Πριν από δύο χιλιετίες μείον 33 χρόνια ο Ιησούς ο Ναζωραίος πήγε στην Ιερουσαλήμ, συνελήφθη, καταδικάστηκε για προδοσία και σταυρώθηκε. Το γεγονός πέρασε τότε σχετικά απαρατήρητο. Οι οπαδοί του ήταν λίγοι. Σήμερα η διδασκαλία του αποτελεί τη μεγαλύτερη θρησκεία του πλανήτη και το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης προσεύχεται στο όνομά του.
Ο χριστιανισμός συμπληρώνει 2.000 χρόνια ζωής έχοντας επηρεάσει βαθιά την ιστορία της ανθρωπότητας. Οι επέτειοι φέρνουν συνήθως διάθεση για απολογισμούς, εις βάθος αναλύσεις και κριτική θεώρηση των πεπραγμένων. Ενίοτε δε και για αιτήσεις συγγνώμης. Η Εκκλησία έχει επανειλημμένως τονίσει ότι οι χριστιανοί δεν μπορούν να καλωσορίσουν την τρίτη χιλιετία χωρίς να μετανοήσουν για τα σφάλματά τους. Στο όνομα του χριστιανισμού έχουν πολλές φορές διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα και οι πιο βάναυσες αγριότητες.
Με αυτή την επετειακή διάθεση απολογισμού και ανάλυσης διάφοροι μελετητές, θεολόγοι, ιστορικοί, κοινωνιολόγοι επιχειρούν να ρίξουν μια κριτική ματιά στη διδασκαλία του Ιησού του άγνωστου Ιουδαίου από τη Ναζαρέτ που έγινε τελικά ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ιστορία του δυτικού πολιτισμού και στην εξέλιξή της μέσα σε αυτά τα 2.000 χρόνια.
Ποια ήταν η επανάσταση που έφερε η νέα θρησκεία όταν πρωτοεμφανίστηκε; Πώς επηρέασε την κοινωνία, τη θέση του ατόμου μέσα σε αυτήν, την αντίληψη του καλού και του κακού; Κατ’ επέκταση, ποια ήταν η επιρροή της στις σημερινές χριστιανικές κοινωνίες, στον τρόπο σκέψης μας γύρω από τον Θεό, τον εαυτό μας και τους άλλους, στον τρόπο ζωής μας και στον τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας;
Ο ρόλος της Καινής Διαθήκης
Αυτή καθαυτή η διδασκαλία του Ιησού αυτό είναι κάτι που επισημαίνουν όλοι οι μελετητές δεν είχε βάση της τίποτε το νέο. Αποτελούσε μια νέα ερμηνεία, μια προέκταση και διεύρυνση των εβραϊκών γραφών. Ο Ιησούς εμπλούτισε, διασκεύασε, διεύρυνε ή έδωσε άλλη ερμηνεία σε ήδη υπάρχουσες ιδέες. «Από μια άποψη», επισημαίνει στο αμερικανικό περιοδικό «Newsweek» ο Κρίστερ Στένταλ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, «ο χριστιανισμός ήταν ένας ιουδαϊσμός για τους Εθνικούς». Το καινούργιο βρίσκεται στην Καινή Διαθήκη. Είναι μια γραφή αποκλειστικά γύρω από τον Ιησού, τον Χριστό ως Θεό. Αυτό ακριβώς το νέο μήνυμα είναι εκείνο που είχε απήχηση στον κόσμο.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί ήταν Εβραίοι που κήρυτταν στο όνομα του Ιησού. Ο Ιησούς όμως δεν ήταν όλα όσα έλεγαν στα κηρύγματά τους. Προερχόμενοι από μια μονοθεϊστική θρησκεία πίστευαν σε ένα Θεό, τον Πατέρα. Παράλληλα όμως λάτρευαν και τον Ιησού, ως τον «Υιό Του τον μονογενή», ο οποίος συνελήφθη και πήρε την ανθρώπινη μορφή μέσω του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η τρισυπόστατη αντίληψη του Θεού εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη και δεν συμβιβάζεται με το ως τότε παραδοσιακό μονοθεϊστικό μοντέλο. «Θέτοντας ελληνικά ερωτήματα σε εβραϊκές ιστορίες», λέει ο θεολόγος Ντέιβιντ Τρέισι της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Σικάγου, «οι πρώτοι πατέρες της Εκκλησίας ανέπτυξαν ένα δόγμα για τον Θεό το οποίο ήταν και παραμένει μοναδικό ανάμεσα σε όλες τις θρησκείες του κόσμου. Οι μονοθεϊστές έχουν την τάση να αντιλαμβάνονται τον Θεό ως ένα υπέρτατο ον πέρα από τον χρόνο και πέρα από κάθε είδους σχέση». Με τον χριστιανισμό, προσθέτει, «όπως συμβαίνει σήμερα με τη σύγχρονη φυσική, βλέπουμε ότι όλες οι πλευρές της πραγματικότητας είναι αλληλένδετες. Το δόγμα της Αγίας Τριάδας λέει ότι ακόμη και η θεία πραγματικότητα σε όλο το ακατανόητο μυστήριό της είναι εσωτερικά συσχετισμένη».
«Εν ολίγοις», καταλήγει ο αμερικανός θεολόγος, «ο χριστιανισμός έδωσε στον δυτικό πολιτισμό ένα Θεό ο οποίος αποκαλύφθηκε μέσω του Ιησού και ο οποίος εξακολουθεί να λυτρώνει τον κόσμο μέσω του Αγίου Πνεύματος. Ο ίδιος ο χρόνος άλλαξε: ενώ οι Ελληνες και οι Ρωμαίοι θεωρούσαν το Σύμπαν σταθερό και αιώνιο, ο χριστιανισμός, βασιζόμενος στους εβραίους προφήτες, ενστάλαξε στον δυτικό πολιτισμό την αντίληψη της έννοιας του μέλλοντος ως έργο του ίδιου του Θεού».
Μία ακόμη καινοτομία που έφερε ο χριστιανισμός ήταν η υπόσχεση της αιώνιας ζωής για όλους. Η υπόσχεση αυτή άλλαξε την αντίληψη για τη σχέση ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς. Για τους Ελληνες και τους Ρωμαίους μόνο οι θεοί ήταν αθάνατοι. Οι φιλόσοφοι μπορεί να μιλούσαν για αθανασία της ψυχής, όπως ο Πλάτων, ο μέσος άνθρωπος όμως πίστευε ότι το μέλλον του μετά θάνατον ήταν το έρεβος του Αδη. «Η ανάσταση είναι μια τεράστια απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου» λέει ο Τζον Νταν, θεολόγος του αμερικανικού πανεπιστημίου Νοτρ Νταμ. «Η ιδέα είναι ότι ο χριστιανός πηγαίνει με τον Χριστό μέσω του θανάτου στην αιώνια ζωή. Ο θάνατος γίνεται ένα γεγονός το οποίο, όπως η γέννηση, είναι ένα στάδιο μέσα από το οποίο περνά κανείς».
Αλλάζοντας κανείς την αντίληψή του για τον θάνατο, αλλάζει και την αντίληψή του για την ίδια τη ζωή. Πολλοί κοινωνιολόγοι επισημαίνουν ότι όταν εκλείψει ο φόβος του θανάτου το άτομο αντιμετωπίζει πιο θαρραλέα και δημιουργικά τη ζωή του. Ορισμένοι επισημαίνουν ότι η αλλαγή της αντίληψης για τον θάνατο και τη ζωή αντανακλάται στα υψηλά ποσοστά επιβίωσης των χριστιανών κατά τη διάρκεια των επιδημιών που έπλητταν τους κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. «Οι Ρωμαίοι», τονίζει ο κοινωνιολόγος Ρόντνεϊ Σταρκ του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, ο οποίος υποστηρίζει αυτή τη θεωρία, «πετούσαν τους ανθρώπους στον δρόμο με τα πρώτα συμπτώματα της ασθένειας επειδή φοβούνταν να πεθάνουν. Οι χριστιανοί όμως έμεναν και φρόντιζαν τους αρρώστους. Μπορούσες να το κάνεις αυτό μόνο αν σκεφτόσουν: “Και τι έγινε αν πεθάνω; Θα έχω αιώνια ζωή”».
Ο χριστιανισμός έφερε την ανατροπή των καθιερωμένων κανόνων κηρύσσοντας την ισότητα. Ο Ιησούς υποσχόταν ότι στη μετά θάνατον ζωή οι έσχατοι έσονται πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι, και στην Καινή Διαθήκη τον βλέπουμε συνεχώς πλάι στους φτωχούς και όχι ανάμεσα στους πλούσιους. Παράλληλα ανέτρεπε την κρατούσα αντίληψη περί ενάρετης ζωής. Ο Αριστοτέλης ξεχώριζε ως αρετές τη σύνεση, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία και την εγκράτεια, ο Χριστός κήρυξε την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή και την ειρήνη. Ο Βούδας δίδασκε το έλεος ως στάση ζωής, ο Χριστός ζήτησε πράξεις. Στους ρωμαϊκούς χρόνους το έλεος των χριστιανών εκδηλώθηκε ως συμπόνια για τις χήρες, τα ορφανά, τους ηλικιωμένους, τους αρρώστους.
Κυρίως όμως ο χριστιανισμός άλλαξε την αντίληψη περί του ατόμου. «Ο χριστιανισμός ανακαλύπτει την ατομικότητα με την έννοια ότι τονίζει την προσωπική πνευματική αφύπνιση» επισημαίνει ο Μπέρναρντ Μακ Γκιν, καθηγητής της Ιστορικής Θεολογίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σικάγου. «Πρόκειται για μια καθοριστικής σημασίας συνεισφορά στον δυτικό πολιτισμό επειδή απελευθερώνει το άτομο από τα απόλυτα δεσμά της οικογένειας και της κοινωνίας». Η επαφή με τον Θεό απέκτησε μεγαλύτερη οικειότητα, η προσευχή έγινε πιο προσωπική, η συνείδηση του εαυτού μεγαλύτερη και βαθύτερη.
Ενας από τους βασικούς λόγους της ταχείας εξάπλωσης του χριστιανισμού σε σχέση με άλλες θρησκείας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θεωρείται ότι ήταν η απήχηση που είχε στις γυναίκες, καθώς ενίσχυσε τη θέση τους. Στα αρχικά της τουλάχιστον στάδια η Εκκλησία κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να επιτύχει ισότητα και ισονομία στην κοινωνία της. Ο Απόστολος Παύλος έλεγε ότι στον Χριστό δεν υπάρχουν διακρίσεις σε Εβραίους ή Ελληνες, σκλάβους ή ελεύθερους, άνδρες ή γυναίκες. Τότε, όπως και σήμερα, η πλειονότητα του χριστιανικού πληθυσμού ήταν γυναίκες. Ο ίδιος ο Χριστός δεν δέχθηκε μεν γυναίκες μεταξύ των Αποστόλων, τις είχε δεχθεί όμως μέσα στον κύκλο των φίλων και των μαθητών του.
Η νέα θρησκεία δεν πρόσφερε στις γυναίκες μόνο καλύτερη θέση και περισσότερη επιρροή μέσα στην Εκκλησία αλλά και περισσότερη προστασία στη θέση τους μέσα στην οικογένεια. Προστάτευσε από σκληρές καθιερωμένες συνήθειες και πρακτικές τις συζύγους και τις μητέρες, αλλά και τα παιδιά. Το ρωμαϊκό δίκαιο επέτρεπε στον πατέρα την παιδοκτονία, πρακτική η οποία εφαρμοζόταν συχνά. Τα δε θηλυκά νεογέννητα, που δεν θεωρούνταν παρά βάρος για την οικογένεια, έπεφταν συχνά θύματα της τυραννικής πατρικής εξουσίας. «Μια μελέτη των επιτύμβιων επιγραφών στους Δελφούς», λέει ο κ. Σταρκ, «δείχνει ότι από τις 600 αριστοκρατικές οικογένειες μόνο έξι μεγάλωναν περισσότερες από μία κόρη»...
Οι πρώτοι χριστιανοί, επισημαίνει ο εκκλησιαστικός ιστορικός του Χάρβαρντ Γιαροσλάβ Πέλικαν, «δεν είχαν φανταστεί ότι ο αυτοκράτορας θα γινόταν μια μέρα χριστιανός», κάτι το οποίο έγινε όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος ασπάστηκε τον χριστιανισμό, και ακόμη περισσότερο ότι η θρησκεία τους θα ανακηρυσσόταν επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ετσι ο χριστιανισμός, κατ’ εξοχήν θρησκεία της μη βίας, απέκτησε την εξουσία να κηρύσσει πολέμους και διωγμούς εναντίον των απίστων.
Ο Αγιος Αυγουστίνος είχε εκφράσει έντονο προβληματισμό σχετικά με το κατά πόσον ο πόλεμος μεταξύ των κρατών είναι σωστός. Στο μνημειώδες έργο του «Η πόλις του Θεού» υποστηρίζει ότι μόνο ο αμυντικός πόλεμος μπορεί να δικαιολογηθεί και αυτός θα πρέπει να είναι σύντομος και τα μέσα του να είναι ανάλογα με τους στόχους του, οι άμαχοι θα πρέπει να προστατεύονται απόλυτα ενώ μετά τη λήξη του στόχος των νικητών θα πρέπει να είναι η ειρήνη και όχι η εκδίκηση.
Οι αρχές του Αυγουστίνου δεν επικράτησαν. Αντίθετα, πολλοί πόλεμοι έγιναν στο όνομα του Ιησού Χριστού.
Η ειρωνεία είναι ότι από τη στιγμή που ταυτίστηκε με την εξουσία ο χριστιανισμός αναγκάστηκε συχνά να απομακρυνθεί από ορισμένες βασικές αρχές του, μερικές φορές δε να φθάσει στο άλλο άκρο. Οι Σταυροφόροι ξεκίνησαν για να ελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους από τους απίστους και κατέληξαν σε τρομερές λεηλασίες και αγριότητες. Ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλα, οι καθολικοί βασιλείς της Ισπανίας, προέβησαν σε μεγάλους διωγμούς των Εβραίων και των μουσουλμάνων στο όνομα της θρησκείας τους. Η Ιερά Εξέταση έσπειρε τον τρόμο στον Μεσαίωνα διώκοντας τους «αιρετικούς» της πίστης που κήρυσσαν οι εκπρόσωποί της.
Ιεραπόστολοι και πολιτισμός
Η Μεταρρύθμιση διαίρεσε ακόμη περισσότερο την ήδη διχασμένη χριστιανοσύνη. Εφερε όμως και μια νέα πνοή. Οι προτεστάντες μετέφρασαν την Αγία Γραφή στις τοπικές γλώσσες και ενθάρρυναν τη μάθηση και την πρωτοβουλία. Η αποικιοκρατία, με τη σειρά της, εξάπλωσε τον χριστιανισμό στην Ασία, στην Αφρική, στην Αμερική, σε όλες τις ηπείρους και τους ωκεανούς. Ακόμη και αν ο σκοπός δεν ήταν πάντοτε άγιος, καθώς συνήθως η θρησκεία χρησιμοποιούνταν ως όχημα για την προώθηση της αποικιοκρατικής σημαίας. Ωστόσο δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι οι ιεραπόστολοι πρόσφεραν σημαντικό έργο από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα.
Το κυριότερο ίσως ήταν ότι πρόσφεραν μια γραπτή γλώσσα σε πολλούς λαούς που δεν γνώριζαν καν τη γραφή. «Από αυτή την άποψη», λέει ο Μαρκ Νολ, καθηγητής της Ιστορίας στο Γουίτον Κόλετζ, «οι ιεραπόστολοι διατήρησαν τοπικούς πολιτισμούς που αλλιώς θα είχαν σαρωθεί από τις παγκόσμιες δυνάμεις». Οι ιεραποστολές ίδρυσαν εκατοντάδες σχολεία και νοσοκομεία, προσφέροντας τη μόρφωση και τη σύγχρονη ιατρική περίθαλψη σε εκείνους που η τοπική αριστοκρατία αγνοούσε. «Ας μην ξεχνάμε», τονίζει ο κ. Νολ, «ότι ο Νέλσον Μαντέλα έχει φοιτήσει σε δύο ιεραποστολικά σχολεία».
Σήμερα, καθώς μπαίνουμε στην τρίτη μετά Χριστόν χιλιετία, ο χριστιανισμός φαίνεται ότι έχει απομακρυνθεί πολύ από τα όσα δίδασκαν ο Ιησούς και οι πρώτοι μαθητές του. Η μεταχριστιανική Ευρώπη φαίνεται να έχει εξαντληθεί πνευματικά ενώ στις ΗΠΑ κυριαρχούν οι κάθε είδους αιρέσεις. Παράλληλα όμως οι χριστιανοί είναι σήμερα ενωμένοι περισσότερο από οποιαδήποτε περίοδο ύστερα από τη Μεταρρύθμιση ενώ η σχέση τους με τους Εβραίους έχει βελτιωθεί. Οπως επισημαίνει ο κ. Πέλικαν, «ο λαός στον οποίο ανήκε ο Ιησούς και ο λαός που ανήκει στον Ιησού» είναι πλέον πνευματικοί εχθροί. Ποιο θα είναι το μέλλον; Η τρίτη χιλιετία θα το δείξει.
Τα θαύματα του Ιησού είναι η απόδειξη των υπερφυσικών δυνάμεων που είχε χαρίσει ο Θεός στον Υιό Του, καθώς επίσης και η απόδειξη του ελέους Του προς την ανθρωπότητα. Μία από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της εκκλησιαστικής τέχνης ήταν πάντοτε να ζωντανέψει τη ζωή και το έργο του Χριστού για τους αγράμματους, που δεν μπορούσαν να διαβάσουν την Αγία Γραφή. Τα θαύματα ήταν από τις πλέον πρόσφορες πτυχές της προς απεικόνιση.
Ο Υιός του ανθρώπου
Οι πρώτες απεικονίσεις του Ιησού δείχνουν έναν Χριστό απόμακρο, σχεδόν αυτοκρατορικό. Αργότερα οι καλλιτέχνες άρχισαν να τονίζουν περισσότερο την ανθρώπινη υπόσταση του μονογενούς Υιού του Θεού. Ετσι η αναπαράσταση του θεϊκού στοιχείου γίνεται πιο οικεία, όπως για παράδειγμα όταν απεικονίζεται ως βρέφος, και τονίζει περισσότερο την ευάλωτη πλευρά του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού.
