Ο εξοστρακισμός του Παρθενώνα

Ο εξοστρακισμός του Παρθενώνα Ενώ το σύμβολο της αρχιτεκτονικής, γράφει ο Κ. Πατέστος, επέδρασε καταλυτικά στον σχεδιασμό της Αθήνας ανά τους αιώνες, τις τελευταίες δεκαετίες το κλασικό πνεύμα που εκπορεύεται από την Ακρόπολη δεν κατοικεί εδώ. Η δημιουργική χρήση της ιστορίας αποτέλεσε γράμμα κενό και φθάσαμε στην πόλη που όλοι γνωρίζουμε Κ. ΠΑΤΕΣΤΟΣ «Ετσι, σαν εκκρεμότητα αιωρείται ο Παρθενώνας τις

Ο εξοστρακισμός του Παρθενώνα

«Ετσι, σαν εκκρεμότητα αιωρείται ο Παρθενώνας τις νύχτες με πανσέληνο στην κορυφή του βράχου του, στην ατμόσφαιρα μιας Αθήνας που εκτείνεται σαν άσπονδο μαλάκιο ως την άκρη του τοπίου». Τάκης Θεοδωρόπουλος, 1996


Για να ολοκληρώσει το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του «Η αρχιτεκτονική της πόλης», ένα κεφάλαιο που έχει τίτλο «Η ατομικότητα των αστικών συντελεστών. Η αρχιτεκτονική», ο Αλντο Ρόσι επιλέγει ένα θέμα που αφορά, όπως ο ίδιος τονίζει, «μια πόλη για την οποία δεν μπορούμε να σωπαίνουμε επί μακρόν: την Αθήνα». Και αφού παραθέτει τον μύθο της γένεσης της πόλης που ο Καρλ Κερένι εξιστορεί στο βιβλίο του «Οι θεοί και οι ήρωες της Ελλάδας», συνεχίζει: «Η Αθήνα αντιπροσωπεύει το πρώτο ξεκάθαρο παράδειγμα της πειθαρχίας των αστικών συντελεστών. Είναι το πέρασμα από τη φύση στην παιδεία· και αυτό το πέρασμα, στο ίδιο το εσωτερικό των αστικών συντελεστών, μας προσφέρεται από τον μύθο. Οταν ο μύθος μετατρέπεται σε σαφές γεγονός με την ανέγερση του ναού, η λογική αρχή της πόλης αναδύεται ήδη μέσα από τη σχέση με τη φύση· και η πόλη καθίσταται η μεταδόσιμη εμπειρία».


Σχέση λοιπόν μεταξύ φύσης και παιδείας (στην περίπτωσή μας, μεταξύ φύσης και αρχιτεκτονικής), με άλλα λόγια εκείνη η ιδέα του «κλασικού» ­ από την αρχαία πόλη ως τον Μις φαν ντερ Ρόε και την εμπειρία του ρασιοναλιστικού έπους ­ που συνόδευε, ως τον τελευταίο αιώνα, τους μετασχηματισμούς (εννοείται, κυρίως, αν όχι αποκλειστικώς, στα χαρτιά), την αστική ανάπτυξη της Αθήνας.



Μια σχέση που δημιουργείται, ένα «πνεύμα της πόλης» που υπερβαίνει το απλό «πνεύμα του τόπου» «genius loci» και γεννάται ακριβώς με την οικοδόμηση «του ναού». Μια σαφής σχέση η οποία μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ο κατ’ εξοχήν αστικός συντελεστής, το ισχυρότερο «πολεογενετικό στοιχείο» (Ανρί Πιρέν), δηλαδή ο άρρηκτος δεσμός μεταξύ της Ακρόπολης (η φύση) και του Παρθενώνα (η αρχιτεκτονική ιδέα).


Το σημείο αναφοράς


Η σημαντικότητα και η κρισιμότητα της επίδρασης του Παρθενώνα στην παγκόσμια παιδεία (εικαστική και όχι μόνον) είναι αναμφισβήτητη. Σύμβολο του δυτικού (τουλάχιστον) πολιτισμού, της δυτικής σκέψης γενικότερα, απετέλεσε ιδανικό αλλά και μορφοποιητικό σημείο αναφοράς για την οικουμενική αρχιτεκτονική. Και ασφαλώς ιδανική αναφορά, ρυθμιστικό στοιχείο για την ίδια την πόλη που τον φιλοξενεί.


Σε διάφορες, ως επί το πλείστον νεοκλασικές, φανταστικές απόψεις της πόλης (όπως, λόγου χάρη, το χαρακτικό του Κ. Ρ. Κόκερελ, «Η Αθήνα του Περικλέους», 1829) καταγράφεται η επιθυμία ή η θέληση να απεικονιστεί ένας αστικός ιστός κανονιστικός, ο οποίος κυριαρχείται από το πλέον σημαντικό στοιχείο της πόλης, την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα. Το στοιχείο αυτό μοιάζει να καθορίζει την ίδια τη μορφή της πόλης, η οποία χαρακτηρίζεται από την έντονη παρουσία δημοσίων κτιρίων κανονικά διατεταγμένων, βάσει ενός ορθογωνίου κανάβου οδικών αρτηριών. Η σχέση μεταξύ αρχιτεκτονικής τυπολογίας και αστικής μορφολογίας μορφοποιεί μια ορθογώνια κανονιστική πόλη, ισορροπημένη, όπου τα διάφορα τμήματά της ακολουθούν σαφή χωρική ιεραρχία και είναι αναγνωρίσιμα.


Είναι προφανές ότι αυτή η εικόνα της πόλης πόρρω απέχει από την πραγματική της Αθήνας του χρυσού αιώνα. Αυτό όμως είναι το δευτερεύον, το σημαντικό είναι η (ιδανική) σχέση μεταξύ Παρθενώνα και πόλης, η απόδειξη της επίδρασης που το σύμβολο της αρχιτεκτονικής εξασκεί στο εξίσου αδιαφιλονίκητο σύμβολο του αστικού σχεδιασμού. Οταν η επίδραση αυτή παύει να υφίσταται, όταν δηλαδή οι αρχιτέκτονες που σχεδιάζουν (σ)την Αθήνα παύουν να στρέφουν (ιδανικά, ασφαλώς!) το βλέμμα τους στον Βράχο, τότε η πόλη χάνει κάθε μορφή και ισορροπία, κάθε απόπειρα ορθού σχεδιασμού πάει περίπατο, το (νεο)κλασικό σχέδιο οργάνωσης της πόλης βάσει του γνωστού μνημειακού τριγωνισμού (Σύνταγμα, Ομόνοια, Κεραμεικός) των Κλεάνθη και Σάουμπερτ υποκύπτει στις απαιτήσεις των ιδιοκτητών γης, ουδένα Ρυθμιστικό είναι πλέον εφαρμόσιμο (σχεδόν εξ ορισμού) και φυσικά η Αρχιτεκτονική οδεύει προς τα αζήτητα, όπου και θα παραμείνει επί μακρόν. Και η Ακρόπολη όμως καταντά ουσιαστικά «Ηχος και Φως».


Ο Λέο φον Κλέντσε, σε μιαν άλλη «Φανταστική άποψη των αρχαίων Αθηνών» του 1862, απεικονίζει μια Αθήνα οικοδομημένη «κατ’ εικόνα και ομοίωση» του Παρθενώνα: είναι έκδηλη η βούληση να παρουσιαστεί (και συνεπώς να προταθεί ως αναφορά για τον νέο σχεδιασμό) μια αρχιτεκτονική η οποία αναφέρεται όχι μόνον στο πνεύμα του ναού αλλά και στη μορφή του. Αυτή είναι ίσως η πρώτη επεξεργασία μιας «ανάλογης πόλης», χρήσιμη και στις ημέρες μας, αρκεί ασφαλώς να μην υποκύψουμε στον πειρασμό της εύκολης και απλοϊκής αντιγραφής κιόνων και αετωμάτων.


Η δύναμη της Ακρόπολης και του Παρθενώνα είναι τέτοια ώστε όταν η Ελλάδα απελευθερώνεται και η Αθήνα επιλέγεται ως πρωτεύουσα, η καρδιά της δεν μπορεί να βρίσκεται παρά στον Ιερό Βράχο. Εξ ου και η σημαντική (για τους ανυποψίαστους ίσως αλλόκοτη) αρχιτεκτονική μελέτη του Κ. Φρ. Σίνκελ για τα Ανάκτορα του Οθωνα στην Ακρόπολη, ως ολοκλήρωση του αρχαίου συνόλου.


Ο τόπος της φαντασίας


Αν εν συνεχεία ο Παρθενώνας δεν κατόρθωσε να επιδράσει (μεταδίδοντας, τρόπον τινά, το «αρχαίο και κλασικό πνεύμα» του) στον πραγματοποιημένο σχεδιασμό της Αθήνας, επηρέασε ωστόσο τον σχεδιασμό σημαντικών αρχιτεκτονικών έργων που είχαμε την τύχη να πραγματοποιηθούν, με επικεφαλής την ανυπέρβλητη νεοκλασική Τριλογία (Βιβλιοθήκη, Πανεπιστήμιο, Ακαδημία) και άλλα κτίρια, όπως το Πολυτεχνείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο, το σημερινό Κοινοβούλιο.


Και στη δεκαετία του ’30, επίσης, ο Παρθενώνας οδηγεί εμμέσως την αρχιτεκτονική στην επίτευξη έργων μεγάλης συνθετικής αξίας (μεμονωμένων, δυστυχώς) που χρησιμοποιώντας διαφορετικούς μορφοπλαστικούς φθόγγους θα επιτύχουν να εκφράσουν στις νέες συνθήκες με αυθεντικό τρόπο το πνεύμα του αρχαίου ναού. Ετσι εξηγείται η αναφορά από τον Πιερ Μαρία Μπάρντι, όταν ομιλεί για την Ακρόπολη, του δημοτικού σχολείου κάτω από τον Βράχο, στην οδό Καλλισπέρη, το οποίο έκτισε το 1932 ο Πάτροκλος Καραντινός.


Ετσι εξηγείται και το τεράστιο ενδιαφέρον των «μοντέρνων» (βλ. περιοδικό «Τεύχος», τχ. 2, Σεπτέμβριος 1989), η ομορφότερη σκέψη πραγματοποιημένη (Α. Φαν ντε Φέλντε), παράδειγμα ρασιοναλισμού (Π.Μ. Μπάλντι), ένα μεγάλο πέτρινο καράβι που αρμενίζει σιγά, ακυβέρνητο (Τζιόρτζιο ντε Κίρικο), ορθολογικό όπως το σύγχρονο εργοστάσιο (Φερνάν Λεζέ). Και ο Λε Κορμπυζιέ, ασφαλώς, ο οποίος του αφιερώνει το μισό βιβλίο του!


Κατόπιν, τίποτε. Το πνεύμα της πόλης, το κλασικό πνεύμα που εκπορεύεται από την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, τώρα πλέον δεν κατοικεί εδώ. Η ιστορία, η δημιουργική χρήση της ιστορίας, έχει εξοστρακιστεί και οι διάφορες «Χάρτες της Αθήνας» (τι ειρωνεία, αλήθεια!) δημιούργησαν και εδώ τη σύγχρονη (και συγχρονική) πόλη που όλοι γνωρίζουμε. Καθίσταται ως εκ τούτου επίκαιρο και υποχρεωτικό να στρέφουμε το βλέμμα μας, να ατενίζουμε, οσάκις σχεδιάζουμε, την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα. Και ασφαλώς το ρωμαϊκό Πάνθεον ή και άλλα κτίρια ­ ακόμη και σύγχρονα ­ που αποτελούν ένα αυθεντικό μάθημα αρχιτεκτονικής. Ιδιαίτερα όμως στις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης, κυρίως τον Παρθενώνα.


Εξάλλου, για να ολοκληρώσω αναφερόμενος εκ νέου στη σκέψη του φίλου Τάκη Θεοδωρόπουλου, «ο Παρθενώνας είναι, πάνω απ’ όλα, τόπος της φαντασίας μας».


Ο κ. Κωνσταντίνος Πατέστος είναι αρχιτέκτων, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου του Τουρίνου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version