Η «μεσογειακότητα» ως αντικείμενο φιλολογικής έρευνας γνωρίζει τελευταία αυξανόμενη δημοτικότητα. Εκτός από το διεθνές συνέδριο «Μύθοι και κοινωνίες στην Ανατολική Μεσόγειο» στους Δελφούς (συνδιοργάνωση των πανεπιστημίων Αθηνών και Lille 3), θα μπορούσα να αναφέρω επίσης τη διεθνή ερευνητική πρωτοβουλία που ανέλαβε πριν από αρκετά χρόνια ο σλοβάκος συγκριτολόγος Dionyz Durisin έφυγε προτού ολοκληρώσει το έργο, αλλά οι συνάδελφοί του στην Ακαδημία Επιστημών της Σλοβακίας τον Νοέμβριο τίμησαν τη μνήμη του με την έκδοση αυτής της συλλογικής έρευνας και τη διοργάνωση συνεδρίου.
Μιλώντας για την ιδέα της «μεσογειακότητας» στο ελληνικό έδαφος και αναζητώντας τις σχετικές «μαρτυρίες» στην ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα, στρεφόμαστε πρώτα απ’ όλα στον Καβάφη. Πολύ προτού η ιδέα αυτή αρχίσει να συζητείται ως μια από τις διαστάσεις της εθνικής καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας ο Καβάφης είχε προβάλει τη δική του πολυδιάστατη θεώρηση της «ελληνικότητας» πέρα από τα ελλαδικά σύνορα. Επιμένοντας ότι δεν είναι «Ελλην» «αλλά Ελληνικός», άπλωνε την έννοια «ελληνικότητα» και γεωγραφικά στη λεκάνη της Μεσογείου και στην Εγγύς Ανατολή και χρονολογικά σε όλη την ιστορική διάρκεια του ελληνικού κόσμου, με έμφαση στην ελληνιστική εποχή.
Η ικανότητα του ελληνικού πολιτισμού εκείνης της εποχής να εμπλουτίζει και να εμπλουτίζεται, η ενσάρκωση της μεσογειακής συμβίωσης του ελληνικού πνεύματος με «το αιγυπτιακό αίσθημα», «το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου» αποτελούν για τον Καβάφη την ανέσπερη αξία της ελληνιστικής κληρονομιάς. Χωρίς να κατονομάσει το φαινόμενο της «μεσογειακότητας», ο Καβάφης αναμφισβήτητα εκφράζει κάποια θεμελιώδη χαρακτηριστικά του. Επικεντρώνοντας την προσοχή του στον ελληνομεσογειακό χρονότοπο, τον ανεβάζει στο βάθρο ενός καθολικού, παγχρονικού παραδείγματος.
Το εθνικό μοντέλο του κόσμου
Με παρόμοιο κλειδί αλλά με διαφοροποιημένα καλλιτεχνικά μέσα η ιδέα της μεσογειακότητας εκδηλώνεται στο έργο των ποιητών της γενιάς του ’30 Γιώργου Σεφέρη, Γιάννη Ρίτσου και Οδυσσέα Ελύτη. Αν ο Καβάφης μυθοποιεί τις συνισταμένες της ελληνικότητας, επιστρατεύοντας τον μύθο ως δραστικό μέσο ερμηνείας του παγχρονικού, ξεφεύγοντας παράλληλα από τα παραδοσιακά μυθολογικά μοτίβα και αναθέτοντας τον ρόλο του μύθου στην ιστορία, η νεότερη ποιητική γενιά διαβλέπει στον μύθο τις πρωταρχικές πηγές του νέου ελληνικού κόσμου. Παρ’ όλη τη χτυπητή ανομοιότητα μεταξύ τους, έχουν συμβάλει ο καθένας με τον τρόπο του στη διαμόρφωση των αντιλήψεων που συνθέτουν σήμερα την εικόνα του ελληνικού πολιτισμού και το αναδυόμενο απ’ αυτήν εθνικό μοντέλο του κόσμου.
Αξιοπρόσεκτο ρόλο στην πορεία και στην αποκρυστάλλωση αυτής της διαδικασίας έπαιξε η διαμόρφωση και η εξέλιξη της «μεσογειακής» ιδέας. Η εύγλωττη μαρτυρία του Γ. Σεφέρη εντοπίζει τη σημαδιακή στροφή στις διαθέσεις και στις αναζητήσεις της νέας γενιάς της δεκαετίας του ’30 προς «ένα είδος νησιώτικης ιδιοσυγκρασίας. Το Αιγαίο με τα νησιά του, η θαλασσινή μυθολογία, το ταξίδι προς όλες τις κατευθύνσεις είναι τα πράγματα που (τους) συγκινούν και που προσπαθούν να εκφράσουν». Εκείνος όμως που έδωσε στη στροφή αυτή μια θεωρητική θεμελίωση και μίλησε ειδικά για τη μεσογειακή διάσταση του Ελληνισμού ήταν ο Ελύτης. Μεταξύ άλλων, σε εκείνον οφείλεται λ.χ. η σημαντική παρατήρηση πως οι αλλαγές στην ποιητική ιδιοσυγκρασία συνοδεύονται και εν πολλοίς κεντρίζονται από την ανανέωση των εκφραστικών μέσων.
Σύμφωνα με τον Ελύτη, τα υπερρεαλιστικά διδάγματα υπήρξαν για την ελληνική ποίηση ισχυρό μέσο απελευθέρωσης όλου του συστήματος της ποιητικής λειτουργίας. Υπογραμμίζοντας ότι ούτε αυτός ούτε οι συνοδοιπόροι του υπήρξαν πιστοί οπαδοί της σχολής, βλέπει την κύρια προσφορά του υπερρεαλισμού στο ότι «σαν καταιγίδα, ανέτρεψε τον ορθολογισμό… προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να συνδεθούμε φυσιολογικά με τον τόπο μας και να αντικρίσουμε την ελληνική πραγματικότητα δίχως τις προκαταλήψεις…», «… μας κατέστησε ικανούς να δημιουργήσουμε μια μορφή αλφαβήτου από στοιχεία γνήσια ελληνικά και με τούτα να εκφραστούμε».
Το αποτύπωμα του Αιγαίου
Επί της ουσίας η κίνηση αυτή ήταν μια νέα, σε μια καινούργια στροφή της έλικας, αναβάπτιση στην παράδοση αιώνων, κατάκτηση της ταυτότητας μέσω της ανίχνευσης του παραδοσιακού ιστορικοπολιτισμικού χώρου. Στο γενικό κοσμοθεωρητικό σύστημα του Ελύτη οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας εγγράφονται στο «μεσογειακό» πλαίσιο που κρίνεται ως ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή, αυτοφυής σύνθεση ιδεών, σημαδεμένη με το στίγμα του χώρου:
Στο σύστημα των εθνικών αντιλήψεων των Ελλήνων για τον καθημερινό τους βίο το μεσογειακό στίγμα είναι εμφανές και νομοτελειακό, καθορισμένο από τον κοινό ή συγγενικό χαρακτήρα πολλών θεμελιακών παραγόντων. Από τη δέσμη τους θα ξεχωρίσουμε και θα θέσουμε στο επίκεντρο την ισχυρή δύναμη της μεσογειακής φύσης τη θάλασσα. Οι ποιητές στους οποίους αναφερόμαστε γεννήθηκαν δίπλα στη θάλασσα: ο Σεφέρης στη Σμύρνη, ο Ρίτσος στη Μονεμβασιά, ο Ελύτης στην Κρήτη. Η θάλασσα μπήκε στη ζωή τους με τις πρώτες εντυπώσεις και σφράγισε τις προσλήψεις τους, την καλλιτεχνική τους ματιά και ιδιοσυγκρασία. «…Για πολλούς από μας οι πλώρες των καραβιών έχουν μια θέση στο παιδικό μας εικονοστάσι» ομολογεί ο Σεφέρης, και ο Ρίτσος στο όψιμο «Τερατώδες αριστούργημα» θυμάται πως έμενε ώρες και ώρες από μικρό παιδί στον βράχο της Μονεμβασιάς «με ασάλευτα τα βλέφαρά μου // αγνάντια στη Μυρτώα Θάλασσα αντιγράφοντας τη στάση ενός μαρμάρινου Ποσειδώνα».
Η μόνιμη ψυχοσωματική επαφή με τη θάλασσα ανοίγει στον παιδικό μικρόκοσμο τη διάσταση απεραντοσύνης που αγγίζει όχι μόνο τις παραστάσεις του χώρου αλλά κατηγορίες όπως η αιωνιότητα, η κίνηση, ο αγώνας, η αναζήτηση. Για τον Ρίτσο γίνεται επιπλέον σύμβολο αντίστασης στον θάνατο, στις βαριές οικογενειακές απώλειες, στη φυματίωση που απειλούσε και τη δική του ζωή. Με τις ανεξίτηλες εντυπώσεις των παιδικών και νεανικών του χρόνων συνδέει και ο Ελύτης τη δική του βίωση της φύσης ως κληρονομιάς των προγόνων, ουσίας που διαποτίζει όλο του το είναι. Πολύ πριν από τις πρώτες ποιητικές δοκιμές ένιωσε μέσα του το σκίρτημα της μυθογένεσης, όπου το Αιγαίο δεν ήταν ένα γεωγραφικό locus αλλά η ίδια η μοίρα, «ένα είδος δακτυλικό αποτύπωμα». Στην ποίηση του Σεφέρη τα πολυσήμαντα σύμβολα της θάλασσας στρέφονται κυρίως προς την οικουμενική θέαση της ιστορικής μοίρας του ελληνικού κόσμου. Με αναφορές στο πέλαγο «τόσο πικρό για την ψυχή σου», κάποτε ο ποιητής στοχάζεται τις πίκρες από εθνικές ήττες και απώλειες, και η μορφή της Γοργόνας που επιμένει να ρωτά για τον Μεγαλέξανδρο διαπερνά τους στίχους του και γίνεται το τυπογραφικό του σήμα. Εδώ μπορούμε να θυμηθούμε και μια όμορφη συνειρμική αλυσίδα του Ελύτη: «Πρέπει να ξέρεις ν’ αρπάξεις τη θάλασσα από τη μυρωδιά για να σου δώσει το καράβι και το καράβι να σου δώσει τη Γοργόνα κι η Γοργόνα τον Μεγαλέξανδρο και όλα τα πάθη του Ελληνισμού».
Το θέμα της θάλασσας διαμορφώνεται σαν μοιροφόρο της ελληνικής ιστορίας, σύμβολο της τραγικής δοκιμασίας αλλά και της προσδοκίας του Ελληνισμού, των ηθικών του αρχών («Θέληση του Ελληνα να είναι δίκαιος, να είναι ελεύθερος, να φυλά τη γλώσσα του. Λίγα νησάκια σώζονται από αυτή τη θέληση· αλλά το μικρό αυτό αρχιπέλαγος είναι ό,τι αξίζει στον τόπο μας». Το μοτίβο αυτό, αν και περιορισμένο σε έκταση, έχει στο έργο του Σεφέρη μια ιδιαίτερη βαρύτητα και βρίσκεται σε άμεση ανταπόκριση με ένα δικό του «πολύ οργανικό συναίσθημα που ταυτίζει την ανθρωπιά με την ελληνική φύση». *
* Η κυρία Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
