Η εξωτερική πολιτική μετά την «υπόθεση Οτσαλάν»

Η εξωτερική πολιτική μετά την «υπόθεση Οτσαλάν» Πάνω και πέρα από τις επιδιώξεις οποιουδήποτε, υπάρχουν οι στόχοι και οι προτεραιότητες της χώρας αυτής και όσοι βρίσκονται στον δημόσιο χώρο θα πρέπει να υπηρετούν ακριβώς αυτά τα συμφέροντα ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ Η υπόθεση Οτσαλάν ανέδειξε μια σειρά από παραμέτρους και προβλήματα στη δημόσια πολιτική της χώρας που αξίζει

Η εξωτερική πολιτική μετά την «υπόθεση Οτσαλάν»


Η υπόθεση Οτσαλάν ανέδειξε μια σειρά από παραμέτρους και προβλήματα στη δημόσια πολιτική της χώρας που αξίζει να αναλυθούν κάπως προσεκτικότερα προκειμένου να αντλήσουμε τις σωστές διαπιστώσεις και μαθήματα χρήσιμα για το μέλλον. Η εξέλιξη της υπόθεσης αυτής υπήρξε για όλους μας δυσάρεστη. Ολοι στηρίζουμε τα νόμιμα, πολιτικά δικαιώματα και τον αγώνα του κουρδικού λαού. Η Ελλάδα και ειδικά οι κυβερνήσεις του ΠαΣοΚ υπήρξαν πρωτοπόρες στην προσπάθεια προστασίας των δικαιωμάτων κάθε αγωνιζόμενου λαού και ιδιαίτερα των δικαιωμάτων των Κούρδων. Το θέμα το θέσαμε επανειλημμένα στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και σε άλλα διεθνή βήματα.


Αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να περιορίσουμε την εξωτερική μας πολιτική και τους στόχους μας σε ένα μόνο θέμα ή επιδίωξη. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να «κουρδοποιήσουμε» την εξωτερική μας πολιτική και τις επιλογές μας. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να παραγνωρίζονται βασικές συντεταγμένες που ορίζουν τη θέση, τον ρόλο και τις επιδιώξεις της χώρας μας σήμερα.


Οποιαδήποτε στρατηγική, στάση και εκδήλωση στον χώρο της δημόσιας πολιτικής, και ειδικότερα της εξωτερικής πολιτικής, θα πρέπει να αναπτύσσεται λαμβάνοντας υπόψη τον ιστορικό χρόνο, τη συγκυρία, τις ευρύτερες επιλογές και τα συμφέροντα της χώρας. Πάνω και πέρα από τις επιδιώξεις οποιουδήποτε, υπάρχουν οι στόχοι και οι προτεραιότητες της χώρας αυτής και όσοι βρίσκονται στον δημόσιο χώρο θα πρέπει να υπηρετούν ακριβώς αυτά τα συμφέροντα.


Η επισήμανση αυτή δεν σημαίνει ούτε υπονοεί διχαστικές ταξινομήσεις της μορφής των «πατριωτών» από τη μία μεριά και των «ενδοτικών» από την άλλη. Προσωπικά δεν δέχομαι αυτές τις διαιρέσεις και τα διλήμματα. Δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κανείς δεν νομιμοποιείται να είναι αυτόκλητα περισσότερο πατριώτης από κάποιον άλλο. Και κανείς δεν είναι «ενδοτικός». Ολοι οι Ελληνες έχουμε τις ίδιες εθνικές ευαισθησίες, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι, ασφαλώς, δεν έχουμε το δικαίωμα να διαφωνούμε ενδεχομένως σε επί μέρους τακτικές ή χειρισμούς.


Στη σημερινή εποχή οι έννοιες του πατριωτισμού και της πατριωτικής πολιτικής λαμβάνουν νέο περιεχόμενο σύστοιχο με τις νέες συνθήκες, απαιτήσεις και προκλήσεις που έχουν εμφανισθεί στο περιφερειακό και διεθνές σύστημα. Πατριωτική πολιτική στη σημερινή εποχή και συγκυρία είναι η πολιτική που αναβαθμίζει και ισχυροποιεί τον διεθνή ρόλο, τη θέση και τις δυνατότητες της χώρας, προωθώντας ταυτόχρονα με αποτελεσματικότητα τα εθνικά θέματα και συμφέροντα, μέσα από σύναψη συμμαχιών και ενεργό παρέμβαση στη διεθνή ζωή.


Η ισχυροποίηση του ρόλου της Ελλάδας σήμερα περνά μέσα από την ενεργό συμμετοχή στα διεθνή πλαίσια και στους θεσμούς συνεργασίας, και πρώτιστα μέσα από τη συμμετοχή της σε όλες τις διαδικασίες και τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στην οποία ανήκουμε.


Γι’ αυτό ακριβώς έχουμε θέσει ως πρωταρχικό, στρατηγικό στόχο την είσοδο της χώρας στο ενιαίο νόμισμα, το ευρώ. Γιατί η ένταξη στο ευρώ συνιστά «επένδυση ασφαλείας, σταθερότητας και ευημερίας» για τη χώρα. Η συμμετοχή στο ευρώ δεν συνιστά αυτοσκοπό. Η συμμετοχή αυτή είναι μέσο για την ισχυροποίηση της Ελλάδας. Δεν θα πρέπει συνεπώς να χάσουμε την προοπτική των πραγματικών επιλογών και στόχων. Δεν θα πρέπει να συρρικνώσουμε την εξωτερική μας πολιτική εγκλωβιζόμενοι στην «κουρδοποίηση» στόχων και περιεχομένων.


Η ισχυροποίηση του ρόλου και της θέσης της Ελλάδας μέσα από την ένταξή της στο ευρώ θα επιτρέψει στη χώρα να διαδραματίσει ενεργότερο ακόμη ρόλο ως παράγοντας ειρήνης, συνεργασίας, σταθερότητας και δημοκρατίας στην περιοχή. Γιατί η Ελλάδα δεν πρέπει να λησμονεί ότι είναι χώρα «πολλαπλών ταυτοτήτων». Εκτός από ευρωπαϊκή, είναι ταυτόχρονα χώρα μεσογειακή και χώρα βαλκανική. Και τις ταυτότητες αυτές αναδεικνύουμε και αξιοποιούμε για την εδραίωση «συνεργατικών προτύπων σχέσεων» στην περιοχή μας.


Βεβαίως στη διαδικασία αυτή δεν θέλει να συμπράξει η Τουρκία. Η Τουρκία εκμεταλλευόμενη την «υπόθεση Οτσαλάν» επιχειρεί να «εξαγάγει» προβλήματα και αδιέξοδα που αντιμετωπίζει. Ετσι έχει καταφύγει σε προκλητικές φραστικές επιθέσεις ενάντια στη χώρα μας δημιουργώντας κλίμα έντασης. Αλλά ενώ η Ελλάδα είναι σταθερά αποφασισμένη και έτοιμη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την κάθε πρόκληση, δεν πρόκειται να πέσει σε παγίδες που θα την εξέτρεπαν από την εκπλήρωση στρατηγικών της στόχων.


Αποφασισμένοι να απαντήσουμε στις προκλήσεις και ταυτόχρονα ακλόνητα προσανατολισμένοι στους στόχους και στις επιδιώξεις που έχουμε θέσει. Η Τουρκία δεν πρόκειται με κανέναν τρόπο να καθορίσει την «ατζέντα» της εξωτερικής μας πολιτικής όσο και αν το επιθυμεί.


Και στο σημείο αυτό θα ήθελα να διατυπώσω τρεις γενικότερες παρατηρήσεις:


Πρώτον, είναι απόλυτα επιβεβλημένο για τη χώρα, τον λαό μας και το πολιτικό σύστημα να συνειδητοποιήσουμε ότι αποτελούμε οργανικό μέρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Χωρίς η Ενωση να συνιστά πανάκεια, αποτελεί ωστόσο το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να μεγιστοποιήσει τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της. Αλλη εναλλακτική επιλογή δεν υπάρχει. Η συμμετοχή όμως στην Ενωση, ενώ προσφέρει δικαιώματα, δυνατότητες και ευκαιρίες, συνεπάγεται επίσης και κάποιες υποχρεώσεις που οφείλουμε να τις σεβαστούμε.


Δεύτερον, η Ελλάδα είναι μια αναπτυγμένη χώρα. Σύμφωνα με όλα τα αντικειμενικά κριτήρια περιλαμβάνεται σήμερα στις 25 περισσότερο αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Και ενώ αντιμετωπίζει σειρά προβλημάτων κοινωνικού χαρακτήρα, έχει ταυτόχρονα όλες τις δυνατότητες και προοπτικές να τα επιλύσει διασφαλίζοντας τη θέση της μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο ανάπτυξης, δημοκρατίας, ευημερίας και κοινωνίας των πολιτών. Η Ελλάδα δεν πρέπει να διολισθήσει, κατά συνέπεια, στο περιθώριο και στη ζώνη υπανάπτυξης, όπως φαίνεται να επιδιώκουν ορισμένοι.


Τρίτον, η ισχύς μιας χώρας στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο σύστημα είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, πολιτικών, οικονομικών, θεσμικών, στρατιωτικών. Επομένως, αν θέλουμε να ενισχύσουμε τον ρόλο, την ισχύ και την επιρροή της χώρας, θα πρέπει να εργαστούμε προς την κατεύθυνση ενδυνάμωσης όλων των συντελεστών που συγκροτούν την «εξίσωση ισχύος». Οι μονομερείς προσεγγίσεις δεν συνιστούν την ορθή επιλογή. Οδηγούν σε αδιέξοδα.


Ο κ. Γιάννος Κρανιδιώτης είναι αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version