Τελευταίες μέρες του Αυγούστου στην Ιθάκη. Για το οδυσσειακό σεμινάριο που έγραφα τις προάλλες. Οπου, θες δεν θες, σε συνεπαίρνουν: ο νόστος, ο ήρωας του νόστου, το ποίημα του νόστου. Και προπαντός: εκείνος, ο ηδονικός κι αξύπνητος, νόστιμος ύπνος, γείτονας του θανάτου, στον βυθό του οποίου ποντίζει ο ενύπνιος Οδυσσέας τα πάθη της δεκάχρονής του περιπλάνησης, ώστε να σβήσουν και να ξεχαστούν. Κι εκεί στην κόψη του μεγάλου νόστου, στον μεσαίο δρόμο του έπους, σαλεύει το ίνδαλμα μιας ανεπανάληπτης ποίησης, γυρεύοντας την προσήλωσή μας: μάτια ν’ ακούν, αφτιά να βλέπουν, ωσότου σχηματιστεί χαρισμένος ο λόγος της δικής μας παράφρασης, που θα φέρει το ποίημα και τον ποιητή στο πλάι μας.
Για την παράφραση έγραφα προχτές, στην τελευταία παράγραφο της ιθακήσιας εισήγησής μου: «Ανακάλυψα την τιμή και την εντιμότητά της μεταφράζοντας επί δώδεκα χρόνια τις εικοσιτέσσερις ραψωδίες της Οδύσσειας. Διαπιστώνοντας πως δεν μπορούσα να καταλήξω σε ικανοποιητική μετάφραση της μιας ή της άλλης ραψωδίας, προτού παραφράσω, επαναληπτικά μάλιστα, το πρωτότυπο κείμενό της. Αλλά, και όταν η μετάφραση έφτανε στο πέρας της, η έσχατη δοκιμασία της γινόταν πάλι με κριτήριο τη διαθεσιμότητα του μεταφράσματος να παραφραστεί ξανά και ξανά, από εμένα ή κάποιον αναγνώστη. Ετσι, κατάλαβα πως η διηγητική παράφραση είναι το κέλυφος που περιβάλλει και προστατεύει τόσο το πρωτότυπο κείμενο όσο και κάθε καλή μετάφραση. Γιατί, δίχως την παράφραση, κείμενο και μετάφραση κινδυνεύουν να πάθουν ασφυξία· η παράφραση είναι ο δροσερός αέρας τους, φέρνοντας την αύρα τους κοντά μας». Αυτά προχτές στην Ιθάκη, μιλώντας για το τρίπτυχο «κείμενο – μετάφραση – παράφραση». Και τώρα επί του προκειμένου.
Τον ενύπνιο νόστο του Οδυσσέα, με τα προηγούμενα και τα παρεπόμενά του, τον διηγείται απαράμιλλα ο ποιητής της Οδύσσειας στην αρχή της δέκατης τρίτης ραψωδίας. Που τη μετέφρασα πριν από επτά χρόνια, γράφοντας τότε και τα παραφραστικά Επιλεγόμενά της. Από όπου μεταφέρω σήμερα το αφετηριακό σήμα της αφήγησης. Τίτλος του: η αναμονή.
Ξημερώνει η αποφασισμένη για τον νόστο του Οδυσσέα ημέρα στο παλάτι της Σχερίας. Ο Αλκίνοος θυσιάζει βόδι στον Κρονίδη Δία. Τα σφάγια έτοιμα, ψημένα τα κοψίδια, πλούσιο το γεύμα, ωραίο το τραγούδι με τη φωνή και την κιθάρα του Δημοδόκου. Ο Οδυσσέας μόνον αμίλητος και αφηρημένος. Το μάτι του στραμμένο συνεχώς στον πάμφωτο ήλιο, περιμένοντας το ιλαρό φως του δειλινού, πότε θα φτάσει η συμφωνημένη ώρα του γυρισμού του. Σαν τον φιλόπονο γεωργό, που όλη τη μέρα, σέρνοντας τα βόδια του, οργώνει με το αλέτρι το χωράφι του, ανακουφίζοντας το σβωλιασμένο χώμα, και περιμένει πώς και πώς να πέσει ο ήλιος, οπότε με μια κούραση γλυκιά στα λυγισμένα γόνατα, γεμάτος αγαλλίαση γυρίζει σπίτι για το δείπνο του.
Και τώρα υστερόγραφο το (ιατρικό) ιστορικό της παράφρασης, με συντομία, για να χωρέσει στο νευρικό τούτο εγκώμιό της. Ο όρος εμφανίστηκε στα όψιμα ελληνιστικά χρόνια και πέρασε αμετάφραστος πρώτα στα λατινικά, μετά στις ξένες γλώσσες. Πρώιμη, ωστόσο, η χρήση της παράφρασης, μοιράστηκε αργότερα σωστά σε γραμματική και ρητορική: η πρώτη εφαρμογή αφορά στην ολιγόλεξη εξήγηση μιας δυσνόητης αρχαϊκής λέξης, μιας «γλώσσας»· η δεύτερη στην υφολογική προσέγγιση ενός κειμένου, σε συνδυασμό προς τη ροή και την εξέλιξη του νοήματός του. Πρώτοι οι ρωμαίοι (ο Κοϊντιλιανός και ο Κικέρων) ονόμασαν παράφραση την ελευθέρια μετάφραση, που αναδεικνύει το πνεύμα και το ύφος του πρωτότυπου κειμένου, απορρίπτοντας την κατά λέξη, σχολαστική μετάφραση.
Περιέργως η σχετική έρευνα μέχρι στιγμής αγνόησε τη σημαντικότερη, κατά τη γνώμη μου, χρήση της παράφρασης: τη διηγητική και την αναδιηγητική της λειτουργία, μολονότι εκπληκτικής τέχνης παραφραστικά παραδείγματα αυτής της κατηγορίας φιλοξενούνται ήδη τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Απόδειξη: η περίτεχνα παραφρασμένη αναδιήγηση από τον Αχιλλέα στη Θέτιδα της προηγούμενης διήγησης του ποιητή για τη βίαιη σύγκρουση του ήρωα με τον Αγαμέμνονα, στην πρώτη ραψωδία του έπους· αλλά και οι παραφρασμένοι από τον ποιητή Μικροί Απόλογοι στην εικοστή τρίτη ραψωδία της Οδύσσειας, που αναδιηγούνται με απολαυστική ειρωνεία τους Μεγάλους Απολόγους του Οδυσσέα.
Στο μεταξύ, 31 Αυγούστου, μέρα επιστροφής από Ιθάκη, νόστος ανάποδος.
