Μια πολύ σημαντική αλλά και γοητευτική συνάμα πλευρά της αρχαιολογικής έρευνας, η οποία ωστόσο δεν είναι και τόσο γνωστή σε όσους βρίσκονται έξω από τα… αρχαιολογικά κυκλώματα, είναι η ιστορία που κρύβεται πίσω από μερικά αρχαία κομμάτια ή και σπαράγματα από μεγάλα αρχιτεκτονικά σύνολα, τα οποία για κάποιους λόγους, τυχαίους ή και σκόπιμους, έχουν ταξιδέψει μακριά από τον τόπο της καταγωγής τους. Αυτή η αναζήτηση της ιστορίας είναι σαν μια περιπλάνηση που κάνουν οι αρχαιολόγοι κάθε φορά που προσπαθούν να καταλάβουν την προέλευση ενός κομματιού σκαλισμένου μαρμάρου ή και πέτρας, όταν ψάχνουν να βρουν από ποιο μνημείο ή και τόπο προέρχεται ή σε ποιο γλυπτό ή κτίριο ταιριάζει να κολλήσει. Τέτοιου είδους έρευνα καμιά φορά παρασύρει τον αρχαιολόγο σε «ταξίδια» στον χώρο και στον χρόνο που ούτε υποψιαζόταν όταν ξεκινούσε το ψάξιμο, γιατί από πολύ παλιά τα αρχαία μάρμαρα ταξίδευαν, όχι μόνο ως αυτοτελή έργα αλλά ακόμη και ως μικρά ή μεγαλύτερα σπαράγματά τους.
Ενα τέτοιο λοιπόν «ταξίδι» αξίζει ίσως να παρακολουθήσουμε, με συνταξιδιώτες τα σπαράγματα από ένα από τα μεγαλύτερα έργα της αρχαιότητας. Ενα από τα επτά θαύματα του κόσμου, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού. Το εγχείρημα θυμίζει θρίλερ, καθώς στην ιστορία μας μπλέκουν σταυροφόροι και ιππότες, μαρκήσιοι και πρεσβευτές, παλιοί διάσημοι αρχαιολόγοι και ιστορικοί, και βέβαια και σύγχρονοι συνάδελφοί τους, ενώ η περιπλάνηση θα μας φέρει σε κάστρα του Αιγαίου αλλά και σε μέγαρα και βίλες της Γένοβας και επίσης και σε μουσεία, όπως της Αλικαρνασσού (του σύγχρονου Μποντρούμ δηλαδή), της Ρόδου, και φυσικά και… του Λονδίνου. Για να μην παρασυρθούμε όμως από τυχόν πονηρούς συνειρμούς που γίνονται αυτόματα και μόνο με την αναφορά του Βρετανικού Μουσείου, διευκρινίζεται από την αρχή ότι αυτή τη φορά η ιστορία μας δεν έχει σχέση με διεκδικήσεις και επαναπατρισμούς πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι απλώς ένα αθώο αλλά πολύ γοητευτικό «ταξίδι», έτσι όπως το αφηγείται ο καθηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης κ. Νίκος Σταμπολίδης.
Ανατομία ενός… σκαλισμένου μαρμάρου
Η ιστορία του αρχίζει στην Κω ένα απομεσήμερο του καλοκαιριού του 1982, όταν περιδιαβάζοντας στο μεσαιωνικό κάστρο ξεχώρισε, ανάμεσα σε ένα σωρό από σπασμένα αρχαία μάρμαρα και πέτρες που ήταν στοιβαγμένα σε μια γωνιά, ένα πολύ μικρό κομμάτι σκαλισμένο μάρμαρο. Ενα μαρμάρινο απότμημα με ανάγλυφη παράσταση, όπως θα έλεγαν οι αρχαιολόγοι, το οποίο όμως, παρά το μικρό μέγεθός του, διατηρούσε μια ξεχωριστή ποιότητα στη γλυφή του. Ή έτσι του φάνηκε.
Στο κάτω μέρος, στη βάση δηλαδή, υπήρχε ένα κοιλόκυρτο κυμάτιο ύψους 5 εκ. και αμέσως μετά μια επίπεδη ταινία που χρησίμευε ως βάση ή «έδαφος», επάνω στο οποίο ακουμπούσε η παράσταση. Η αριστερή πλευρά του κομματιού, που ήταν φανερό ότι αποτελούσε ένα σπασμένο τμήμα μιας μεγαλύτερης ανάγλυφης πλάκας, ήταν επεξεργασμένη έτσι ώστε να εφαρμόζει σε άλλη διπλανή πλάκα. Είχε δηλαδή αυτό που λένε αναθύρωση. Στην πρόσθια πλευρά τώρα, το κομμάτι αυτό διέσωζε το μεγαλύτερο μέρος του μηρού κάποιας μορφής, το γόνατο και μεγάλο μέρος της κνήμης.
Υπήρχε ακόμη ένα τμήμα ενδύματος που απλωνόταν στο πάνω μέρος του μηρού και επίσης ένα μέρος υποδήματος που έφθανε στο επάνω μέρος της κνήμης. Τόσο η επεξεργασία του ποδιού όσο και η ιδέα του ενδύματος, το οποίο φθάνει ως το γόνατο, αλλά αφήνει να φαίνεται ο μηρός, που είναι φανερό ότι ήταν γυναικείος, αλλά και το είδος του υποδήματος, που απαντάται μόνο σε αθλητές ή αμαζόνες, έστρεψαν τη σκέψη του σε παράσταση αμαζόνας. Το γεγονός δε ότι η αριστερή πλευρά του κομματιού ενωνόταν με κάποια άλλη πλάκα δήλωνε ότι το εύρημά του πιθανόν να ήταν η σπασμένη πλάκα κάποιας ζωφόρου. Από το μήκος του μηρού και της κνήμης υπολόγισε ότι το ύψος της γυναικείας αυτής μορφής, αν στεκόταν όρθια, θα ήταν περίπου 75-80 εκ., ενώ με το κυμάτιο και την ταινία η πλάκα θα έπρεπε να φθάνει τα 90 εκ. ύψος. Αρα, σκέφθηκε ο κ. Σταμπολίδης, θα έπρεπε να αναζητήσει στην Κω ένα μεγάλο μνημείο με ζωφόρο ύψους 90 εκ.
Από την άλλη μεριά, το ίδιο το εύρημα δεν ήταν μεγάλο. Το μεγαλύτερο ύψος του ήταν μόλις 26 εκ., το μέγιστο μήκος του 19 εκ. και είχε πάχος 36 εκ. Το ξεχώρισε, το φωτογράφισε, και το έβαλε στο μουσείο του Κάστρου ανάμεσα σε άλλα εκθέματα, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να το μελετήσει. Υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. Ξανάπιασε στα χέρια του το σκαλισμένο μάρμαρο έπειτα από τρία χρόνια και διαπίστωσε ότι και πάλι η εντύπωση για την επεξεργασία ήταν, όπως και την πρώτη φορά, μιας μοναδικής ποιότητας. Ετσι, αποφάσισε να ψάξει από ποιο μνημείο της Κω θα μπορούσε να προέρχεται ένα τέτοιο ανάγλυφο.
Η Αλικαρνασσός στην αντικρινή ακτή
Ηταν φανερό λοιπόν ότι η επεξεργασία του κομματιού πρόδιδε μια καταπληκτική κατεργασία με όλες τις λειάνσεις και τις μεταβάσεις από το ένα επίπεδο του ποδιού στο άλλο. Ακόμη, πρόσεξε ότι ο τρόπος που ακουμπούσε στην ταινία της βάσης μια άκρη υφάσματος από το ένδυμα της γυναίκας ήταν μεγαλειώδης. Υπήρχε μια «συνομιλία» του ενδύματος με το χώμα, η οποία δεν βρίσκεται στα έργα της ρωμαϊκής ή της ελληνιστικής περιόδου ή ακόμη και στα περισσότερα της κλασικής. Συναντάται σε λίγα μόνον έργα που οι αρχαιολόγοι ονομάζουν δραματικά, τα κυριότερα από τα οποία ανήκουν στο μέσο του 4ου π.Χ. αι. και προέρχονται από δημιουργούς όπως ο Πραξιτέλης ή ο Σκόπας ή τέλος πάντων καλλιτέχνες αυτού του μεγέθους. Αν λοιπόν η πλάκα ανήκε σε κάποια ζωφόρο που χρονολογείται στα 350 π.Χ., θα έπρεπε να βρεθεί ανάλογο μνημείο στην Κω και κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Αυτόματα τότε ήρθε στο νου του η απέναντι ακτή της Μ. Ασίας και η Αλικαρνασσός. Εκεί υπάρχουν τα ερείπια του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού, ενός από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, μια από τις ζωφόρους του οποίου απεικόνιζε Αμαζονομαχία και στην οποία είναι γνωστό ότι εργάστηκαν ο Πραξιτέλης, ο Σκόπας, ο Λεοχάρης και άλλοι, μαζί με τον ντόπιο Βρύαξη. Ξαφνικά το ταπεινό εύρημα που ο αρχαιολόγος ξεχώρισε στον σωρό με τις αρχαίες πέτρες και τα μάρμαρα αποκτούσε μυθικές διαστάσεις!
Στο Μποντρούμ, όπου βέβαια πήγε αμέσως ο κ. Σταμπολίδης μαζί με μια ακριβέστατη αποτύπωση σε κλίμακα 1Χ1 του κομματιού της Κω, φωτογραφίες κλπ., βρήκε πολλές ενδιαφέρουσες συσχετίσεις του ευρήματός του με όσες από τις πλάκες της ζωφόρου με την Αμαζονομαχία φυλάσσονται στο εκεί μικρό μουσείο. Πρόκειται ουσιαστικά για ανασκαφικά ευρήματα δανών και ιταλών αρχαιολόγων, οι οποίοι συνεχίζουν τα τελευταία χρόνια την παλιά ανασκαφή του 1860 που διεξήγε ο Newton. Στο Μποντρούμ ο αρχαιολόγος βρήκε ότι το κομμάτι της Κω είχε ακριβώς το ίδιο πάχος με τις πλάκες της ζωφόρου, ότι τεχνοτροπικά τα ανάγλυφα έμοιαζαν και ότι το κοιλόκυρτο κυμάτιο και η ταινία της βάσης ήταν πανομοιότυπα. Σημείωσε όμως και μια εντυπωσιακή λεπτομέρεια. Στο πρόσθιο τμήμα της κάτω πλευράς υπήρχε ένα νεροφάγωμα, μια λείανση δηλαδή, που γίνεται σε ανάγλυφα τα οποία εξέχουν κάπως από τον τοίχο όπου εδράζονται και πρέπει να έχουν επί αιώνες δεχθεί εκεί τα νερά της βροχής. Αυτό το νεροφάγωμα λοιπόν υπάρχει τόσο στις πλάκες της Αλικαρνασσού όσο και στο κομμάτι της Κω, και σημαίνει ότι όχι μόνον ανήκαν στο ίδιο μνημείο, αλλά είχαν και την ίδια τύχη επί αιώνες. Ως την καταστροφή δηλαδή του μνημείου από σεισμό, στις αρχές του 13ου αι.
Εκτός όμως από το Μποντρούμ, ένα τμήμα της ζωφόρου υπάρχει και στο Βρετανικό Μουσείο (ΒΜ) και αυτό έπρεπε επίσης να ενταχθεί στην έρευνα, κυρίως γιατί το κομμάτι της Κω δεν κολλούσε εικονογραφικά με τις πλάκες της Αλικαρνασσού, πράγμα που θα αποτελούσε ατράνταχτη απόδειξη για την ταύτισή του, αλλά και για κάποιον άλλο λόγο. Οι πλάκες της Αλικαρνασσού και το κομμάτι της Κω είχαν πάχος 36 εκ. ακριβώς. Αντίθετα, όλα τα κομμάτια του ΒΜ έχουν πάχος μόνο 17 εκ. Επρεπε να διαπιστωθεί γιατί υπήρχε η διαφορά. Στο Λονδίνο αποδείχθηκε ότι οι πιο πολλές από τις πλάκες της ζωφόρου που εκτίθενται στο μουσείο είχαν διαφορετική τύχη μεταξύ τους, αλλά οι περισσότερες είχαν μεταφερθεί εκεί μετά τις ανασκαφές του Newton και του Billiotti, με άδεια του Αμπντούλ Χαμίτ μεταξύ 1850 και 1860. Επειδή όμως τα πλοία τότε ήταν ιστιοφόρα και δεν έπαιρναν μεγάλο βάρος, κόπηκαν στο μισό πάχος τους, στα 17 εκ. περίπου, και οι Αγγλοι πήραν μόνο το πρόσθιο τμήμα με τις ανάγλυφες παραστάσεις. Εκτός όμως από τη διαφορά του πάχους, ήταν τώρα βέβαιο ότι τόσο οι πλάκες της Αλικαρνασσού όσο και του ΒΜ, αλλά και το απότμημα της Κω, προέρχονται από το ίδιο σύνολο. Υπήρχε όμως και συνέχεια…
Το κληρονομικό θρίλερ της… πλάκας 1022
Ανάμεσα στις πλάκες του ΒΜ υπήρχε και η πλάκα 1022 (όπως είναι καταγραμμένη στον κατάλογο του μουσείου), η οποία δεν είχε έρθει ούτε από τον Newton ούτε είχε αγοραστεί κατ΄ άλλον τρόπο από την Τουρκία. Κατά περίεργη σύμπτωση δε, στο κέντρο αυτής της πλάκας υπάρχει ένας έλληνας πολεμιστής, ο οποίος φαίνεται να καταβάλει μια αμαζόνα η οποία είναι γονατισμένη και το δεξί χέρι της είναι υψωμένο προς το γένι του άνδρα, ενώ το αριστερό, αν και κομμένο ψηλά πάνω από τον αγκώνα, φαίνεται να κλίνει προς τα κάτω. Η μορφή έχει στάση ικετευτική, αλλά η πλάκα τελειώνει κόβοντας τη γυναίκα ακριβώς στο σημείο που αρχίζει ο μηρός. Σε αυτό το σημείο εφαρμόζει επίσης ακριβώς το κομμάτι της Κω, συνεχίζοντας τον μηρό και τον κοντό χιτώνα της αμαζόνας! Σε μια μελέτη της ιστορικού του 18ου και του 19ου αι. Α. Bettinni αναφέρεται ότι η πλάκα 1022 αποκτήθηκε χάρη στις προσπάθειες του πρεσβευτή της Αγγλίας στη Γένοβα την ίδια εποχή περίπου που τα ευρήματα του Newton μεταφέρθηκαν από την Τουρκία. Η πλάκα 1022 ήταν γνωστή στη Γένοβα και ο άγγλος πρέσβης ήξερε ότι προερχόταν από το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, γι’ αυτό και την αγόρασε από τον μαρκήσιο Di Negro, το σαλόνι του οποίου κοσμούσε. Ετσι, ένα χρόνο μετά τα αποκτήματα του Newton, ο πρέσβης Montague Brown έστελνε ένα ακόμη συμπλήρωμα στο Λονδίνο.
Το… θρίλερ όμως δεν σταματάει εδώ, καθώς η πλάκα 1022 έχει τη δική της περιπετειώδη περιπλάνηση, την οποία θα μπορούσε να ανασυστήσει μια έρευνα στα αρχεία. Βρέθηκε λοιπόν ότι ο μαρκήσιος κληρονόμησε την πλάκα από τη θεία του, η οποία την κληρονόμησε από τον Vincenco Spinola, ο οποίος με τη σειρά του την είχε κληρονομήσει από τον παππού του κάποτε γύρω στα 1750. Πράγματι οι ιστορικοί του 18ου αι. στη Γένοβα αναφέρουν το ανάγλυφο, το οποίο μάλιστα απεικονίζεται και σε χαρακτικό της εποχής. Βρισκόταν στο παλάτσο Spinola στη via Canetto il Lungo και είναι γνωστό έργο. Αλλά και ο Vicenzo Spinola πάλι με κληρονομιά απέκτησε την πλάκα 1022 από έναν μακρινό πρόγονό του, ο οποίος είχε καταλάβει την Ανδρο και την Πάρο το 1432. Οι ιστορικοί της Γένοβας πίστευαν πως το έργο έφθασε στη Γένοβα από τις Κυκλάδες. Αντίθετα όμως, ένας άγγλος ιστορικός σημειώνει για το ίδιο έργο ότι προέλευσή του ήταν η Αντιόχεια και το έφεραν από εκεί οι σταυροφόροι. Ετσι, στους καταλόγους του ΒΜ τόπος προέλευσης της πλάκας σημειώνεται η ευρύτερη περιοχή της ΝΔ Μικράς Ασίας και των νησιών.
Οι ιωαννίτες ιππότες της Αναγέννησης
Ψάχνοντας την ιστορία της πλάκας 1022 αλλά και ολόκληρης της ζωφόρου με την Αμαζονομαχία, ο κ. Σταμπολίδης βρέθηκε στο Μουσείο της Ρόδου, όπου υπάρχει ένα άλλο απότμημα αρχαίου αναγλύφου με μια άλλη αμαζόνα. Το ανάγλυφο είναι πολύ κατεστραμμένο και είχε αρχικά θεωρηθεί ρωμαϊκό. Σώζει όμως το κοιλόκυρτο κυμάτιο και την ταινία της βάσης και από εκεί φαίνεται ότι επίσης ανήκει στη ζωφόρο της Αλικαρνασσού. Η έρευνα οδήγησε τον αρχαιολόγο ήδη στον 15ο αιώνα και στους σταυροφόρους, σε μια εποχή κατά την οποία οι ιδέες της Αναγέννησης είναι έντονες, κυρίως στους Ιταλούς. Από εδώ και πέρα αρχίζει να ξετυλίγεται μια άλλη πλευρά του θρίλερ, σε ένα άλλο κεφάλαιο της Ιστορίας.
Οπως είναι γνωστό, οι ιωαννίτες ιππότες έχτισαν το Κάστρο της Κω, όπως και το κάστρο του Μποντρούμ, το οποίο κατέλαβαν οι Τούρκοι το 1522. Στην ιστορία λοιπόν των ιωαννιτών ιπποτών και στο κεφάλαιο της παράδοσης του κάστρου του Μποντρούμ αναφέρονται δύο ονόματα ιπποτών που συμμετείχαν στην παράδοση. Είναι ο Battista και ο Bartolomeo Spinola. Ανήκουν σε κάποιον κλάδο της οικογένειας Spinola της Γένοβας; Η σύμπτωση οδηγεί σε υποθέσεις και οι υποθέσεις σε πιθανά συμπεράσματα για την τύχη που είχαν διαφορετικά τμήματα, σπαράγματα της περίφημης ζωφόρου του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού.
Κάπου εδώ όμως τελειώνουν, μαζί με την υπομονή του αναγνώστη, και οι περιπλανήσεις του ερευνητή, ο οποίος καταλήγει ότι το μικρό σπασμένο ανάγλυφο που βρήκε ένα απομεσήμερο πριν από 16 χρόνια στην Κω θα πρέπει να μεταφέρθηκε από τους ιωαννίτες ιππότες από την Αλικαρνασσό στην Κω μαζί με άλλο οικοδομικό υλικό από τα ερείπια της αρχαίας πόλης, για να το χρησιμοποιήσουν στο Κάστρο τους, ενώ δεν αποκλείεται καθόλου να φορτώθηκε και σαν σαβούρα σε κάποιο ιστιοφόρο που έκανε την ίδια διαδρομή. Κάπου εδώ λοιπόν τελειώνει και ο δικός μας πλους στην Ιστορία μαζί με τα «ταξίδια» των πλανήτων λίθων της αρχαιότητας. Αλλες από αυτές τις πέτρες ήταν διάσημες, όπως το σπασμένο κομμάτι από το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, στο οποίο η τύχη επιφύλαξε ταπεινή κατάληξη σαν έρμα ιστιοφόρων, και άλλες γνώρισαν δόξες στις περιπλανήσεις τους, όπως η πλάκα 1022, ενώ σήμερα πια σχεδόν όλες καταλήγουν αξιοθέατα σπαράγματα σε διάφορα μουσεία.
