκεία. Ο ιστορικός δεν δέχεται κανένα δόγμα, δεν σέβεται καμία απαγόρευση, δεν γνωρίζει ταμπού. Μπορεί κιόλας να ενοχλεί. Η Ιστορία δεν είναι ηθική. Η Ιστορία δεν είναι σκλάβος της επικαιρότητας. Η Ιστορία υπολογίζει στη μνήμη, δεν υποτάσσεται όμως σε αυτήν. Σε ένα ελεύθερο κράτος ούτε η Βουλή ούτε η δικαστική αρχή είναι αρμόδιες να ορίσουν την ιστορική αλήθεια. Η πολιτική του κράτους δεν είναι η πολιτική της Ιστορίας. (…) Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι η Ιστορία είναι αφήγηση. Και, αν είναι αφήγηση, πρέπει όσο το δυνατόν να είναι αληθινή. Δώστε όμως την ίδια σειρά στοιχείων σε δύο ιστορικούς: ποτέ δεν θα έχετε την ίδια αφήγηση.
