«Η ανεκτικότητα είναι οδυνηρή…»
Εντγκάρ Μορέν: ένας διανοητής που αυτοπεριγράφεται ως πολιτισμικό παμφάγο αφού τη σκέψη του τη χαρακτηρίζει η πολυσυλλεκτικότητα: διατρέχει σε ένα ατέλειωτο ταξίδι εξερεύνησης όλο σχεδόν το φάσμα των επιστημών. Στις 18 Νοεμβρίου λοιπόν ο Εντγκάρ Μορέν βρέθηκε στην Αθήνα για μια διάλεξη-παρουσίαση του βιβλίου του «Τα δαιμόνιά μου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις του 21ου. Παρ’ όλο που ο συγγραφέας αποκήρυξε τον χαρακτηρισμό αυτοβιογραφία, αφού δεν πρόκειται για μια αφήγηση με χρονολογική σειρά και με αναφορές σε επεισόδια της καθημερινής, προσωπικής του ζωής, εν τούτοις αποτελεί μια εξομολόγηση πάνω στην εξέλιξη των ιδεών του σε άμεση σύνδεση με τα μεγάλα γεγονότα, ιστορικά και προσωπικά, που έπαιξαν τον ρόλο καταλυτών στις ιδέες αυτές. Τα «δαιμόνια» του Εντγκάρ Μορέν είναι οι έμμονες ιδέες που εμψυχώνουν τη σκέψη και την αναζήτηση των επιστημόνων. Είναι πνευματικές οντότητες κατώτερες και συγχρόνως ανώτερες από τους ανθρώπους.
Μέσα από μια αφήγηση σε κύκλους θα παρελάσουν από τις σελίδες του βιβλίου ο θάνατος της μητέρας του, ο πόλεμος και η Αντίσταση, η συμπόρευση και η ρήξη με το γαλλικό ΚΚ, η κοινωνιολογική δουλειά του στο CNRS, το εργαστήριο αμφισβήτησης και συζήτησης του περιοδικού «Arguments», ένα αδιάκοπο ταξίδι που συνδύαζε τον αθεράπευτο σκεπτικισμό και τη διαρκώς αναγεννώμενη ελπίδα.
Μία από τις πολλές πτυχές του έργου του Μορέν έχει να κάνει και με τα κινήματα και την κουλτούρα των νέων, την πολιτιστική βιομηχανία και τις μαζικές τελετές διασκέδασης. Από το 1963 είχε ήδη εκφράσει την υπόθεση του σχηματισμού μιας εφηβικής βιο-τάξης που έβρισκε τον κώδικά της και τις λέξεις κλειδιά της στο φαινόμενο «γε-γε». Ο ίδιος υπέγραψε μια σειρά άρθρα στον «Monde» σχετικά με το νόημα της «φοιτητικής κοινότητας», ενώ τα δακρυγόνα του Μάη του ’68 γέμιζαν ακόμη τον αέρα.
Προτείνετε την αυτοηθική και την πολύπλοκη ηθική, οι οποίες ασκούνται με έναν τρόπο αυστηρά ατομικό. Μπορούν αυτές οι αρχές να αφορούν και συγκεκριμένα κοινωνικά υποκείμενα;
«Θα πρέπει να ορίσω καλύτερα αυτό που αποκαλώ πολύπλοκη ηθική. Απορρέει από το γεγονός ότι το ανθρώπινο ον είναι ένα άτομο και ταυτόχρονα είναι ένα μικρό τμήμα μιας κοινωνίας και ένα μικρό τμήμα του ανθρώπινου είδους, του βιολογικού είδους. Αυτές οι τρεις έννοιες συνδέονται γιατί η κοινωνία δεν θα υπήρχε χωρίς τα άτομα ούτε το ανθρώπινο είδος χωρίς τη βιολογική αναπαραγωγή των ατόμων. Επομένως, σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, αυτές οι τρεις όψεις συνυπάρχουν μέσα μας και, κατά τη γνώμη μου, η ηθική πρέπει να αναπτύσσει την αυτονομία των ατόμων, τη συμμετοχή στην κοινωνία και τη συμμετοχή στο σύνολο όλων των ανθρώπινων όντων. Συνεπώς, αν ορίσουμε την πολύπλοκη ηθική με βάση αυτές τις τρεις όψεις, που μπορεί να είναι αντικρουόμενες αλλά συγχρόνως πρέπει να αποτελούν αντικείμενο στοχασμού, τότε πιστεύω ότι αυτή η ηθική αφορά όλα τα κοινωνικά προβλήματα».
Η ανεκτικότητα και η κατανόηση ως εργαλεία που βοηθούν τις κοινωνίες να επιβιώσουν αποτελούν θεωρητικώς ευσεβείς πόθους, τουλάχιστον για τις μαζικές δημοκρατίες. Μπορούν να λειτουργήσουν στο μέτρο που οι επί μέρους ταυτότητες συγκροτούνται ως αντιθέσεις απέναντι στον «Αλλο»;
«Προφανώς, πρόκειται για μια ανεκτικότητα απέναντι στις ιδέες και στις απόψεις και όχι απέναντι στις βιαιότητες και στα εγκλήματα. Βεβαίως η ανεκτικότητα δεν είναι μια μηδενιστική στάση που συνίσταται στην πεποίθηση ότι όλες οι απόψεις είναι σημαντικές. Η ανεκτικότητα έχει νόημα όταν κάποιος διατηρεί τις απόψεις του, τις πεποιθήσεις του, αλλά ταυτόχρονα πιστεύει ότι πρέπει να σεβαστεί το δικαίωμα έκφρασης του άλλου, ακόμη και αν αυτός έχει αντίθετες ιδέες. Δηλαδή η ανεκτικότητα φέρει πάντοτε μια οδύνη. Δεν είναι εύκολο να είναι κανείς ανεκτικός γιατί θα πρέπει να ανεχθεί να εκφράζονται απαράδεκτες ιδέες. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, τα θεμέλια της ανεκτικότητας είναι κατ’ αρχάς αδιαχώριστα από τη δημοκρατία, αφού η δημοκρατία απαιτεί συγκρούσεις ιδεών, διαφορές απόψεων, και, κατά δεύτερο λόγο, είναι αδιαχώριστα από την έννοια των πραγματικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι ακριβώς αυτό που έλεγε ο Βολταίρος στον αντίπαλό του: “Κύριε, οι ιδέες σας είναι αποκρουστικές, αλλά είμαι έτοιμος να πεθάνω προκειμένου να μπορείτε να τις εκφράζετε”. Επιπλέον η ανεκτικότητα βασίζεται στο γεγονός ότι, όπως έλεγε ο Πασκάλ, το αντίθετο μιας αλήθειας δεν είναι απαραίτητα ένα σφάλμα, μπορεί να είναι μια αντίθετη αλήθεια. Είναι η δόση αλήθειας που μπορεί να υπάρχει σε αντίθετες απόψεις. Επομένως πιστεύω ότι η ανεκτικότητα απέναντι στις ιδέες και στο δικαίωμα έκφρασης είναι μια αναγκαιότητα. Φυσικά, όταν πρόκειται για κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας, υπάρχουν όρια στην ανεκτικότητα. Για παράδειγμα, στην Αλγερία πριν από δύο ή τρία χρόνια τέθηκε το πρόβλημα των ισλαμιστών, των οποίων το πρόγραμμα, ενώ είχαν κερδίσει με δημοκρατικές εκλογές, προέβλεπε την καταστροφή της δημοκρατίας. Επομένως προέκυψε μια αντίφαση που έγινε πολύ πιο έντονη από τη στιγμή όπου η εξουσία στην Αλγερία δεν ήταν δημοκρατική και οι εκλογές αποτελούσαν την πρώτη δημοκρατική απόπειρα αυτής της εξουσίας. Εκεί προφανώς δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα που ήταν πολύ δύσκολο να αντιμετωπιστεί, αλλά ανάλογα προβλήματα δεν παρατηρούνται παρά σε κρίσιμες περιπτώσεις.
Οσον αφορά την κατανόηση, κατ’ αρχάς είναι η κατανόηση του ακατανόητου. Για παράδειγμα, υπήρξαν άνθρωποι που, σύμφωνα με έναν φετφά (σ.σ.: γνωμοδότηση του μουφτή για ζήτημα του ιερού μουσουλμανικού δικαίου), ήθελαν να δολοφονήσουν τον Σάλμαν Ρούσντι. Ο Σάλμαν Ρούσντι κατανοούσε γιατί ήθελαν να τον σκοτώσουν, γιατί τα πνεύματα ήταν φανατικά, γιατί είχαν υποστεί μια ανάλογη εκπαίδευση κτλ. Αυτός όμως που ήθελε να τον σκοτώσει δεν κατανοούσε τον Σάλμαν Ρούσντι ούτε κατανοούσε ότι ο Σάλμαν Ρούσντι τον κατανοεί. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχε συμμετρία στην κατανόηση.
Θέλουμε να κατανοούμε ανθρώπους που δεν μας κατανοούν. Επιπλέον, πιστεύω ότι πρόκειται για μια ηθική αναγκαιότητα, γιατί είναι πολύ σημαντικό να κατανοούμε τους λόγους, τα κίνητρα, τα πολιτιστικά ή εκπαιδευτικά αίτια, όταν αντιμετωπίζουμε τη μη κατανόηση. Αυτό δεν μας εμποδίζει να αγωνιζόμαστε όταν κινδυνεύει η ζωή μας, η ελευθερία μας. Υπάρχει όμως αυτό το πρόβλημα της μη κατανόησης, το οποίο νομίζω ότι είναι πολύ πιο οξύ στην εποχή μας. Δεν πρόκειται μόνο για τη μη κατανόηση μεταξύ των εθνών ή των ταυτοτήτων, αλλά επίσης για τη μη κατανόηση που παρατηρείται μέσα στις οικογένειες, μεταξύ γονιών και παιδιών, μεταξύ αδελφών, μεταξύ ανθρώπων που εργάζονται μαζί κτλ. Γιατί υπάρχουν διαρκώς μέσα μας ψυχολογικές διαδικασίες οι οποίες πάντοτε μας ωθούν να αθωώνουμε τον εαυτό μας και να επιρρίπτουμε τα λάθη στους άλλους. Εχουμε διαρκώς μια εγωκεντρική στάση που μας εμποδίζει να τοποθετηθούμε στη θέση του άλλου. Πιστεύω λοιπόν ότι είναι απολύτως απαραίτητο να προωθήσουμε την κατανόηση, από τη στιγμή που η μη κατανόηση μετατρέπεται σε έναν καρκίνο που κατατρώει τις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ οι πηγές της προέλευσής της είναι πολυάριθμες. Ας σκεφθούμε, για παράδειγμα, τον φαύλο κύκλο της βεντέτας, του μίσους που αυτοτροφοδοτείται, στο μυθιστόρημα του Ισμαήλ Κανταρέ “Ο ρημαγμένος Απρίλης”, στο οποίο περιγράφει ακριβώς πώς σε έναν φυλετικό κόσμο υπάρχει πάντοτε σε μια οικογένεια κάποιος που έχει σκοτωθεί και ταυτόχρονα κάποιος που ανήκει σε μια άλλη φυλή και πρέπει να σκοτωθεί κτλ. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στον βαλκανικό κόσμο, το ίδιο συνέβη κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία, στο Κοσσυφοπέδιο. Εκεί οι Σέρβοι μεταχειρίζονταν πολύ άσχημα τους Κοσοβάρους και όταν αυτοί επέστρεψαν στις εστίες τους άρχισαν με τη σειρά τους να σκοτώνουν τους Σέρβους. Πρέπει να σταματήσουμε αυτό τον φαύλο κύκλο, πρέπει κάποια δεδομένη στιγμή να υπάρξει μια πολιτική, μια στάση μεγαλοψυχίας και συγχώρεσης. Τι θα είχε συμβεί αν, για παράδειγμα, στη Νότια Αφρική δεν είχε υπάρξει κάποιος σαν τον Μαντέλα που είπε: “Να αμνηστεύσουμε αλλά να μην ξεχάσουμε”; Το ίδιο συνέβη με τον Ανταμ Μίχνικ στην Πολωνία. Πιστεύω ότι είναι ζήτημα αρχής να επιτρέπεται στους ανθρώπους να ξαναζήσουν και να προσπαθήσουν να αποκοπούν από τον κύκλο της εκδίκησης και του μίσους. Ανάλογο είναι το παράδειγμα του Ισραήλ και της Παλαιστίνης. Αν ο Ράμπιν και ο Αραφάτ δεν είχαν αποφασίσει μια δεδομένη στιγμή να ξεχάσουν τα αποτρόπαια εγκλήματα που διαπράχθηκαν και από τις δύο πλευρές, δεν θα είχε υπάρξει ποτέ μια προσπάθεια για την ειρήνευση μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών. Και ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί. Συνεπώς πιστεύω ότι η κατανόηση και η μεγαλοψυχία είναι απολύτως απαραίτητες σε έναν κόσμο εγκλημάτων και εκδίκησης».
Είχατε πάρει θέση υπέρ του αντιαποικιοκρατικού αγώνα στην Αλγερία. Σήμερα βλέπετε να υπάρχουν «σύγχρονοι Αλγερινοί», κοινωνικά κινήματα σε όλο τον κόσμο που θα μπορούσατε να υποστηρίξετε; Ποιους θα θεωρούσατε συντρόφους σας σήμερα;
«Ναι. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια οργάνωση που ονομάζεται Διεθνής Επιβίωση, της οποίας είμαι μέλος και σκοπός της είναι να εμποδίσει την καταστροφή των μικρών λαών και των μικρών πολιτισμών. Εννοώ τους Ινδιάνους στον Αμαζόνιο, πολλά μικρά έθνη στην Ασία, στην Ινδία, στο Βιετνάμ, την περίπτωση του Τιμόρ…».
Τους Ζαπατίστας στο Μεξικό;
«Ακριβώς. Εχουμε την τάση να ξεχνούμε την υπόθεση αυτών των μειοψηφιών. Ταυτίζομαι με οποιονδήποτε υπερασπίζεται τις μειοψηφίες. Είμαι μέλος της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία βέβαια παρεμβαίνει παντού όπου φυλακίζονται ή βασανίζονται άνθρωποι. Αποδέχομαι εν μέρει την Greenpeace όσον αφορά τις προσπάθειές της για τη σωτηρία της βιόσφαιρας και του περιβάλλοντος. Μπορώ να ταυτιστώ ως έναν βαθμό με πολλά πράγματα που συμβαδίζουν με τις προσδοκίες μου. Κάθε κίνημα αλληλεγγύης μού εμπνέει το ενδιαφέρον και μερικές φορές κάτι παραπάνω από αυτό».
Η ιδέα της Γης-Πατρίδας ως μιας κοινότητας γήινης προέλευσης και μιας συνείδησης πλανητικού πεπρωμένου αποτελεί μια ιδέα συμπληρωματική ή αντιθετική στην έννοια του έθνους;
«Κατά τη γνώμη μου, είναι απολύτως συμπληρωματική, σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβάνομαι. Γιατί στην πραγματικότητα, αν ορίζω την επίγεια πατρίδα ως μια κοινότητα ταυτότητας αφού μέσω της διαφορετικότητάς μας είμαστε όλοι ανθρώπινα όντα και ως μια κοινότητα πεπρωμένου αφού έχουμε τα ίδια προβλήματα ζωής και θανάτου , αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι αμφισβητώ τις εθνικές πατρίδες. Πιστεύω ότι υπάρχουν ομόκεντρα πράγματα. Κατ’ αρχάς υπάρχει μια οικογενειακή πατρίδα και μια εθνική πατρίδα. Σήμερα σχηματίζουμε μια ευρωπαϊκή κοινότητα που δεν είναι ακριβώς μια πατρίδα, αλλά η οποία θα γίνει μια ευρύτερη πατρίδα αν αναπτυχθεί. Κι έπειτα σκέφτομαι ότι η Γη-Πατρίδα είναι μια πιο αρχαϊκή και πιο ευρεία πατρίδα. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για ανταγωνιστικές ιδέες, δεν πρέπει να είναι. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη δική μου αντίληψη δεν είναι».
Αυτή η ιδέα της Γης-Πατρίδας αποτελεί την ουσία των πολιτικών οραμάτων σας;
«Θα έλεγα ότι είναι μία από τις κύριες ιδέες, με την έννοια που την περιέγραψα. Ταυτόχρονα υποστηρίζω την ευρωπαϊκή ενότητα με την ευρεία έννοια του όρου, που δεν περιλαμβάνει μόνο τη σημερινή Ευρώπη αλλά ακόμη και τη Ρωσία».
Στο βιβλίο σας «Κοινωνιολογία» μελετάτε το τραγούδι και τη βιομηχανία του. Τι πιστεύετε για την ανάδραση μεταξύ της ποπ μουσικής και των κινημάτων νεολαίας (του ροκ, του πανκ, του χιπ χοπ, των κινημάτων στα γαλλικά προάστια) που παρατηρείται τις τελευταίες τρεις δεκαετίες; Θεωρείτε ότι το σύστημα της πολιτιστικής βιομηχανίας κατάφερνε πάντοτε να περιορίζει τη διονυσιακή τάση του τραγουδιού και να την υποτάσσει ελέγχοντας το κοινό του;
«Εν μέρει ναι. Αναλογίζομαι, για παράδειγμα, την εποχή όπου αναπτυσσόταν η ροκ μουσική, που υπήρχαν τόσο πολλά ασυμβίβαστα συγκροτήματα, τα οποία δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στα στούντιο, στις ώρες των ηχογραφήσεων κτλ., αλλά ωστόσο κατόρθωσαν να εκφράσουν ένα ολόκληρο πλήθος από μηνύματα, να συγκεντρώσουν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε εκείνες τις μεγάλες γιορτές. Η πολιτιστική βιομηχανία δεν εξαφάνισε αυτά τα συγκροτήματα, δεν τα ήλεγξε παρά εν μέρει. Σήμερα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί αυτά τα νεανικά κινήματα μέσω των δίσκων, μέσω της οργάνωσης των συναυλιών, αλλά δεν έχει πάντοτε τον έλεγχο.
Υπάρχει πάντοτε αυτή η διαλεκτική ανάμεσα στη θέληση για τον έλεγχο της παραγωγής και στη δημιουργία. Σήμερα παρατηρούμε το φαινόμενο των ρέιβερ που ως ένα σημείο ξεφεύγει από αυτό τον έλεγχο. Πρόκειται για άγριες συλλογικές οργανώσεις που αναζητούν την έκσταση, την επικοινωνία, που βρίσκονται εκτός συστήματος».
Οσον αφορά τη νεανική συμπεριφορά, πιστεύετε ότι μπορούμε να μιλήσουμε για μια κρίση του κράτους που συνδέεται με τον «πόλεμο» ο οποίος μαίνεται στις ίδιες τις μητροπόλεις του και στα προάστιά τους;
«Πιστεύω ότι στα προάστια παρατηρείται ένα φαινόμενο κοινωνικής αποσύνθεσης· υπάρχουν διαλυμένες οικογένειες, υπάρχει ανεργία. Επίσης υπάρχει το γεγονός ότι αυτοί οι νέοι δεν έχουν “εσωτερικεύσει” το δίκαιο του πολίτη. Πάντοτε υπήρχε μια φυσική τάση για τον σχηματισμό εφηβικών ομάδων, αλλά αυτές οι ομάδες δεν εξεγείρονταν απαραίτητα με βίαιο τρόπο ενάντια στην κοινωνία. Σήμερα όμως που η κοινωνία αποσυντίθεται, οι εφηβικές ομάδες μετατρέπονται σε φυλές, όπως οι πρωτόγονες φυλές, με τους νόμους τους, τα εδάφη τους, την τιμή τους, τον κανόνα δικαίου τους, που είναι η εκδίκηση. Ετσι δημιουργείται ένα είδος κλειστής μικροκοινωνίας, η οποία επιπλέον μπορεί να διαθέτει την οικονομία της, με τις μικροκλοπές, τις κλοπές ή με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Συνεπώς τίθεται ένα γενικότερο πρόβλημα για την κοινωνία που δεν είναι μόνο μια κρίση του κράτους, αλλά επίσης μια κρίση της κοινωνίας».
Πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι οι νέοι στα προάστια καταστρέφουν ακόμη και τους χώρους στους οποίους συνευρίσκονται (τα πολιτιστικά, τα αθλητικά κέντρα κτλ.);
«Κάθε μεγάλη γιορτή, μαζί με τη μέθη που παρέχει, δημιουργεί κατά κάποιο τρόπο δυνατότητες για καταστροφή. Επιπλέον υπάρχει η επιθετικότητα ενάντια στην κοινωνία από τους λεγόμενους “αναρχικούς”, οι οποίοι χρησιμοποιούν μια διαδήλωση, αναποδογυρίζουν αυτοκίνητα, τα πυρπολούν, σπάνε τις βιτρίνες καταστημάτων, λεηλατούν. Αποτελούν τμήμα του ίδιου φαινομένου και έτσι δημιουργείται μια μικρή κοινωνία που κηρύσσει πόλεμο ενάντια στο σύνολο της κοινωνίας».
Αισθάνεστε ότι με τα βιβλία σας «Αυτοκριτική» και «Τα δαιμόνιά μου» ολοκληρώθηκαν ορισμένοι κύκλοι ζωής; Πιστεύετε ότι αυτά αποτελούν απολογισμούς ζωής;
«Η “Αυτοκριτική” ήταν ένα πολύ σημαντικό εγχείρημα για τη ζωή μου, γιατί μου επέτρεψε να προσπαθήσω να στοχαστώ και να κατανοήσω την ψυχολογική διαδικασία που με οδήγησε να ενταχθώ στους κομμουνιστές, καθώς και εκείνη που με οδήγησε στον “αποπροσηλυτισμό” μου. Δηλαδή από τη στιγμή που ανέλυσα αυτή τη διαδικασία κατάλαβα ότι το είδος του σφάλματος που είχα κάνει τότε δεν θα το έκανα ποτέ πια, ότι το είδος του συλλογισμού που έκανα για να εξαπατήσω τον ίδιο τον εαυτό μου δεν θα το έκανα ποτέ πια. Με άλλα λόγια, είχα την αίσθηση μιας πραγματικής εσωτερικής απελευθέρωσης που ήταν πολύ σημαντική για μένα.
“Τα δαιμόνιά μου” ήταν επίσης ένα σημαντικό βιβλίο, γιατί διερωτήθηκα και πάλι για τις δικές μου αντιφάσεις, θέλησα να κατανοήσω τον εαυτό μου με βάση τα θεμελιώδη δαιμόνιά μου, δηλαδή την ορθολογικότητα, τον μυστικισμό, την αμφιβολία, την πίστη, τα οποία αλληλοσυγκρούονται. Θέλησα να αναλύσω σε βάθος τον τρόπο με τον οποίο επηρέασαν τη ζωή μου και πώς τα αποδέχομαι πλήρως σήμερα. Με άλλα λόγια, μου επέτρεψαν να αποδεχθώ τον ίδιο τον εαυτό μου. Φυσικά με αυτό το βιβλίο δεν θέλησα να γράψω μια αυτοβιογραφία. Ηθελα να επιλέξω τα θέματά του όπως κάνει ένας μουσικός. Τα δικά μου θέματα ήταν τα δαιμόνιά μου και εκείνο που επεδίωξα ήταν να εξετάσω πώς επηρέασε καθένα από αυτά τη ζωή μου, για να μπορέσω στη συνέχεια να συνθέσω τον εαυτό μου. Θέλησα να δημιουργήσω μια μουσική σύνθεση, όχι να διηγηθώ ολόκληρη τη ζωή μου, και ιδιαίτερα την ιδιωτική, την προσωπική ζωή μου. Τα πιο σημαντικά πράγματα τα διατήρησα στη σκιά. Επομένως ήταν ένα εγχείρημα με αυτοκριτική διάθεση, αλλά κυρίως για να γνωρίσω, να κατανοήσω και να αποδεχθώ καλύτερα τον εαυτό μου».
Σήμερα υπάρχει κάτι πάνω στο οποίο εργάζεστε, το οποίο σας απασχολεί;
«Πρέπει να ολοκληρώσω ένα ογκώδες έργο, τη “Μέθοδο”, από το οποίο έχουν κυκλοφορήσει οι τέσσερις τόμοι και απομένει ο πέμπτος. Στη συνέχεια θα ασχοληθώ με μικρότερα πράγματα».
