Η μυθιστορηματική περιπέτεια της μητέρας που αποφάσισε, όπως τουλάχιστον η ίδια διηγείται, να μεταμφιεσθεί σε τοξικομανή πόρνη για να ανακαλύψει τον υπεύθυνο του θανάτου της κόρης της φάνηκε να συγκινεί την κοινή γνώμη και ίσως τη συγκινήσει εξίσου η περίπτωση αποστράτου αξιωματικού ο οποίος, κατά τα λεγόμενά του, επίσης μεταμφιεσμένος και με ξιφολόγχη στο πλευρό του, επιδιώκει να τιμωρήσει εκείνους που παρέσυραν τον γιο του σε χρήση ναρκωτικών.
Οι ιστορίες αυτές διαθέτουν βεβαίως τη συγκινησιακή φόρτιση του ανθρωπίνου δράματος και ενός καλοστημένου σεναρίου. Παράλληλα όμως υπογραμμίζουν μία από τις βασικότερες δυσλειτουργίες της πολιτείας μας: το πόσο εύκολα, δηλαδή, μπορεί ακόμη και ο νομοταγής πολίτης να δεχθεί και να δικαιολογήσει την αρχή της αυτοδικίας όταν νιώσει ότι το κράτος δεν του παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ασφαλείας, αποτελεσματικής δίωξης και παραδειγματικής τιμωρίας των εγκληματιών.
Το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο στον ελληνικό χώρο. Το γνωρίζαμε καλά σε εποχές όχι και τόσο μακρινές, όταν η ελληνική κοινωνία δεν είχε ακόμη υιοθετήσει στο σύνολό της τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Στη Μάνη και ακόμη περισσότερο στην Κρήτη ή και σε άλλες αγροτικές περιοχές η ιστορική παράδοση της βεντέτας και της προσωπικής εκκαθάρισης λογαριασμών ξεκλήριζε ολόκληρες οικογένειες ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επιβολή του νόμου και η αλλαγή του τρόπου ζωής, μαζί με την οικονομική ανάπτυξη, κατέστειλαν βαθμηδόν αυτή τη «θεσμική αυτοδικία» που δεν είναι πια πιθανόν να αναβιώσει.
Στην πρόσφατη όμως περίπτωση της εκτέλεσης ενός αλβανού ζωοκλέφτη από κτηνοτρόφο της περιοχής Ιωαννίνων (θύμα επανειλημμένων βιαιοπραγιών) η αντίδραση της τοπικής κοινής γνώμης ήταν χαρακτηριστική. Εγινε διαδήλωση υπέρ του δολοφόνου, δίνοντας έτσι έναν τριπλό κόλαφο στην Αστυνομία, στη Δικαιοσύνη και στην πολιτεία γενικότερα!
Αντιστοίχως, στις σχετικές έρευνες της κοινής γνώμης οι Ελληνες δίνουν προτεραιότητα, και μάλιστα με τρόπο επιτακτικό, στην ανάγκη δημιουργίας κλίματος εμπιστοσύνης και αισθήματος ασφαλείας. Είναι αυτή μια γενικευμένη ψυχολογική αντίδραση που αντανακλά τις αδυναμίες επιβολής τάξης και τη δραματική αύξηση εγκληματικών ενεργειών που παραμένουν ανεξιχνίαστες. Το βασικότερο όμως πρόβλημα παραμένει η πρόληψή τους. ***
Είναι γεγονός ότι οι Ελληνες αντιδρούν ενστικτωδώς σε κάθε έννοια «αστυνόμευσης» ενώ ταυτόχρονα αναζητούν την περιφρούρηση της ατομικής και της συλλογικής ασφαλείας τους, στα πλαίσια μιας πολιτείας ευνομουμένης.
Πώς λοιπόν συμβιβάζονται αυτές οι φιλελεύθερες διαθέσεις με την ανάγκη επιβολής αυστηρής τήρησης των νόμων και της τάξης; Ομολογουμένως, δύσκολα!
Ουδείς εξ ημών θα ήταν βέβαια διατεθειμένος να δεχθεί τον αυταρχισμό μιας στυγνής κρατικής επέμβασης, όπως λ.χ. συμβαίνει στη Σιγκαπούρη, έστω και αν το αποτέλεσμα είναι μια (σχεδόν) πλήρης τάξη. Η θανατική ποινή, ο βασανισμός στη φάση της ανακριτικής περιόδου, η αποκοπή χεριών και το δημόσιο μαστίγωμα μπορεί να έχουν εξαλείψει εκεί το εμπόριο ναρκωτικών και τη χρήση τους, μπορεί να έχουν περιορίσει στο ελάχιστο τις εγκληματικές ενέργειες πάσης μορφής, αλλά με αντίτιμο τον εξευτελισμό του πολίτη.
Εχοντας απορρίψει παρόμοιες ακραίες μορφές αστυνόμευσης, ασφαλώς υπάρχουν υποδείγματα που θα μπορούσε να υιοθετήσει η Ελλάδα. Και είχε μάλιστα αρχίσει προ ολίγων ετών η σχετική διαδικασία με μετάκληση ειδικών εκπαιδευτών από το εξωτερικό για την ανακύκλωση των δικών μας διωκτικών σωμάτων.
Αλλά, όπως πολλές πρωτοβουλίες του είδους, ανεστάλη ξαφνικά η προσπάθεια και οι εκπαιδευθέντες άνδρες μετετέθησαν… στην Τροχαία άνευ λόγου και άνευ δικαιολογίας. Φυσικά οι εκπαιδευτές απεχώρησαν και τα πράγματα επανήλθαν εκεί όπου ήσαν δηλαδή, σε νεκρό σημείο.
Πριν από μερικές εβδομάδες ο κ. Πετσάλνικος αντικατέστησε τον κ. Ρωμαίο στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης.
Στη διάρκεια των εβδομάδων αυτών περιμέναμε να ακούσουμε ποια είναι τα προγράμματα ανάταξης, αναδιοργάνωσης των σωμάτων ασφαλείας, ποια είναι τα σχέδια που προτείνει η κυβέρνηση ως ανταπόκριση στη δυσφορία της κοινής γνώμης.
Αν παραμείνουν αναπάντητα τα αγωνιώδη ερωτήματα του ελληνικού λαού και δεν ικανοποιηθούν, έστω και μερικώς, οι απαιτήσεις των πολιτών για προστασία τους, η κυβέρνηση θα παρακολουθεί μια συνεχή κάμψη της δημοτικότητάς της, οσηδήποτε προσπάθεια και αν καταβάλλει για την είσοδο της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Χωρίς το αίσθημα της προσωπικής ασφαλείας, οι προοπτικές της οικονομικής ανάπτυξης ηχούν στο κενό.
