Ναι, είμαι λαϊκιστής

Ναι, είμαι λαϊκιστής ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ Τελικά, ναι, είμαι λαϊκιστής. Στη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και εργαζομένων στις ΔΕΚΟ είμαι με το μέρος των εργαζομένων. Δεν αρνούμαι ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις προσφέρουν άθλιες ως ανύπαρκτες υπηρεσίες, απομυζούν τον κρατικό κορβανά και τρέφουν κηφήνες με σκανδαλώδη για το κοινό αίσθημα προνόμια, αλλά αρνούμαι ότι η αιτία του κακού για όλα αυτά είναι οι

Ναι, είμαι λαϊκιστής

Τελικά, ναι, είμαι λαϊκιστής. Στη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και εργαζομένων στις ΔΕΚΟ είμαι με το μέρος των εργαζομένων. Δεν αρνούμαι ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις προσφέρουν άθλιες ως ανύπαρκτες υπηρεσίες, απομυζούν τον κρατικό κορβανά και τρέφουν κηφήνες με σκανδαλώδη για το κοινό αίσθημα προνόμια, αλλά αρνούμαι ότι η αιτία του κακού για όλα αυτά είναι οι εργαζόμενοι. Αρνούμαι ότι οι 500 «κακοί» σύνοδοι και φροντιστές της Ολυμπιακής οδήγησαν την εταιρεία στη χρεοκοπία. Πώς; Δέρνοντας, εκβιάζοντας, αποπλανώντας τους «αγνούς, χρηστούς» διοικούντες εγκαθέτους της εκάστοτε κυβέρνησης; Οπως αρνούμαι ότι οι 250.000 – 300.000 δραχμές τον μήνα που εισπράττουν οι οδηγοί λεωφορείων (τα ποσά της τάξεως του ενός εκατομμυρίου τον μήνα που έδινε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση αποδείχθηκαν ψευδή και παραπλανητικά) είναι ένας μισθός προνομιούχων.


Ναι, είμαι λαϊκιστής. Θεωρώ την οικονομική και εργασιακή πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη απαράδεκτη για μια σοσιαλιστική κυβέρνηση. Θεωρώ τους εκσυγχρονιστές δεξιούς και ας με κατηγορεί για «επαναστατικό παλιμπαιδισμό» ο φίλος μου ο Δημήτρης. Αδυνατώ, όσο και αν προσπαθώ, να εκλάβω ως αριστερές δηλώσεις όπως αυτές του υπουργού Εθνικής Οικονομίας ότι, «αν νικήσουμε τα συνδικάτα της Ολυμπιακής, η νίκη θα ισοδυναμεί με αυτήν της Μάργκαρετ Θάτσερ επί των ανθρακωρύχων». Εγώ και τότε ήμουν με τους ανθρακωρύχους και τώρα, επί κυβερνήσεως του εκσυγχρονιστή Τόνι Μπλερ, είμαι με τις ανύπαντρες μητέρες και τους ανάπηρους. Τι να κάνω; Στις αντιθέσεις κεφαλαίου – μισθωτής εργασίας, εργοδοτών – εργαζομένων, ισχυρών – αδυνάτων, προνομιούχων – μη προνομιούχων είμαι πάντα με την πλευρά του δεύτερου μέρους της αντίθεσης. Δεν είναι θέμα ηθικής. Ετσι αντιδρά ο οργανισμός μου. Φαίνεται ότι ο «ιός του αριστερισμού» που με χτύπησε στα νιάτα μου δεν έχει καταπολεμηθεί. Η ασθένειά μου είναι ανίατη.


Ναι, είμαι λαϊκιστής. Αντί να αποδέχομαι ότι οι ανθρωποθυσίες των εργαζομένων στην «ενιαία σκέψη» είναι δυσάρεστες μεν, αλλά αναγκαίες, αντί να προσπαθώ να καταλάβω νούμερα για ισοτιμίες, επιτόκια, χρηματιστηριακούς δείκτες, κατά κεφαλήν εισόδημα, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα, προσπαθώ να καταλάβω πώς καταφέρνουν και επιβιώνουν σήμερα οι άνθρωποι. Γιατί πιστεύω ότι η βελτίωση των οικονομικών δεικτών δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων. Το αντίθετο: σήμερα που η ψαλίδα φτωχών και πλουσίων ανοίγει, που οι απολύσεις εκτινάσσουν στα ύψη τις μετοχές των εταιρειών, πιστεύω ότι εθνικός πλούτος και ιδιωτική δυστυχία είναι δείκτες ευθέως ανάλογοι. Και πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει σε όλες τις χώρες της Ευρώπης που κυβερνώνται από (δεξιές, για μένα) σοσιαλιστικές κυβερνήσεις. Διαβάζω στη «Repubblica» της 21ης Ιουλίου 1997 την αγωνία ενός εφημερίου μιας εργατικής συνοικίας του Τουρίνου: «Ακούμε από τους πολιτικούς υποσχέσεις, προγράμματα, σχέδια. Ενα πράγμα όμως δεν βλέπουμε: την εργασία. Εδώ όλα είναι στάσιμα. Οι ηλικιωμένοι, με τις αποταμιεύσεις μιας ζωής, με τις συντάξεις, συντηρούν τους νέους. Οι νέοι δεν εργάζονται. Ολες οι πόρτες είναι κλειστές για αυτούς. Συμβαίνει και κάποιος 40άρης έρχεται να με βρει στις 3.00 το απόγευμα μιας εργάσιμης ημέρας. Σήμερα δεν δουλεύεις;, τον ρωτάω. Δεν δουλεύω πια, μου απαντά. Εγώ δεν ξέρω τι λένε οι πολιτικοί, που βρίσκονται μακριά από εδώ. Εγώ βλέπω ότι υπάρχει ένα μόνο τεράστιο πρόβλημα: δεν υπάρχει δουλειά. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ανάγκη που υπάρχει. Οι νέοι δεν ελπίζουν σε τίποτε. Αυτοί που είχαν δουλειά και την έχασαν, έχουν χάσει και την εμπιστοσύνη τους. Το να χάνεις τη δουλειά σου σημαίνει να πάψεις να είσαι πολίτης. Είναι σαν να χάνεις την υπηκοότητά σου. Οι ηλικιωμένοι δεν αντέχουν άλλο. Σηκώνουν όλο το βάρος της επιβίωσης της οικογένειας. Εχουν γιους που έχασαν τη δουλειά τους και εγγονούς που δεν βρήκαν ποτέ δουλειά. Και τα χρόνια περνούν. Μην περιμένεις μια κοινωνία υγιή, μια ομαλή πολιτική ζωή, όσο δεν υπάρχει δουλειά. Η εξάπλωση της ανεργίας είναι όπως η εξάπλωση μιας επιδημίας: όταν ξεπεράσει κάποιο όριο είναι πολύ αργά».


Η περιγραφή είναι συγκλονιστική και θα μπορούσε να είναι για το Πέραμα, για το Λαύριο, για τη Χαλκίδα, για την Πάτρα, για τις φτωχογειτονιές της Ελλάδας. Χωρίς να αλλάζει ούτε μία λέξη ούτε ένα κόμμα. Και είναι μια περιγραφή που με αγχώνει, με συγκινεί και με θυμώνει.


Τελικά, ναι, είμαι λαϊκιστής.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version