Διαβάζουν σβησμένες γραφές

Διαβάζουν σβησμένες γραφές Ενα πανευρωπαϊκό δίκτυο επιστημόνων έχει θέσει στόχο του την καταγραφή και την ανάγνωση των αρχαίων ελληνικών χειρογράφων ενώ ένα ελληνικής επινόησης σύστημα τους επιτρέπει να «βυθίζονται» στα παλίμψηστα ΙΩΑΝΝΑ ΣΟΥΦΛΕΡΗ Αν μπορούσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι στο παρελθόν και να επισκεφθούμε τη Βασιλεύουσα την εποχή της ακμής της, θα είχαμε την ευκαιρία να δούμε πώς γραφόταν

Διαβάζουν σβησμένες γραφές

Αν μπορούσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι στο παρελθόν και να επισκεφθούμε τη Βασιλεύουσα την εποχή της ακμής της, θα είχαμε την ευκαιρία να δούμε πώς γραφόταν ένα βιβλίο κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Με πολύ υπομονή ο γραφέας (μπορεί να ήταν συγγραφέας αλλά και αντιγραφέας) βύθιζε το φτερό του στο μελάνι και γέμιζε με καλλιγραφικά γράμματα τις παχιές δερμάτινες σελίδες. Οι σελίδες αυτές μπορεί να γράφονταν για πρώτη, για δεύτερη ή και για τρίτη φορά: οικονομικοί λόγοι επέβαλλαν την επαναχρησιμοποίηση της ακριβής πρώτης ύλης. Για να μπορέσουν να ξαναδεχθούν μελάνι, οι σελίδες ξύνονταν, προκειμένου να φύγει το παλιό. (Ετσι σήμερα αυτά τα κείμενα που έχουν υποστεί για άλλη μία φορά απόξεση τα ονομάζουμε παλίμψηστα. Από το πάλιν + ψηστός, που σημαίνει αυτός ο οποίος έχει υποστεί απόξεση.) Χωρίς να σημαίνει ότι τα ανώτερα κείμενα των παλιμψήστων είναι χωρίς ενδιαφέρον, τα υποκείμενα (όταν μπορούν να διαβαστούν) μπορούν να επιφυλάσσουν υπέροχες εκπλήξεις, όπως αντίγραφα έργων αρχαίων τραγωδών και ποιητών. Ευτυχώς για μας, το ξύσιμο δεν ήταν πάντοτε πολύ δραστική μέθοδος απομάκρυνσης της πρότερης γραφής και οι προσπάθειες να διαβαστούν τα αρχαία ελληνικά παλίμψηστα, τα οποία είναι διασκορπισμένα σε βιβλιοθήκες και μουσεία σε όλη την Ευρώπη, έχουν ιστορία αιώνων. Ωστόσο σήμερα οι επιστήμονες που ασχολούνται με την ανάγνωσή τους διαθέτουν όργανα υψηλής τεχνολογίας ώστε να επιτυγχάνεται κάτι που θα ήταν αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια: να διαβάζεται η υποκείμενη γραφή χωρίς να είναι απαραίτητο να απομακρυνθεί η υπερκείμενη!




Οποιος έχει παίξει ποτέ το κυνήγι του θησαυρού μπορεί ίσως να νιώσει αυτό που νιώθει ο Αγαμέμνων Τσελίκας κάνοντας απλώς τη δουλειά του. Ο προϊστάμενος του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος αναζητεί καθημερινά θησαυρούς, και μάλιστα αληθινούς και σπάνιους. Πρόκειται για τους θησαυρούς του ελληνικού πνεύματος οι οποίοι κρύβονται στις χοντρές δερμάτινες σελίδες βιβλίων ηλικίας τουλάχιστον 600 ετών! Και αν νομίζετε ότι οι θησαυροί βρίσκονται μόνο στα χειρόγραφα κείμενα που βλέπει κανείς με γυμνό μάτι ανοίγοντας ένα από αυτά τα βιβλία, κάνετε λάθος. (Στο κάτω κάτω μια τέτοια ανάγνωση, έστω και αν έφερνε τον μελετητή σε επαφή με πνευματικούς θησαυρούς, δεν θα συνιστούσε κυνήγι θησαυρού.) Ο Αγαμέμνων Τσελίκας αναζητεί, και με τη βοήθεια της τεχνολογίας MuSIS της Forth Photonics και του φυσικού Γιάννη Μπιτσάκη βρίσκει τα κείμενα που προϋπήρχαν στις δερμάτινες σελίδες και τα οποία θυσιάστηκαν για να γραφούν τα επόμενα. Βλέπετε, η ανακύκλωση δεν είναι πρόσφατη επινόηση. Μόνο που θα ευχόταν κανείς στην προκειμένη περίπτωση να μην είχε συμβεί, ιδιαίτερα όταν κάτω από των 600 ετών κείμενο κρύβεται ένα ποίημα του Μενάνδρου ή ίσως μια τραγωδία του Αισχύλου που κανείς ακόμη δεν έχει διαβάσει…



Ας προσπαθήσουμε να μεταφερθούμε έξι – επτά αιώνες πριν και ας φανταστούμε τους εαυτούς μας πολίτες της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Για να μπορούμε να έχουμε στην κατοχή μας ένα βιβλίο (ή και περισσότερα), θα έπρεπε να ανήκουμε στην ελίτ της εποχής. Τότε οι σελίδες των βιβλίων φτιάχνονταν από δέρματα ζώων, συνήθως κατσικιών και προβάτων. Καθώς από ένα ζώο μπορούσαν να γίνουν το πολύ δύο σελίδες, για ένα βιβλίο 300 σελίδων χρειαζόταν στην κυριολεξία ένα ολόκληρο κοπάδι!


Προφανώς το κόστος μιας τέτοιας έκδοσης ήταν υψηλό και ίσως απαγορευτικό για πολλούς. Ωστόσο οι αντιγραφείς της εποχής εκείνης, και ειδικότερα όσοι ασκούσαν το επάγγελμά τους μακριά από τη Βασιλεύουσα και των οποίων τα οικονομικά δεν ήταν ανθηρά, βρήκαν τον τρόπο να μειώσουν το κόστος των βιβλίων τους: έπαιρναν τα παλιά βιβλία, τα έξυναν για να φύγει η προηγούμενη γραφή και τα ξαναχρησιμοποιούσαν.


Αυτά τα ελληνικά παλίμψηστα (από το πάλιν + ψηστός, αυτός που έχει υποστεί απόξεση), τα βιβλία που έχουν περαστεί δεύτερο και ίσως και τρίτο χέρι, αποτελούν εδώ και μια 20ετία το αντικείμενο μελέτης του Aγαμέμνoνα Τσελίκα. Τα τελευταία τρία χρόνια όμως ο έλληνας ερευνητής δεν είναι μόνος του: με το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, και μαζί με επιστήμονες από 52 ερευνητικά ινστιτούτα, βιβλιοθήκες και αρχεία από 26 διαφορετικές χώρες, μετέχει σε ένα κοινό ευρωπαϊκό πρόγραμμα, το οποίο κατ’ αρχάς στοχεύει να δημιουργήσει τον κατάλογο των αρχαίων ελληνικών χειρογράφων που βρίσκονται διασκορπισμένα στις βιβλιοθήκες και στα μουσεία της Ευρώπης.


Το πρόγραμμα ονομάζεται «Εικονική Αναγέννηση – Ψηφιακή Ερευνα Παλιμψήστων» (Rinascimento Virtuale – Digitale Palimpsest Forschung). Αποτελεί πνευματικό παιδί του Dieter Harlfinger, φιλολόγου, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Αμβούργου, με εξειδίκευση στα έργα του Αριστοτέλη, και απώτερος στόχος του είναι να ξαναφέρει τους Ευρωπαίους σε επαφή με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.


Οπως σημειώνεται στην ιστοσελίδα του προγράμματος, «η επιβιώσασα κουλτούρα των βιβλίων του ελληνικού κόσμου μόνο, ο οποίος είναι το λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αριθμεί αρκετές εκατοντάδες παλίμψηστα χειρόγραφα. Οι συνεργάτες του προγράμματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες, ακαδημίες, ερευνητικά κέντρα και ιδρύματα από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, εργάζονται για την επανανακάλυψη και τη διάδοση αυτής της αρχαίας γραπτής κληρονομιάς».


Ο γερμανός ελληνιστής εκτιμά ότι η χρονική περίοδος που διανύουμε είναι η πιο κατάλληλη για να καρποφορήσει η προσπάθεια, την οποία έχει εμπνευστεί, στηρίξει και αναλάβει να συντονίσει. Και δεν είναι ο μόνος που πιστεύει ότι για τη διαμόρφωση της ταυτότητας της διευρυμένης Ευρώπης η αρχαία ελληνική γραμματεία μπορεί να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος των λαών. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε ο Jean Irigoin, διάσημος γάλλος μελετητής των αρχαίων ελληνικών κειμένων, καθηγητής του Κολεγίου της Γαλλίας (Collége de France) και συγγραφέας του έργου «L’histoire des manuscrits grecs» (Ιστορία των ελληνικών χειρογράφων, εκδόσεις της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας, 2001), όταν ερωτήθη από γάλλο δημοσιογράφο γιατί θα έπρεπε να συνεχίσουμε να μελετούμε τα αρχαία κείμενα. «Τώρα που η Ευρώπη διευρύνεται, η έρευνα και η μελέτη του κοινού παρελθόντος μας αποκτούν μία άλλη διάσταση: όταν ένα δένδρο μεγαλώνει, οφείλει να έχει όλο και πιο βαθιές ρίζες…» τόνισε.


Μπορεί πράγματι η Ευρώπη να χρειάζεται σήμερα περισσότερο από ποτέ τα αρχαία ελληνικά κείμενα, αλλά δεν θα μπορούσε να τα έχει χωρίς τη βοήθεια της τεχνολογίας, η οποία ευτυχώς έχει παραγάγει τα απαιτούμενα εργαλεία για τη μελέτη των κρυμμένων χειρογράφων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προσπάθειες για την αποκάλυψη των κειμένων των παλιμψήστων δεν είναι καινούργιες: ερευνητές του 19ου αιώνα χρησιμοποίησαν μια σειρά χημικών μέσων, προκειμένου να απαλλάξουν τις σελίδες από την ανώτερη γραφή και να διαβάσουν όσα κρύβονταν από κάτω. Το σπουδαιότερο κείμενο που αποκαλύφθηκε με τον τρόπο αυτόν ήταν το έργο του Κικέρωνα «De Republica». Ωστόσο η χημική επεξεργασία είναι πολύ δραστικό μέτρο για τον χειρισμό τόσο πολύτιμων έργων. Επιπροσθέτως, καθώς η σύνθεση του μελανιού δεν έχει αλλάξει πολύ ανά τους αιώνες, η μέθοδος συχνά κατέστρεφε την υποκείμενη γραφή που όφειλε να αποκαλύψει.


H άνθηση της ψηφιακής τεχνολογίας, την οποία βιώνουμε στις ημέρες μας, έχει εξοπλίσει τους ερευνητές, όπως τον Αγαμέμνονα Τσελίκα, με εργαλεία τα οποία σέβονται το ερευνητικό αντικείμενο. Ενα από αυτά είναι το πολυφασματικό σύστημα απεικόνισης MuSIS, προϊόν της ελληνικής εταιρείας Forth Photonics, η οποία ειδικεύεται στην ανάπτυξη εργαλείων για ιατρικές εφαρμογές. Εκμεταλλευόμενο τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο το κάθε μελάνι και οι περγαμηνές αντανακλούν το φως και «παίζοντας» με το μήκος κύματος, το MuSIS επιτρέπει να διαβαστεί το υποκείμενο χειρόγραφο χωρίς να τραυματιστεί το υπερκείμενο. (Εστω και αν δεν μας ενδιαφέρει πάντοτε, είναι συνήθως ένα χειρόγραφο με ιστορία 600 και πλέον ετών!)


Το MuSIS δεν είναι το μόνο ψηφιακό εργαλείο που εφαρμόζεται στην ανάγνωση των παλιμψήστων. Είναι όμως το μόνο που παρέχει την απαιτούμενη ευελιξία για την ανάγνωση των κειμένων αυτών. Οπως εξηγεί ο Γιάννης Μπιτσάκης, «οι λήψεις είναι επιτόπιες, επειδή το σύστημα είναι φορητό και γίνονται σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας τη διερεύνηση της βέλτιστης ποιότητας εικόνας στις πιο διαφορετικές συνθήκες, σε βιβλιοθήκες, μοναστήρια ή και στο εργαστήριο. Τα πολυφασματικά δεδομένα, εικόνες και φάσματα, είναι εξαιρετικά πλούσια για την περαιτέρω ανάλυση και την επεξεργασία».


Τα αποτελέσματα των μελετών των ελλήνων επιστημόνων, όπως και των ξένων συνεργατών τους στο πρόγραμμα «Εικονική Αναγέννηση – Ψηφιακή Ερευνα Παλιμψήστων», πρόκειται να παρουσιαστούν στην έκθεση που σηματοδοτεί την ολοκλήρωση του προγράμματος και το οποίο θα λάβει χώρα στην Αθήνα από τις 13 Οκτωβρίου 2004, στο Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Θουκυδίδου 13).


H ολοκλήρωση του ανωτέρω προγράμματος δεν σημαίνει καθόλου την ολοκλήρωση του έργου της ανάγνωσης των ελληνικών παλιμψήστων, η οποία καλά καλά δεν έχει αρχίσει. Εξάλλου η καταγραφή τους ήταν το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. H πλειονότητα των έργων εντοπίζεται στις βιβλιοθήκες του Βατικανού και της Ιταλίας, ενώ πολλά βρίσκονται στη Βρετανία, στη Γαλλία, στη Ρωσία, στη Γερμανία, στην Αυστρία και στην Ισπανία. Στη χώρα μας η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη και η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία στην Αθήνα, η Μονή Αγ. Ιωάννου στην Πάτμο, οι αγιορείτικες βιβλιοθήκες, η βιβλιοθήκη του Σινά και των Πατριαρχείων Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας κατέχουν σημαντικό αριθμό, ενώ αρκετά ακόμη εντοπίζονται και σε άλλες μικρότερες βιβλιοθήκες.


H ανάγνωση των ελληνικών παλιμψήστων είναι ένα τιτάνιο έργο και θα απαιτήσει πολύ χρόνο και κόπο. Οι έλληνες και ξένοι επιστήμονες όμως είναι αποφασισμένοι να ριχτούν σε αυτόν τον αγώνα. Τι ακριβώς ελπίζουν να βρουν; Με δεδομένο ότι από τα έργα των μεγάλων τραγικών δεν έχει σωθεί παρά ένα μικρό μέρος (για παράδειγμα από τις 123 τραγωδίες του Σοφοκλή δεν γνωρίζουμε σήμερα παρά μόνο τις επτά, ενώ αντίστοιχα είναι τα νούμερα για τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη), με δεδομένο ακόμη ότι γνωρίζουμε την ύπαρξη και άλλων τραγωδών ή ποιητών αλλά από το έργο τους δεν υπάρχουν παρά ψήγματα (και αυτό στην καλύτερη περίπτωση), πραγματικά μπορεί κανείς να ελπίζει τα πάντα! Εξάλλου το είπαμε από την αρχή: πρόκειται για κυνήγι θησαυρού…


Τα διάσημα παλίμψηστα


H ανάγνωση των παλιμψήστων είναι μια χρονοβόρος και επίπονη εργασία. Επιπροσθέτως η ύπαρξη ενός θησαυρού δεν είναι πάντα εξασφαλισμένη στο τέλος της διαδρομής. Για τον λόγο αυτόν εξάλλου το έργο της καταγραφής και μιας πρώτης ταξινόμησης των παλιμψήστων είναι πολύ σημαντικό. (Διαβάζοντας ένα μικρό μέρος των υποκείμενων γραφών, οι ερευνητές είναι σε θέση ανατρέχοντας σε βάσεις δεδομένων να γνωρίζουν αν πρόκειται για γνωστό κείμενο ή όχι). Φυσικά ακόμη και ένα γνωστό αρχαίο κείμενο αξίζει να ξαναδιαβαστεί, καθώς κάποιοι αντιγραφείς ήταν πιστότεροι στο πρωτότυπο σε σχέση με κάποιους άλλους…


Από καιρού εις καιρόν πάντως, οι θησαυροί που ανακαλύπτονται τονώνουν την αφοσίωση και τη ζέση των ερευνητών. Δύο παλίμψηστα, τα οποία έκαναν επιστήμονες και κοινούς θνητούς να ονειρεύονται, είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια: το ένα ήταν κρυμμένο στις βιβλιοθήκες του Βατικανού, το άλλο ανήκε σε μια γαλλική οικογένεια (κάποιο μέλος της οποίας το απέκτησε, με άγνωστα μέσα, μετά το τέλος του A’ Παγκοσμίου Πολέμου, κάπου στην Τουρκία) που το πούλησε σε δημοπρασία.


H ανάγνωση του παλιμψήστου του Βατικανού έφερε στο φως 200 άγνωστους στίχους του ποιητού Μενάνδρου. Ο σύγχρονος του Σωκράτη κωμικός ποιητής ήταν εξαιρετικά διάσημος στην εποχή του, όμως εμείς δεν γνωρίζαμε παρά ψήγματα του έργου του.


H νέα ανάγνωση του «γαλλικού» παλιμψήστου, το οποίο αγοράστηκε αντί δύο εκατ. δολαρίων από άγνωστο Αμερικανό (φημολογείται ότι πρόκειται για τον Μπιλ Γκέιτς της Microsoft) αναμένεται με μεγάλη ανυπομονησία. Χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη της ψηφιακής τεχνολογίας, ειδικοί του Μουσείου Walters της Βαλτιμόρης (στο οποίο προσεφέρθη το παλίμψηστο) διαβάζουν με άλλο μάτι κείμενα του Αρχιμήδη(!), αντιγεγραμμένα τον 10ο αιώνα. Το παλίμψηστο αυτό είχε διαβαστεί στις αρχές του 20ού αιώνα από τον δανό φιλόλογο Johan Ludvig Heiberg με συμβατικές μεθόδους: μάτι και μεγεθυντικό φακό! Από ‘κεί γνωρίζουμε σήμερα πολλά κείμενα του Αρχιμήδη. Για τις νέες κρυφές λεπτομέρειες αυτού του κειμένου θα χρειαστεί να περιμένουμε ως το 2007, οπότε αναμένεται η σχετική τελική έκδοση. Αυτό που βεβαίως δεν θα μάθουμε ποτέ είναι ποιο θα ήταν το πρόσωπο της σημερινής επιστήμης, αν αυτό το κείμενο δεν έμενε στο σκοτάδι για εννέα αιώνες…


Πώς λειτουργεί το MuSIS


Το σύστημα πολυφασματικής απεικόνισης MuSIS αναπτύχθηκε για την επιτόπια μη καταστρεπτική ανάλυση αντικειμένων μεγάλης καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας. Συμπυκνώνει σε ένα φορητό σύστημα τεχνολογίες πολυφασματικής και υπερφασματικής απεικόνισης, οι οποίες προήλθαν από τη διαστημική τεχνολογία των δορυφόρων, και τεχνολογίες που ήταν διάσπαρτες σε μια πληθώρα οργάνων, τα οποία χρησιμοποιούνται στην ανάλυση και στη συντήρηση των έργων τέχνης. Με τις εικόνες που συλλαμβάνει σε πολλαπλά μήκη κύματος του ορατού και του αόρατου φάσματος, από το υπεριώδες στο υπέρυθρο, μπορεί κανείς να μελετήσει από τα υποκείμενα κρυφά στρώματα σε ένα έργο ζωγραφικής ως τις αόρατες επιφανειακές φθορές των βερνικιών. Με τον υπολογισμό φασμάτων ανάκλασης, μπορεί να ταυτοποιήσει πλήθος υλικών, από χρωστικές, μελάνια και συνδετικά μέσα, χωρίς να χρειαστεί να πάρει δείγμα του έργου τέχνης. Το MuSIS υπολογίζει ένα πλήρες φάσμα σε κάθε πίξελ της εικόνας. Δηλαδή σε μια διαδικασία λήψης που διαρκεί λιγότερο από ένα λεπτό, συλλέγονται περίπου ένα εκατομμύριο φάσματα και εμφανίζεται στην οθόνη η χαρτογράφησή τους στο αντικείμενο που αναλύεται.


Συστήματα MuSIS έχουν προμηθευτεί κορυφαία διεθνή ιδρύματα, όπως το Ινστιτούτο Συντήρησης του Μουσείου Getty στο Λος Αντζελες, το Canadian Conservation Institute, η Σχολή Συντήρησης της Κολονίας, η βιβλιοθήκη του Trinity College στο Δουβλίνο. Για τη μελέτη των παλιμψήστων επέλεξαν το MuSIS HS (υπερφασματικό) το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, project leader του Rinascimento Virtuale, και το Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης, το οποίο ετοιμάζει το φθινόπωρο ειδικές αποστολές στην Τιφλίδα της Γεωργίας και στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά για να μελετήσει ορισμένα σπάνια και σημαντικά έγγραφα. Το Πανεπιστήμιο της Σαραγόσας προμηθεύτηκε ένα σύστημα MuSIS HS και θα μελετήσει σε πρώτη φάση ένα σπάνιο παλίμψηστο στο Prado της Μαδρίτης.


Στην Ελλάδα ορισμένα από τα πρώτα συστήματα MuSIS που αναπτύχθηκαν στο ITE (η Forth Photonics είναι εταιρεία υψηλής τεχνολογίας η οποία ιδρύθηκε τα τέλη του 2002 ως τεχνοβλαστός του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας της Κρήτης) βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη (όπου πραγματοποιήθηκαν μελέτες πινάκων του El Greco) και στο τμήμα συντήρησης του Μουσείου Μπενάκη. Τη νέα έκδοση MuSIS MS (πολυφασματικό) της Forth Photonics έχουν προμηθευτεί το εργαστήριο συντήρησης της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης και η Υπηρεσία Συντήρησης Εργων Τέχνης της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version