Από την Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, που είχε την ευθύνη της πρόσφατης διοργάνωσης του Η’ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες το εκτενές μελέτημα της Χρυσούλας Τζομπανάκη, προϊσταμένης της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Κρήτης με τίτλο: «Χάνδακας: η πόλη και τα τείχη». Στοιχεία που αφορούν, κυρίως, την ιστορία των οχυρωματικών έργων αυτής της πόλης προδημοσιεύει σήμερα «Το Βήμα».
Το Ηράκλειο δεν έχει αποκαλύψει ακόμη τις καταβολές του. Πόσα χρόνια κυοφορήθηκε και πότε ακριβώς συντελέστηκε το ευτυχές γεγονός της γέννησης της πόλης στο μέσον περίπου των βόρειων παραλίων της Κρήτης, εκεί όπου από την αυγή του πολιτισμού διασταυρώνονται οι θαλάσσιοι δρόμοι της Μεσογείου, δεν είναι γνωστό. Η γη όπου δημιουργήθηκε και άνθησε η μητρόπολη της νήσου συνεχίζει να κρατάει καλά φυλαγμένα τα μυστικά αυτής της γέννησης. Ισως το «Πνεύμα της Πόλης» να της επιτρέψει να τα αποκαλύψει σε επόμενες γενεές κατοίκων που θα θελήσουν, με σεβασμό και αγάπη, να γνωρίσουν πραγματικά την πόλη τους. Για την ώρα ελάχιστα είναι τα ιστορικά και αρχαιολογικά δεδομένα που επιτρέπουν τη σκιαγράφηση γεγονότων τα οποία ανάγονται στις πρώτες περιόδους της ζωής της.
Η πόλη, από τότε που δημιουργήθηκε, έζησε ως τις ημέρες μας συμπορευόμενη με τους λαούς που την κατοίκησαν στην ακμή και στην παρακμή τους, διατηρώντας όμως πάντοτε τις κρητικές της ιδιομορφίες. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ένα: κατά τη μακραίωνη ιστορία της έλαμψε και σκοτείνιασε πολλές φορές, δίχως ποτέ να σβήσει.
Η οικονομική ευμάρεια και το πολιτιστικό επίπεδο μιας πόλης αποτυπώνονται στα μνημεία της. Στον Χάνδακα η αρχιτεκτονική και η γλυπτική της κρητικής Αναγέννησης υιοθετούν συνήθως για τα μεγάλα κτίρια, δημόσια ή ιδιωτικά, σχεδόν αυτούσια τα πρότυπά τους από τη Δύση. Τα βιβλία – ευαγγέλια της δυτικής αρχιτεκτονικής του Sebastiano Serlio και του Andrea Palladio δίνουν τις κατευθύνσεις για την παραγωγή μιας αρχιτεκτονικής με καθαρά δυτικές επιδράσεις. Βεβαίως, οι επιδράσεις της ντόπιας αρχιτεκτονικής παράδοσης δεν είναι αμελητέες, αλλά λειτουργούν αντιστρόφως ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία ενός κτιρίου: όσο περισσότερο σημαντικό, από την άποψη της χρήσης και της θέσης του, είναι ένα κτίσμα τόσο οι επιδράσεις της αρχιτεκτονικής της Δύσης πολλαπλασιάζονται. Αντίθετα, σε κτίρια μικρότερης σημασίας ή μεγέθους η επίδραση των τοπικών μορφολογικών προτύπων αυξάνεται σημαντικά.
Στα κτίρια του Χάνδακα αλλά και της άλλης Κρήτης είναι εμφανής η πορεία, με κάποια καθυστέρηση ίσως, της αρχιτεκτονικής εξέλιξης από την ώριμη Αναγέννηση στον μανιερισμό και στο μπαρόκ. Στα νοταριακά έγγραφα του αρχείου της πόλης έχει αποθησαυριστεί πλήθος στοιχείων που αφορούν εργασίες οι οποίες γίνονται σε δημόσια κτίρια, σε εκκλησίες και σε ιδιωτικά κτίσματα. Υπάρχουν περιγραφές των αρχιτεκτονικών ρυθμών, που ακολουθούνται για τη διαμόρφωση των κατασκευών, σημαντικές πληροφορίες για τους αρχιμάστορες και τους τεχνίτες που παίρνουν μέρος στην κατασκευή, για τους γλύπτες που συνεργάζονται στη διακόσμηση των κτιρίων και, ακόμη, προμετρήσεις ή επιμετρήσεις εργασιών και τιμές υλικών και ημερομισθίων.
* Εργοτάξιο ο Χάνδακας
Καθ’ όλον τον 16ο και το πρώτο μισό του 17ου αι., ως την εποχή όπου άρχισε ο μεγάλος Κρητικός Πόλεμος, στην πόλη κατασκευάζονται λαμπρά μνημεία. Την τρίτη δεκαετία του 17ου αι. μάλιστα, στα χρόνια όπου ήταν provveditore generale o Francesco Morosini, άρχισε ένα ευρύ πρόγραμμα εξωραϊσμού του Χάνδακα. Τα έργα της κοσμικής και εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής κατασκευάζονταν παράλληλα με τα τεράστια φρουριακά και λιμενικά έργα. Ετσι η πόλη, τους δύο τελευταίους αιώνες της βενετοκρατίας, ήταν ένα εκτεταμένο και πολύ ενδιαφέρον εργοτάξιο. Υπήρχαν όμως και τμήματα, κυρίως στις λαϊκές γειτονιές, τα οποία, έχοντας πάθει ζημιές από τον χρόνο και τους σεισμούς, έδιναν την εικόνα μιας παλαιάς πόλης με ερειπωμένα σπίτια και ένα αποχετευτικό δίκτυο που παρουσίαζε πολλά προβλήματα.
Το κέντρο της οικονομικής, κοινωνικής και εμπορικής ζωής του Χάνδακα ήταν η κεντρική πλατεία, η σημερινή πλατεία Βενιζέλου, που ονομαζόταν Piazza delle Biade, δηλαδή Πλατεία των Δημητριακών. Ονομάστηκε έτσι γιατί στη νοτιοδυτική πλευρά της, στη θέση τμήματος του παλαιού βυζαντινού τείχους, είχε κατασκευαστεί τον 16ο αι. το κτίριο των κρατικών σιταποθηκών, γνωστό ως «Fondaco». Στη βορειοδυτική πλευρά της πλατείας υπήρχε το δουκικό παλάτι (palazzo ducale), όπου είχε την έδρα του ο ανώτατος βενετός άρχοντας και κυβερνήτης του νησιού, ο δούκας, μαζί με τους συμβούλους του. Το κτίριο ήταν διώροφο και κατελάμβανε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο. Απέναντι ακριβώς, στη βορειοανατολική πλευρά της πλατείας, δέσποζε ο Αγιος Μάρκος, ο μητροπολιτικός ναός των Βενετών. Χτίστηκε τα πρώτα χρόνια της βενετοκρατίας, το 1239. Το κομψό κτίριο είναι μία τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, με υπερυψωμένο το μεσαίο κλίτος και τοξωτό προστώο. Στο υψηλό καμπαναριό του, όπου υπήρχε το ρολόι της πόλης, κυμάτιζε η σημαία της Βενετίας με το σύμβολο της κυριαρχίας της Γαληνοτάτης, τον φτερωτό Λέοντα του Αγίου Μάρκου. Στο δάπεδο του ναού είναι θαμμένοι δούκες και άλλοι σημαντικοί ευγενείς του «Βασιλείου της Κρήτης», που πέθαναν στον Χάνδακα. Το 1554, με φροντίδα της βενετικής διοίκησης, ο δουκικός ναός επισκευάστηκε. Τις εργασίες ανέλαβαν δύο τεχνίτες, οι οποίοι, σύμφωνα με το συμβόλαιό τους, θα λάξευαν και θα τοποθετούσαν κιονόκρανα και βάσεις κιόνων, θα εξωράιζαν την πρόσοψη και θα ενίσχυαν κάποια τμήματα της κατασκευής.
Τίποτα, φευ, απατηλότερο από την αίσθηση της διάρκειας που δίνει η αυτοπεποίθηση των καλών ημερών. Ενώ στις αρχές του 15ου αι. η ισχύς της Βενετίας έμοιαζε άτρωτη και αναλλοίωτη, ο 16ος αι. ήρθε να διαλύσει αυτή την ψευδαίσθηση και να αποδείξει στους αλαζόνες Βενετούς ότι ακόμη και για τη φημισμένη τους πολιτεία ήταν δυνατόν να ισχύσει η προαιώνια αλήθεια: «πάντα ρει». Το τέλος του 15ου αι. έκανε σαφές ότι οι νέες ιστορικές συγκυρίες, που κυοφορούσαν νέες δυναμικές παρουσίες στη μεσογειακή λεκάνη και νέους πολιτικούς σχηματισμούς, θα οδηγούσαν την Dominante, αργά ή γρήγορα, προς την παρακμή της. Τον 16ο αι. οι ημέρες της επέκτασης είναι πλέον παρελθόν. Η νέα πικρή πραγματικότητα είναι ότι οι ημέρες που έρχονται είναι ημέρες συρρίκνωσης και δυσκολιών.
* Η οθωμανική πίεση
Οι μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις που άρχισαν με το ταξίδι του Χριστόφορου Κολόμβου στον Νέο Κόσμο και, κυρίως, ο περίπλους της Αφρικής το 1498 μετέθεσαν το κέντρο βάρους της ναυσιπλοΐας προς τις χώρες της Νοτιοδυτικής Ευρώπης, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ετσι, οι ιταλικές πόλεις – κράτη έχασαν τη δυνατότητα να μονοπωλούν τους θαλάσσιους δρόμους και να λειτουργούν σαν «μεσάζοντες» μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ταυτόχρονα, η οθωμανική πίεση είχε ως συνέπεια την απώλεια σημαντικών μεσογειακών βενετικών κτήσεων, λιμανιών και ναυστάθμων. Οι θαλάσσιοι δρόμοι άρχισαν να περιορίζονται σημαντικά και η επικοινωνία και το εμπόριο να γίνονται με δυσκολία. Οι Τούρκοι έχουν φθάσει πια «προ των πυλών» και η χριστιανική Δύση έχει αποδειχθεί ανίκανη να τους αντιτάξει οποιαδήποτε συνδυασμένη αντίσταση.
Η Βενετία, λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αι., βρίσκεται σχεδόν στο χείλος της χρεοκοπίας, με τα χρέη μεγάλου αριθμού πολιτών προς το κρατικό θησαυροφυλάκιο να έχουν φτάσει σε αστρονομικά ύψη. Αλλά, παρά τις τεράστιες δυσκολίες, είναι υποχρεωμένη από τα πράγματα να προχωρήσει στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή ενός κολοσσιαίου προγράμματος τεχνικών έργων, του μεγαλύτερου που σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία: στην κατασκευή νέων φρουρίων τόσο στην ίδια την περιοχή της, στην Terraferma και στη Laguna, όσο και στις κτήσεις της, στη Δαλματία και στην Ανατολή.
Στις αρχές του 15ου αι. η ανάγκη να εκσυγχρονιστούν οι μεσαιωνικές οχυρώσεις, που προστάτευαν τις πόλεις στην ευρύτερη περιοχή της Βενετίας και στα εδάφη των κτήσεών της, προέβαλε επιτακτική για τη Γαληνοτάτη. Η επανάσταση των πυροβόλων όπλων είχε ήδη δημιουργήσει νέα εποχή για την οχυρωματική τέχνη και τα παλαιά φρούρια δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν πλέον τη συνεχώς αυξανόμενη δύναμη και αποτελεσματικότητα του πυροβολικού.
Στην αρχή οι Βενετοί, όπως εξάλλου και όλοι οι Ιταλοί, προσπάθησαν να προσαρμόσουν τα υπάρχοντα φρούρια στις νέες οχυρωματικές ανάγκες.
* Η οχυρωματική τέχνη
Το μεγαλύτερο διάστημα του 15ου αι. αναλώθηκε στην προσπάθεια να εκσυγχρονιστούν οι μεσαιωνικές οχυρώσεις με την προσθήκη συμπληρωματικών κατασκευών. Αλλά οι αλλαγές αυτές φαίνονταν ξεπερασμένες προτού ακόμη ολοκληρωθούν. Παράλληλα, οι ιστορικές συγκυρίες δεν επέτρεπαν καμία άλλη καθυστέρηση. Ετσι, προκειμένου να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τις κτήσεις της, η Γαληνοτάτη αναγκάστηκε να σχεδιάσει και να εφαρμόσει ένα τεράστιο πρόγραμμα κατασκευής νέων φρουριακών συγκροτημάτων. Για την υλοποίηση αυτού του προγράμματος ενεργοποίησε και επαύξησε το αξιόλογο και πολυπρόσωπο τεχνικό δυναμικό που είχε στη διάθεσή της. Για πρώτη φορά στην ιστορία οι τεχνικοί των κατασκευών βγαίνουν από την αφάνεια και παίζουν, επώνυμα, σημαντικότατο ρόλο στον προγραμματισμό και στην κατασκευή μεγάλων τεχνικών έργων. Από τον 14ο αι. ήδη εμφανίζονται στο προσκήνιο οι «inzegneri ή ingegneri», οι τεχνικοί δηλαδή που είναι ενταγμένοι στον στρατό, οι οποίοι σχεδιάζουν και κατασκευάζουν στρατιωτικά τεχνικά έργα. Το ρήμα «ingenier» στα γαλλικά και «ingegnarsi» στα ιταλικά σημαίνει επινοώ, προσπαθώ, σοφίζομαι, μηχανεύομαι, εφευρίσκω. Οι ingegneri λοιπόν είναι οι άνθρωποι που καλούνται να επινοήσουν διάφορες λύσεις, ώστε να υποστηριχτεί ο στρατός στο έργο του τόσο στην επίθεση όσο και στην άμυνα.
Γρήγορα τα πράγματα εξελίχθηκαν τόσο ώστε, στα μέσα του 16ου αι., η Ιταλία, και κυρίως η Βενετία, να έχουν δημιουργήσει πραγματική σχολή στον τομέα της οχυρωματικής τέχνης.
Αν ο σχεδιασμός και η οργάνωση της κατασκευής των φρουρίων και των άλλων δημόσιων έργων της Κρήτης οφείλονται στους ευρωπαίους αρχιτέκτονες και μηχανικούς, που αποτελούσαν το τεχνικό δυναμικό της Γαληνοτάτης, η ίδια η κατασκευή των κάθε είδους τεχνικών έργων της περιόδου της βενετοκρατίας στο νησί είναι αποτέλεσμα της επίπονης και σκληρής εργασίας των Κρητικών. Για την πραγματοποίηση των σχεδίων της, που αφορούσαν την ανέγερση, κατά τον 16ο αι., των ισχυρών φρουριακών συγκροτημάτων της νήσου, η Βενετία είχε ανάγκη από μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών. Τι φυσικότερο σύμφωνα με τα μέτρα της εποχής από το να σκεφτεί να τα εξασφαλίσει από την κατώτερη κοινωνική τάξη, τους κατοίκους της υπαίθρου και τους χωρικούς; Στις πλάτες των ανθρώπων αυτής της τυραννισμένης τάξης φορτώθηκε ένα τεράστιο έργο, που ουσιαστικά μετέβαλε ένα τμήμα του πληθυσμού, για ορισμένο διάστημα κάθε χρόνο, από «υπηκόους» σε δούλους της Γαληνοτάτης. Η απόφαση αυτή, απόφαση απολύτως εναρμονισμένη με το πνεύμα και τη νοοτροπία της Dominante, της έλυσε ένα τεράστιο πρόβλημα και της επέτρεψε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά της. Δημιουργήθηκε έτσι ο θεσμός των αγγαρειών, ο οποίος για τους Βενετούς απεδείχθη τόσο σημαντικός ώστε στη συνέχεια να επεκταθεί σε όλα τα δημόσια έργα. Μεγάλα κτίρια, λιμενικά έργα, οχυρώσεις και έργα οδοποιίας είχαν ως κύρια πηγή εργατικών χεριών τους «αγγάρικους», τους χωρικούς δηλαδή που έκαναν την καθορισμένη αγγαρεία τους (…).
* Η πορεία των εργασιών
(…) Στην ιστορία των ανθρώπινων έργων διαπιστώνεται μια πικρή και επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα: οι γενεές που σχεδίασαν, οργάνωσαν και κατασκεύασαν μεγάλα τεχνικά έργα, δεν προλαβαίνουν, συνήθως, να δρέψουν τους καρπούς των κόπων τους. Στην περίπτωση του νέου οχυρωματικού περιβόλου του Χάνδακα δεν ήταν μόνο μία, αλλά πολλές οι γενεές που δούλεψαν για την κατασκευή του, δίχως να απολαύσουν τα αποτελέσματα των προσπαθειών τους, αφού για την ολοκλήρωση του έργου απαιτήθηκε χρονικό διάστημα περισσότερο από ενάμιση αιώνα.
Ως χρόνος έναρξης του έργου θεωρείται το 1462, όταν η Γαληνοτάτη έδωσε στις αρχές του Χάνδακα την άδεια να προχωρήσουν στην κατασκευή νέου, ευρύτερου, οχυρού περιβόλου. Αν και ο κύριος οχυρωματικός περίβολος τελείωσε τις πρώτες δεκαετίες του 17ου αι., οι εργασίες για τη συμπλήρωση και επέκταση των οχυρωματικών έργων συνεχίστηκαν τόσο ως την πολιορκία της πόλης από τα οθωμανικά στρατεύματα όσο και καθ’ όλη τη διάρκειά της. Τα έργα στην οχύρωση σταμάτησαν μόνο όταν έπεσε ο Χάνδακας στους Τούρκους, το 1669.
Η έλλειψη απρόσκοπτης και σε σταθερή βάση τακτικής χρηματοδότησης του έργου δημιούργησε μεγάλα προβλήματα και καθυστερήσεις στην πορεία των εργασιών. Επειδή η έναρξη της κατασκευής συνέπεσε με την εποχή των μεγάλων αλλαγών στην οχυρωματική τέχνη και, επίσης, της συνεχούς προόδου στην εξέλιξη των νέων οχυρωματικών συστημάτων, αρκετές φορές ήταν επιβεβλημένο να γίνονται ουσιαστικές αλλαγές σε ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία της χάραξης και του τρόπου κατασκευής του φρουρίου. Κατά τη διάρκεια κυρίως των πρώτων 100 χρόνων έμοιαζε σαν κάποιος αόρατος υπερμηχανικός να παίζει ένα παιχνίδι με την οχύρωση: μόλις είχε, με μύριες δυσκολίες, ολοκληρωθεί ένα σχέδιο της περιμέτρου, έπρεπε να τροποποιηθεί, διότι η οχυρωματική τέχνη είχε προχωρήσει τόσο ώστε να επιβάλλεται να γίνει νέος, πιο σύγχρονος, σχεδιασμός. Σε διαφορετική περίπτωση, η οχύρωση, προτού ακόμη τελειώσει, θα ήταν ξεπερασμένη, άρα ανίσχυρη να προστατεύσει την πόλη.
