Οι μεταρρυθμιστές και το δίλημμα του φυλακισμένου

Οι μεταρρυθμιστές και το δίλημμα του φυλακισμένου Γνωρίζουν ότι δεν τους εμπιστεύονται οι πολίτες και γι'' αυτό μιλούν συνέχεια περί «αξιοπιστίας» Δ. Β. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ - Χ. Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ Θυμάστε τις έντονες διαμαρτυρίες που προκάλεσε η κατάργηση της επετηρίδας στη μέση εκπαίδευση πέρυσι; Ποια ήταν η μόνιμη επωδός των διαμαρτυρομένων; Η έλλειψη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση ότι

Οι μεταρρυθμιστές και το δίλημμα του φυλακισμένου


Θυμάστε τις έντονες διαμαρτυρίες που προκάλεσε η κατάργηση της επετηρίδας στη μέση εκπαίδευση πέρυσι; Ποια ήταν η μόνιμη επωδός των διαμαρτυρομένων; Η έλλειψη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση ότι θα τηρήσει τις υποσχέσεις της ­ ότι δηλαδή θα θεσμοθετήσει ένα πράγματι αδιάβλητο σύστημα εξετάσεων για την επιλογή των καθηγητών στη μέση εκπαίδευση. Ενας εκπαιδευτικός εξέφρασε εύστοχα τη διάχυτη καχυποψία: «Πώς να εμπιστευθούμε σε αυτή τη χώρα τέτοια συστήματα;» (βλ. «Τα Νέα», 22.8.97).


Η κρίσιμη λέξη είναι «εμπιστοσύνη». Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι το πιο σημαντικό εμπόδιο για έναν μεταρρυθμιστή είναι ακριβώς η έλλειψη εμπιστοσύνης, η αμοιβαία καχυποψία, μεταξύ πολιτών και κυβέρνησης, η οποία εκ παραδόσεως χαρακτηρίζει τη νεοελληνική κοινωνία. Η καχυποψία μάλιστα έχει πάρει τόσο έντονες διαστάσεις στις ημέρες μας, ώστε να διαπερνά ακόμη και συνηθισμένες σχέσεις οικονομικής συναλλαγής μεταξύ των ατόμων. «Προσέξτε την εταιρεία που σας βάζει πετρέλαιο» επαναλαμβάνουν κάθε χειμώνα οι εφημερίδες. «Μπορεί να σας κλέβουν». Σε αυτή τη χώρα ποιον να εμπιστευθείς;


Οι ελίτ που απασχολούνται με τα κοινά ­ κυρίως οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες ­ γνωρίζουν βέβαια ότι δεν τους εμπιστεύονται οι πολίτες και γι’ αυτό μιλούν συνέχεια περί «αξιοπιστίας». Μόνο που δεν αντιλαμβάνονται ότι ακριβώς αυτή η φλυαρία περί αξιοπιστίας μειώνει περισσότερο την αξιοπιστία τους, στο μέτρο που δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη πρακτική. Η συνέπεια είναι ότι βαθαίνει περισσότερο η καχυποψία, ευτελίζεται ακόμη και η ορθή διάγνωση του προβλήματος.


Πάρτε για παράδειγμα τις συνεχείς αλλαγές του φορολογικού συστήματος. Τροποποιείται διαρκώς, επί το πολυπλοκότερον. Ο στόχος της κυβέρνησης είναι σαφής: να γεμίσουν τα δημόσια ταμεία. Ο στόχος των φορολογουμένων είναι επίσης σαφής: να αποφύγουν τη φορολογία, όπου και όπως μπορούν. Προσέξτε τον φαύλο κύκλο: το κράτος διαπιστώνει τη μεγάλη έκταση της φοροδιαφυγής και θεσπίζει όλο και περισσότερους κανόνες· οι φορολογούμενοι, βλέποντας ότι το κράτος παντοίω τρόπω προσπαθεί να τους φορολογήσει, προσπαθούν να αποκρύψουν το εισόδημά τους φοροδιαφεύγοντας, με συνέπεια το κράτος να επιτείνει τις φοροεισπρακτικές του προσπάθειες κ.ο.κ. Το ελληνικό κράτος στα μάτια του πολίτη είναι ευνοιοκρατικό, απρόβλεπτο και εν τέλει ληστρικό· ο έλληνας πολίτης στα μάτια του κράτους είναι εξαρχής ύποπτος φοροδιαφυγής.


Πρόβλημα εμπιστοσύνης


Στην καρδιά του φαύλου κύκλου της φοροδιαφυγής είναι το Δίλημμα του Φυλακισμένου. Πολύ απλά: κάθε πολίτης έχει τη δυνατότητα να πληρώσει ή να μην πληρώσει πλήρως τους φόρους του. Αν όλοι αποφασίσουν να πληρώσουν τους φόρους τους, τότε όλοι ωφελούνται, αφού αυξάνονται τα δημόσια έσοδα, άρα και τα χρήματα για δημόσιες δαπάνες από τις οποίες όλοι έχουν όφελος. Πώς ξέρουμε όμως ότι όντως όλοι θα πληρώσουν; Αν υπήρχε ένας μηχανισμός ο οποίος θα επέβαλλε αυτή τη συμφωνία, τότε δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Δυστυχώς τέτοιος μηχανισμός δεν υπάρχει όμως, με συνέπεια να είναι πλεονεκτικό για ένα άτομο να μην πληρώσει τους φόρους του ενόσω οι άλλοι πληρώνουν, αφού με τον τρόπο αυτό και θα έχει αυξημένο ατομικό εισόδημα και θα επωφεληθεί από τα αυξημένα, χάρη στους φόρους των άλλων, δημόσια έσοδα. Οταν όλα τα άτομα το συνειδητοποιήσουν αυτό, τότε, ορθολογικώς σκεπτόμενα, θα τείνουν να αποκρύπτουν φορολογητέο εισόδημα, με συνέπεια να δημιουργείται ο φαύλος κύκλος που περιγράψαμε.


Το Δίλημμα του Φυλακισμένου (εφεξής ΔτΦ) εξηγεί πολλές κοινωνικές δυσλειτουργίες, καθ’ ότι η επίλυση του διλήμματος αυτού είναι η βάση του κοινωνικού συντονισμού. Τα παραδείγματα από τη σημερινή Ελλάδα αφθονούν. Γιατί να καταταγώ στον στρατό αφού αφενός θα καταταγούν άλλοι, αφετέρου μπορώ να μείνω για λίγα χρόνια ανυπότακτος και αργότερα να εξαγοράσω τη θητεία μου; Με παρόμοια συλλογιστική: γιατί να αποπληρώσω το δάνειο στην ΑΤΕ αφού μπορώ, με τα κατάλληλα μέσα, να πιέσω το κράτος να μου το χαρίσει; Γιατί να κοπιάσω να δώσω εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, αφού μπορώ να εγγραφώ σε κάποιο ίδρυμα της αλλοδαπής και στη συνέχεια να επιδιώξω τη μετεγγραφή μου; Παρομοίως: γιατί να μην προσπαθήσω να μπω με μέσον στο Δημόσιο; Γιατί να πληρώσω την κλήση της Τροχαίας; Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε δια μακρόν, αλλά είναι ήδη αντιληπτό τι εννοούμε.


Το πρόβλημα του κοινωνικού συντονισμού είναι τελικά πρόβλημα εμπιστοσύνης. Το άτομο δεν εμπιστεύεται ότι άλλα άτομα θα ενεργήσουν σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον. Το ΔτΦ επιλύεται με αμοιβαίο επωφελή τρόπο εφόσον δημιουργηθεί εμπιστοσύνη μεταξύ των συμβαλλομένων ­ εφόσον δηλαδή πεισθούν τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες ότι οι κρατικές πρωτοβουλίες προασπίζουν το δημόσιο συμφέρον.


Σε μια κοινωνία υψηλής εμπιστοσύνης, ηθικές κυρώσεις (π.χ. η ντροπή, η δυσφήμηση) αρκούν για την ενθάρρυνση επιθυμητών συμπεριφορών. Επιπλέον, ευνοείται η αυθόρμητη συνεργασία, με συνέπεια να μειώνεται η ανάγκη για κρατικό παρεμβατισμό προκειμένου να αποτραπούν ή να διορθωθούν ανέντιμες συμπεριφορές, άρα μειώνεται έτσι και το κόστος ελέγχου ανέντιμων συμπεριφορών. Αντιθέτως, σε μια κοινωνία χαμηλής εμπιστοσύνης, η αυθόρμητη συνεργασία καθίσταται δύσκολη (αφού δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ των συναλλασσομένων), αυξάνοντας έτσι την ανάγκη κρατικού παρεμβατισμού μέσα από τη θέσπιση όλο και πιο πολύπλοκων κανόνων και διαδικασιών, προκειμένου να εντοπιστούν και να τιμωρηθούν ανέντιμες συμπεριφορές, άρα αυξάνεται έτσι και το αντίστοιχο κόστος ελέγχου. Σκεφθείτε λ.χ. ότι σε μια ευνομούμενη χώρα, όπου θα απουσίαζε το ρουσφέτι, δεν θα υπήρχε η ανάγκη για όργανα όπως το ΑΣΕΠ. Σε μια χώρα χαμηλής εμπιστοσύνης, όπως η Ελλάδα, χρειαζόμαστε ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, προκειμένου να ελέγχεται η νομιμότητα των προσλήψεων υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα.


Υπέρβαση της καχυποψίας


Το πρόβλημα σε μια κοινωνία χαμηλής εμπιστοσύνης δεν είναι όμως μόνο το κόστος ελέγχου ανέντιμων συμπεριφορών, είναι επιπλέον το γεγονός ότι η ανάγκη για κρατικό παρεμβατισμό, προκειμένου να αποτραπούν ανέντιμες συμπεριφορές, συνοδεύεται από την καχυποψία προς τον μεταρρυθμιστή, ο οποίος αποπειράται να αλλάξει το ανεπιθύμητο σε όλους στάτους κβο.


Με άλλα λόγια, σε μια κοινωνία χαμηλής εμπιστοσύνης, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον αλλά, πολύ περισσότερο, ότι δεν εμπιστεύονται ούτε τον μεταρρυθμιστή. Αν και υπάρχουν πολλά προβλήματα που όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να αντιμετωπισθούν, η μεταρρύθμιση θεωρείται από τους ενδιαφερομένους περισσότερο επικίνδυνη ­ η λύση εμπνέει περισσότερο φόβο από τα ίδια τα προβλήματα!


Από την ως τώρα ανάλυση προκύπτει ότι το πλέον θεμελιώδες πρόβλημα για τους μεταρρυθμιστές στην Ελλάδα, σήμερα, είναι η υπέρβαση της χρόνιας καχυποψίας των πολιτών προς τις κυβερνητικές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Για τον μέσο πολίτη, η κρατική συμπεριφορά είναι καιροσκοπικά ιδιοτελής: τι θα κάνει το κράτος αύριο δεν συνάγεται αξιόπιστα από τη διάγνωση των τωρινών του προθέσεων ­ δεν μπορείς να το εμπιστευθείς.


Η εμπιστοσύνη όμως, όπως είναι γνωστό ενώ εύκολα γκρεμίζεται, δύσκολα εμπεδώνεται. Πώς λ.χ. να πεισθεί ο Ελληνας ότι αυτό το κατά παράδοσιν και εκ συστήματος πελατειακό, αναξιοκρατικό, ερασιτεχνικό και ανοργάνωτο κράτος είναι πράγματι σε θέση να αυτομεταρρυθμιστεί; Οτι οι καινούριες ρυθμίσεις δεν έχουν ευνοιοκρατικό χαρακτήρα ή ιδιοτελή κίνητρα; Θυμηθείτε τα λόγια του εκπαιδευτικού; «Πώς να εμπιστευθούμε σε αυτή τη χώρα τέτοια συστήματα;».


Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, της μεταρρύθμισης δεν είναι τεχνικό, αλλά πρωτίστως πολιτισμικό: ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις προσπαθούν να μεταβάλλουν μια νοοτροπία δεκαετιών. Συγχρόνως, η υφιστάμενη νοοτροπία ωθεί τα άτομα να ερμηνεύουν τις νέες μεταρρυθμίσεις με παραδοσιακό τρόπο, να τις εντάσσουν δηλαδή στα παλαιά συμφραζόμενα της κρατικής συμπεριφοράς και λειτουργίας ­ όθεν και η διαιώνιση της καχυποψίας. Το ερώτημα παραμένει: «Γιατί να σας εμπιστευθούμε;».


Το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα, κατά συνέπεια, για να επιτύχει, πρέπει πρωτίστως να αλλάξει τα συμφραζόμενα (context), το πλαίσιο αναφοράς μέσα από το οποίο τα άτομα ερμηνεύουν τις μεταρρυθμίσεις. Δεν είναι λοιπόν μόνο το περιεχόμενο μιας μεταρρύθμισης που είναι σημαντικό αλλά και το πώς προσλαμβάνεται από αυτούς που αφορά ­ εξ ου και η σπουδαιότητα της συμβολικής διάστασης που έχουν οι μεταρρυθμίσεις.


Πώς αλλάζει ένα ιστορικά διαμορφωμένο ερμηνευτικό πλαίσιο αναφοράς; Πώς δημιουργούνται νέα συμφραζόμενα, μια νέα δυναμική, μια νέα νοοτροπία; Ο μεταρρυθμιστής καθίσταται αξιόπιστος και κατά συνέπεια τον εμπιστεύονται οι πολίτες, όταν κατέχει αυτό που ο Μπουρντιέ ονομάζει «συμβολικό κεφάλαιο». Το τελευταίο δημιουργείται όταν η συμπεριφορά του μεταρρυθμιστή ανακλά τις αξίες του. Αυτό συμβαίνει όταν ο μεταρρυθμιστής είναι σε θέση (α) να δεσμεύεται και (β) να τηρεί τις δεσμεύσεις του. Η συμπεριφορά αυτού του είδους παράγει εμπιστοσύνη και συνεισφέρει στην επίλυση του ΔτΦ με αμοιβαία επωφελή τρόπο.


Για ποια θέματα και σε ποιες αξίες μπορεί να δεσμευθεί ένας μεταρρυθμιστής; Είναι θέμα ιδεολογίας, ασφαλώς. Στην ελληνική περίπτωση είναι όμως τόσο θεμελιώδη τα προβλήματα, που αν καταφέρει το κράτος να συμπεριφέρεται όπως ένας υπεύθυνος πολίτης, θα είναι ήδη μέγα επίτευγμα. Αυτό σημαίνει ότι η κρατική συμπεριφορά πρέπει να εκφράζει έμπρακτα τις αξίες του κράτους δικαίου, της αξιοκρατίας, του επαγγελματισμού, της διοικητικής επάρκειας και σταθερότητας, της προβλεψιμότητας, της οικονομικής αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας, της διαφάνειας και της εντιμότητας.


Ολα αυτά είναι αυτονόητα, πλην όμως η κρατική ρητορική σπανίως συμβαδίζει με την πρακτική ­ η αδράνεια των παραδεδομένων πρακτικών και νοοτροπιών τείνει να κυριαρχεί. Η δυσκολία δεν έγκειται βέβαια στη διατύπωση αυτών των αξιών αλλά στη συνειδητοποίηση ότι η μη τήρησή τους ζημιώνει πολλαπλώς το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα. Μέσα στη δίνη των καθημερινών προβλημάτων, την κληρονομιά του παραδοσιακού τρόπου κρατικής συμπεριφοράς και την εξυπηρέτηση του κομματικού συμφέροντος είναι εύκολο για μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση να αποπροσανατολισθεί και να αρκεσθεί στην απλή διαχείριση του στάτους κβο. Θυμηθείτε το «εγώ απλώς προεδρεύω»!


Η ως τώρα πορεία του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος της κυβέρνησης Σημίτη επιτρέπει και αισιοδοξία και απαισιοδοξία. Ας αρχίσουμε με τα καλά νέα. Η δημιουργία του ΑΣΕΠ, η θεσμοποίηση ελεγκτικών σωμάτων στη δημόσια διοίκηση, το ασυμβίβαστο μεταξύ ανάληψης θέσεως στον δημόσιο τομέα και βουλευτικής υποψηφιότητας, οι Χάρτες Δικαιωμάτων των Πολιτών στις ΔΕΚΟ, η πρόσληψη επαγγελματικών διευθυντικών στελεχών στον δημόσιο τομέα με κριτήρια αγοράς, η εισαγωγή μερικών ΔΕΚΟ στο χρηματιστήριο κλπ. είναι σαφείς προσπάθειες μιας μεταρρυθμιστικής κυβέρνησης να επιδιώξει την αυτοδέσμευσή της, προσκαλώντας έτσι τους πολίτες να κρίνουν τη συμπεριφορά της με βάση αυτές τις δεσμεύσεις.


Σαν τον Οδυσσέα που δέθηκε στο κατάρτι, το κράτος γνωρίζει ότι είναι επιρρεπές σε παλαιοκομματικούς πειρασμούς και με τις ανωτέρω πολιτικές δένει τον εαυτό του στον ιστό της αξιοκρατίας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Με τον τρόπο αυτό δημιουργεί βαθμηδόν τις συνθήκες για τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου αναφοράς, συντιθέμενου από εκσυγχρονιστικές αξίες.


Η ανυποληψία του κράτους


Υπάρχουν όμως και δυσάρεστες εξελίξεις, που μειώνουν την πειθώ του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος. Μια κυβέρνηση λ.χ. η οποία επαγγέλλεται την εξυγίανση των ΔΕΚΟ πώς εξηγεί την αποτυχία του σχετικού προγράμματος στην Ολυμπιακή το οποίο αυτή η ίδια εισήγαγε το 1994; Μια κυβέρνηση η οποία πασχίζει να βάλει σε τάξη τα δημόσια οικονομικά πώς είναι δυνατόν να μεροληπτεί, απαλλάσσοντας συγκεκριμένους συνεταιρισμούς και εταιρείες από χρέη τους προς το Δημόσιο; Οταν το κράτος στέλνει στη φυλακή έναν οφειλέτη του, τι εικόνα προβάλλει στους πολίτες όταν χρωστάει στον εαυτό του μεγάλο μέρος από αυτά που του οφείλονται;


Σε όλα αυτά τα παραδείγματα το κράτος εμφανίζεται να μην τηρεί τις δεσμεύσεις του, με συνέπεια να επιτείνει την ήδη υπάρχουσα έλλειψη εμπιστοσύνης στις πολιτικές του, διαιωνίζοντας έτσι τον φαύλο κύκλο. Ακόμη χειρότερα, ευτελίζεται έτσι η ίδια η έννοια του εκσυγχρονισμού και αυτοϋπονομεύονται, ευθύς εξαρχής, άλλες ορθές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Είναι προτιμότερο να ζημιωθεί το κράτος βραχυπρόθεσμα από τη μη εξόφληση χρεών προς αυτό, παρά να χαρίζει μέρος των χρεών ­ μακροπρόθεσμα, η εμμονή στις αξίες της έντιμης οικονομικής συμπεριφοράς στέλνει μηνύματα και διαμορφώνει τα κριτήρια με τα οποία οι πολίτες ερμηνεύουν τις υπόλοιπες κρατικές πρωτοβουλίες.


Κύριο λοιπόν μέλημα του μεταρρυθμιστή πρέπει να είναι η συνέπεια στις αξίες του και η συνακόλουθη συσσώρευση «συμβολικού κεφαλαίου». Κάτι τέτοιο είναι βέβαια συνάρτηση, σε μεγάλο βαθμό, της κυβερνητικής συνοχής και ιδεολογικής ομοιογένειας. Κυβερνήσεις που δεν έχουν αποκρυσταλλώσει μια συνεκτική ιδεολογία για το πώς βλέπουν την κοινωνία και την εξέλιξη της, κυβερνήσεις που ανακλούν περισσότερο εσωκομματικούς συσχετισμούς και λιγότερο ιδεολογικές προτεραιότητες τείνουν να είναι ασυνεπείς ­ εκπέμπουν αντιφατικά μηνύματα.


Συμπέρασμα: ρηξικέλευθες τομές, για να επιτύχουν, πρέπει να αναδεικνύουν τον κατάλληλο συμβολισμό. Το ήθος των μεταρρυθμιστών να συνάδει με το νεωτερικό πνεύμα, το οποίο ευαγγελίζονται. Η συμπεριφορά τους να είναι έμπρακτη έκφραση των αξιών τους. Να συσσωρεύουν συμβολικό κεφάλαιο μέσα από την υιοθέτηση δεσμεύσεων και την τήρησή τους. Να καθοδηγείται η συμπεριφορά τους από την αρχή της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος και όχι επιμέρους συμφερόντων. Το κράτος να δίνει πρώτο το παράδειγμα υπεύθυνης συμπεριφοράς προτού ζητήσει από τους πολίτες να κάνουν το ίδιο. Εν ολίγοις, να αναδεχθεί το κράτος την ευθύνη της απόδειξης ότι αξίζει να το εμπιστεύονται οι πολίτες.


Μόνον όταν αυτά συμβούν, θα αρχίσει να δημιουργείται ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο, μια κουλτούρα υψηλής εμπιστοσύνης. Μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα να κερδίσει το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα την έξωθεν καλή μαρτυρία ­ την πεποίθηση των πολιτών ότι πράγματι κάτι αλλάζει.


Ο κ. Δημήτριος Β. Παπούλιας είναι πρόεδρος του ΔΣ του ΟΤΕ και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version