Καλλωπισμός και προσευχή, καφέδες και σερμπέτια, πλούσια γεύματα και χρυσοκέντητα σκουτιά συνέθεταν την καθημερινότητα εκατοντάδων γυναικών που ζούσαν στο χαρέμι, περιμένοντας τη νύχτα που θα περνούσαν με τον σουλτάνο ή κάποιον άλλο αξιωματούχο και «υψηλό ξένο» της Αυλής. Ωστόσο συχνά-πυκνά οι σκοτεινές γωνιές του χαρεμιού μετατρέπονταν σε χώρους συνωμοσίας και ίντριγκας, όπου κυριολεκτικά παιζόταν το μέλλον της αυτοκρατορίας (πολλές οδαλίσκες πλήρωσαν γι’ αυτό με την ίδια τους τη ζωή και άλλες, ελάχιστες, είδαν τα τέκνα τους να ανεβαίνουν στον θρόνο). Τις περισσότερες πάντως φορές το χαρέμι δεν ήταν παρά ένας τόπος αυστηρής πειθαρχίας και οργάνωσης, όπου νέες γυναίκες που τις άρπαξαν από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου ασφυκτιούσαν μέσα στα ανάερα διάφανα πέπλα τους, ακροπατώντας στο τεντωμένο σκοινί της πλήξης και της απελπισίας, της τρέλας και του ερωτισμού. Βλέμμα αντρικό δεν διαπέρασε ποτέ το εσωτερικό αυτών των σκιερών αιθρίων, εκτός βέβαια από εκείνο των ευνούχων, σχεδόν πάντοτε μαύρων, που ήσαν οι ακοίμητοι φρουροί του κάθε μυστικού τους.
Και προίκα για τις ανέραστες
Στο αυτοκρατορικό χαρέμι ζούσε η βασιλομήτωρ Βαλιδέ σουλτάν, οι αδελφές του σουλτάνου, οι παλλακίδες με τις οποίες διασκέδαζε στην κρεβατοκάμαρή του και αναρίθμητες ακόμη γυναίκες επιφορτισμένες με την οργάνωση και τη διοίκηση του γυναικωνίτη. Η Βαλιδέ σουλτάν κάθε χρόνο την παραμονή του Κουρμπάν Μπαϊράμ χάριζε στον γιο της και μια καινούργια σκλάβα. Ομορφότερες θεωρούνταν οι κοπέλες από τον Καύκασο, τη Γεωργία, τη Ρωσία και την Αμπχαζία, λόγω της λευκότητας του δέρματος κυρίως αλλά και της κορμοστασιάς τους. Η τιμή αυτών των δύσμοιρων στα σκλαβοπάζαρα όπου τις εντόπιζαν οι προμηθευτές της Αυλής – η ηλικία τους κυμαινόταν από τις «άγουρες» 5χρονες ως τις «σιτεμένες» 20άρες – κυμαινόταν από 1.000 ως 2.000 κουρούς, τιμή ιδιαίτερα χαμηλή αν σκεφτεί κανείς ότι εκείνη την εποχή ένα άλογο κόστιζε όχι λιγότερο από 5.000 κουρούς. Μόλις το «εμπόρευμα» έφτανε στο χαρέμι εξεταζόταν από έμπειρους ευνούχους και το παρουσίαζαν στη Βαλιδέ. Οσες από τις κοπέλες δεν ήταν μουσουλμάνες προσηλυτίζονταν στο Ισλάμ γιατί ο σουλτάνος δεν μπορούσε να κοιμηθεί με «άπιστες» και έπαιρναν καινούργια ονόματα, που ταίριαζαν στις ιδιότητες και στα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, όπως λόγου χάριν Γκιουλμπαχάρ (Ρόδο της Ανοιξης) ή Γκιουλμπεγιάζ (Ροδόλευκη). Εννιά χρόνια αργότερα, σε περίπτωση που ο σουλτάνος δεν τις επέλεγε για να περάσει μαζί τους έστω και μια νύχτα, τα κορίτσια αυτά είχαν το δικαίωμα να φύγουν και ο πολυχρονεμένος εγγυόταν για την ελευθερία τους και τις προίκιζε ώστε να μπορέσουν να παντρευτούν και να μην κακοπέσουν. Τέτοιες περιπτώσεις όμως, όπως κανείς μπορεί να καταλάβει, ήταν μάλλον σπάνιες στα χρονικά του χαρεμιού.
Στην αγκαλιά της Μιχριμπάν
Κάποτε ερχόταν μια εβραία εμπόρισσα να τους πουλήσει υφάσματα ή κοσμήματα. Ομως ούτε ο ήλιος δεν τις έβλεπε. Η ζωή τους γλιστρούσε αθόρυβα μέσα από τις παλάμες τους κι εκείνες ένιωθαν να ζουν σε μια άλλη, εξωπραγματική και φασματική διάσταση. Η νοσταλγία ήταν το κύριο μοτίβο της ζωής τους. Ιδιαίτερα για τις πιο μορφωμένες και ανήσυχες. «Είμαστε αργόσχολες και άχρηστες, γι’ αυτό πολύ δυστυχισμένες» γράφει στα τέλη του 19ου αιώνα η Χαλιντέ Εντίπ που έζησε στο χαρέμι του «κόκκινου σουλτάνου» Αβδουλ Χαμίτ Β’. «Αν είχαμε την τυφλή μοιρολατρία των γιαγιάδων μας, ίσως να υποφέραμε λιγότερο, αλλά με τη μόρφωση αρχίσαμε να αμφισβητούμε την πίστη που θα μπορούσε να μας δώσει κάποια παρηγοριά. Αναλύουμε τη ζωή μας και βρίσκουμε το απόλυτο τίποτα, μόνο αδικία, σκληρότητα, άχρηστη πίκρα. Μερικές φορές τραγουδάμε συνοδεύοντας το μελαγχολικό τραγούδι μας με το λαούτο. Και ο κόσμος χάνεται στη θλίψη. Μερικές φορές η ματαιότητα και η ατέλειωτη πίκρα της ζωής μας ξεχειλίζουν και κάνουν τα δάκρυα να κυλούν, αλλά συχνά η ζωή μας είναι τόσο επώδυνη ακόμη και για δάκρυα και τίποτα δεν μπορεί να την αλλάξει, παρά μονάχα ο θάνατος».
Ωστόσο υπήρχαν και ευτυχισμένες οδαλίσκες. Οπως η χαριτωμένη Μιχριμπάν, στο χαρέμι του φιλότεχνου, ποιητή και μουσικού, σουλτάνου Σελίμ Γ´ (1789-1807). Η οδαλίσκη μαζί με άλλες φιλενάδες της σπούδαζε μουσική κοντά στον διακεκριμένο μουσικοσυνθέτη Σαντουλάχ αγά, ο οποίος την ερωτεύτηκε παράφορα και βασανιζόταν απερίγραπτα γιατί, εξαιτίας των ευνούχων, ήταν αδύνατον να την πλησιάσει και να της μιλήσει για τον έρωτά του. Οταν κάποια μέρα του δόθηκε η ευκαιρία και της μίλησε, εκείνη ανταποκρίθηκε ολόθερμα και το ειδύλλιο προχώρησε. Ο σουλτάνος όμως το πληροφορήθηκε και διέταξε να εκτελέσουν τον Σαντουλάχ. Κάποιοι αυλικοί ωστόσο που εκτιμούσαν τον μουσικοσυνθέτη κατόρθωσαν να πείσουν τους φρουρούς ότι διαταγή του σουλτάνου ήταν να φυλακιστεί ο Σαντουλάχ. Εκείνος από το μαράζι του για την όμορφη Μιχριμπάν έγραψε τα πιο γλυκόλαλα τραγούδια που είχε ακούσει ποτέ ανθρώπινο αφτί. Και κάποιο βράδυ οι μουσικοί του Σελίμ έπαιξαν ένα από εκείνα τα τραγούδια. Οταν ο σουλτάνος ρώτησε ποιος το είχε γράψει, τού απάντησαν πως το έγραψε προτού πεθάνει ο Σαντουλάχ και πως ο άμοιρος δεν αξιώθηκε να το ακούσει να παίζεται από ορχήστρα. Ο Σελίμ τόσο συγκινήθηκε που αμέσως μετάνιωσε για τη διαταγή που είχε δώσει. Και όταν κάποιος του αποκάλυψε ότι ο Σαντουλάχ ζούσε, εκείνος διέταξε να τον φέρουν μπροστά του και του έδωσε την ευλογία του και πολλά δώρα για να παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του, την οποία ελευθέρωσε από το χαρέμι.
Η σκλάβα που έγινε σουλτάνα
«Επιτέλους, θα ενωθούν οι ψυχές, οι σκέψεις, η φαντασία, η καρδιά μου, όλο το είναι μου με σένα, μοναδική αγάπη μου» έγραφε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1520-1566) στη Ρωξελάνη, μια σκλάβα του χαρεμιού του από το Λβοφ, που έμεινε στην ιστορία ως Χιουρέμ (Χαμογελαστή) και έφτασε να ανέβει δίπλα του στον θρόνο ως σουλτάνα. Εκείνη του απαντούσε: «Κύριέ μου, η απουσία σας μού έχει ανάψει πυρκαγιά που δεν μπορώ να σβήσω. Λυπηθείτε με που υποφέρω και γράψτε μου ένα γράμμα, μόλις μπορέσετε, ώστε να βρω λίγη παρηγοριά». Κόρη χριστιανού ιερέα, η κατά κόσμον Αλεξάνδρα Λισόφσκα βρέθηκε στο σκλαβοπάζαρο της Κωνσταντινούπολης, όπου την αγόρασε ο Μεγάλος βεζίρης και την πρόσφερε δώρο στη Βαλιδέ σουλτάν Χάφσα. Αν πιστέψουμε τον πρέσβη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας στην Υψηλή Πύλη, η κοπέλα ήταν «νέα αλλά όχι ωραία, χαριτωμένη αλλά κοντή». Ο Σουλεϊμάν πάντως που είχε μόλις επιστρέψει από την πολιορκία του Βελιγραδίου όταν την είδε ανάμεσα στη μακρά σειρά από οδαλίσκες, τόσο μαγνητίστηκε από το έντονο βλέμμα και τα πυρόξανθα μαλλιά της που διέταξε να του την ετοιμάσουν για το βράδυ.
Εκείνη η πρώτη νύχτα τους μαζί σημάδεψε την αρχή της παράφορης ερωτικής τους ιστορίας που έσπασε μια παράδοση εκατοντάδων χρόνων. Ηταν η πρώτη φορά που σουλτάνος παντρευόταν παλλακίδα και η Χιουρέμ, που του χάρισε πέντε παιδιά, έγινε θρύλος στις αυλές της Δύσης, που παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα τον ιδιοφυή εκείνον πολέμαρχο και σουλτάνο να σπεύδει να ικανοποιήσει κάθε της καπρίτσιο. Ο γάμος τους, που έγινε στα 1530, περιγράφεται από τον βρετανό παρατηρητή σερ Τζορτζ Γιανγκ: «Η τελετή έλαβε χώρα στο παλάτι και ο γάμος γιορτάστηκε με μεγάλη λαμπρότητα. Ο λαός πρόσφερε δώρα, τα σπίτια φωτίστηκαν και στολίστηκαν με γιρλάντες. Παντού έπαιζε μουσική, παντού γλεντούσανε, παντού χορεύανε. Στον βυζαντινό ιππόδρομο έγινε μια μεγάλη τελετή. Το θεωρείο της σουλτάνας και της ακολουθίας της ήταν καλυμμένο με επίχρυσα καφασωτά. Μέσα από αυτά η Ρωξελάνη παρακολουθούσε κονταρομαχίες, στις οποίες έλαβαν μέρος χριστιανοί ιππότες και μουσουλμάνοι αξιωματούχοι, νούμερα με ακροβάτες και ζογκλέρ και μια παρέλαση άγριων ζώων, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζαν οι καμηλοπαρδάλεις με τους μακρούς λαιμούς τους, που έφταναν μέχρι τον ουρανό…».
