Η γεύση που αφήνει “Ο χορός του θανάτου” είναι τόσο αισιόδοξη και απαισιόδοξη όσο η ίδια η ζωή. Είναι όμως θετικό ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι μένουν μαζίΩ έστω κι έτσι. Μάχονται, κι όσο μάχεσαι είναι θετικό». Η Νόνικα Γαληνέα πρωταγωνιστεί στο έργο του Αύγουστου Στρίντμπεργκ στο θέατρο «Ιλίσια» και μαζί με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ δημιουργούν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θεατρικά ζευγάρια του φετινού χειμώνα υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Μίνωος Βολανάκη.
«Ο Μίνως Βολανάκης είναι ο πιο απλός σκηνοθέτης που έχω γνωρίσει. Δεν ζητάει τίποτα αλλά τα θέλει όλα», λέει η κυρία Γαληνέα. Με τον Παπαμιχαήλ συνεργάζεται για πρώτη φορά («δεν έτυχε», εξηγεί): «Είναι ένας έξοχος ηθοποιός, από εκείνους που έχουν πολλά να δώσουν αρκεί να έχεις τα περιθώρια να πάρεις». Οι δύο μαζί, όπως τους επέλεξε ο σκηνοθέτης, καλούνται να υπηρετήσουν «ρόλους – μεγαθήρια», όπου «τα δραματικά με τα κωμικά στοιχεία εναλλάσσονται και ο ηθοποιός καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύο».
«Προσεγγίζω την Αλις με αλήθεια, με συγκέντρωση (τρομερή συγκέντρωση), με την πείρα και τη γνώση που έχω αποκτήσει. Ξέρω πια πού στοχεύω και είναι πια τόσο ξεκάθαρες για μένα οι προτεραιότητές μου». Πρώην ηθοποιός, η ηρωίδα του Στρίντμπεργκ στον «Χορό του θανάτου» είναι μια γυναίκα που βρίσκεται μπλεγμένη στα δίχτυα ενός άνδρα, του άνδρα της. «Είναι ένας επιτήδειος άνδρας, με χιλιάδες ελαττώματα, ο οποίος όμως σαφώς την αγαπάει, σαφώς την θέλει, σαφώς δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν. Της υποσχέθηκε τα πάντα και δεν τήρησε τίποτα. Και η Αλις, όπως εκατομμύρια γυναίκες στον κόσμο, τότε, τώρα και πάντα, βρίσκεται προδομένη. Για λόγους εντελώς ανεξήγητους δεν καταφέρνει ποτέ να τον αφήσει. Σιδηροδέσμια αυτοαποκαλείται και μοναδική της πια χαρά είναι να προσπαθεί, για να επιβιώσει, να αναμετριέται μαζί του».
Οι δυο τους, παντρεμένοι εδώ και πολλά χρόνια, βασανίζουν ο ένας τον άλλον, ματώνουν, «αλλά να είναι μαζί», προσθέτει η κυρία Γαληνέα. «Μέσα από αυτή τη σχέση βγαίνει η τεράστια δύναμη του γάμου με μεταφυσικές προεκτάσεις , η καθημερινή αγάπη και η απόγνωση, αλλά και η καθημερινή ανάγκη για ελπίδα». Ο τρίτος άνθρωπος του έργου (που υποτίθεται ότι είναι ο ίδιος ο Στρίντμπεργκ και στην παράσταση τον ρόλο ερμηνεύει ο Τάκης Χρυσικάκος) εμφανίζεται μάλλον τυχαία και προσπαθεί να καταπολεμήσει τον ερωτισμό που αναπτύσσεται μέσα του γι’ αυτή τη γυναίκα, αλλά τελικά δεν τα καταφέρνει. Εκείνος την μισεί κι εκείνη τον περιφρονεί.
Η κουκουβάγια ήταν ο πρώτος της ρόλος στους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν (1966). «Συνέχισα με καρατερίστικους ρόλους οι οποίοι και έδειχναν την τάση μου στο θέατρο ως κωμικός καρατερίστρια. Οταν όμως μετά από τέσσερα χρόνια είχα την τύχη να συνδέσω την πορεία μου με αυτήν του Αλέκου Αλεξανδράκη και εμφανιστήκαμε ως ζευγάρι, μοιραία με το δεδομένο ότι εκτός των άλλων ήταν ένας πολύ ωραίος άνδρας δεν θα μπορούσα να είχα σταθεί δίπλα του ως… πουλί. Οχι ότι μου κακόπεσεΩ αντιθέτως, χάρηκα πολύ. Επρεπε να ακολουθήσω έναν δρόμο και δεν το έχω καθόλου μετανιώσει. Αλλωστε υπάρχει πάντα χρόνος για να εισπράξουν όσοι ενδιαφέρονται όλα όσα έχω να τους δώσω».
Με αυτή την επιλογή καλλιτεχνικής και ιδιωτικής ζωής η Νόνικα Γαληνέα βρέθηκε συνθιασάρχις, αγνοώντας στην αρχή τι σημαίνει θεατρική παραγωγή. Με τον καιρό όμως έμαθε τη δουλειά, ήρθαν και οι μεταφράσεις, τα μπουλβάρ αλλά και τα κλασικά έργα. «Τότε όλη η ζωή μας ήταν δουλειά. Κι αυτό είναι κάτι που με παρηγορείΩ δεν χάνω τον χρόνο μου, δεν σκορπίζομαι. Ακόμα κι αν χάνω ορισμένα απλά καθημερινά πράγματα, βάζω πάντα τα “πρέπει” πρώτα στη ζωή μου. Είναι και θέμα χαρακτήρα».
Αφού γιόρτασε τα 25 χρόνια της στο θέατρο «Ιλίσια» με δύο έργα, την «Κυρία του Μαξίμ» και την «Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας», «ξεκουράστηκε» και γύρισε σελίδα. Χωρίς τον Αλεξανδράκη πλέον, συνέχισε τη θεατρική της πορεία. «Οσο τυχερή ήμουν τα πρώτα είκοσι πέντε χρόνια της πορείας μου τόσο συνέχισα να είμαι». Ενας – ένας άρχισαν να καταφθάνουν ρόλοι που εξέπλητταν ακόμη και την ίδια. Η δεύτερη καριέρα της Νόνικας Γαληνέα πήρε τον δρόμο της. Μετά το Αμφι-θέατρο έκανε το ντεμπούτο της στο Εθνικό, στον ρόλο της Βασίλισσας, στο «Παραμύθι χωρίς όνομα» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
«Σταμάτησα να έχω τις ευθύνες που είχα ως επιχειρηματίας και ο κόσμος σταμάτησε να με ταυτίζει με τον Αλέκο. Οταν με κάλεσε ο Σπύρος Ευαγγελάτος να παίξω την Κριστίν Μάνον στην τριλογία του Ο’ Νιλ “Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα”, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι το μόνο που είχα να κάνω ήταν να ασχοληθώ με το κείμενο». Κι εκεί ήταν που βρήκε τη Νόνικα ηθοποιό. «Διότι το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε ήταν πώς θα τα πω. Από τη στιγμή που μάθαινα τα λόγια έλεγα ότι δεν κινδυνεύω. Αλλά δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι πόσο μακριά μπορείς να πας τους ρόλους σου. Αυτή τη διαδρομή την έκανα κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Ο προορισμός όμως δεν είναι αυτόςΩ το κοινό πρέπει να σε βρει έτοιμη, ώριμη. Δεν είχα όμως αυτή την πολυτέλεια». Τώρα, όπως λέει, η περίοδος των προβών είναι η πιο εποικοδομητική: «Αυτή μας προχωράειΩ είναι η πιο ουσιαστική αλλά και η πιο επικίνδυνη. Γιατί αν δεν βρεις την ανταπόκριση που λαχταράς από τον δάσκαλο και σκηνοθέτη σου, έχεις χάσει τον χρόνο σου».
«Τελικά όλη η ζωή του ηθοποιού είναι γύρω από μια παράσταση και μια παράσταση είναι κατ’ αρχήν ο ρόλος». Και η Νόνικα Γαληνέα μετρά τριάντα χρόνων ρόλους: «Με το πέρασμα του χρόνου οι ρόλοι μετατρέπονται σε μια γλυκιά ανάμνηση. Είναι όπως όταν χάνεις έναν δικό σου άνθρωποΩ ο χρόνος μπορεί να έχει απαλύνει τον πόνο, αλλά όταν τον σκέφτεσαι είναι κάτι πολύ δικό σου που σε πονά γλυκά». Δεν ξεχωρίζει τις επιτυχίες από τις αποτυχίες.
Μέσα από αυτή την πορεία έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια άλλη εικόνα για μένα από αυτήν που στ’ αλήθεια είμαιΩ και γι’ αυτό φταίω εγώ». Στην αρχή ήταν, όπως λέει, μια επιλογή. Μετά τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους («ο κόσμος βάζει ταμπέλες, σε ταυτίζει με κάτι»). Ωστόσο ξέρει ότι επειδή «σ’ αυτή τη ζωή δεν σου χαρίζεται τίποτα», έπρεπε να πληρώσει γι’ αυτό που ήταν: μια νέα και ωραία κυρία μεγαλοαστικής οικογένειας που είχε την «πολυτέλεια» να κάνει και θέατρο. «Ηταν μέσα στο πρόγραμμα. Τελικά όμως πιστεύω ότι κατόρθωσα να ξεπεράσω το στάδιο της αμφισβήτησης και της κριτικής και τώρα πια μπορώ να ακουμπάω σε ανθρώπους χωρίς επιφυλάξεις. Το κέρδισα αυτό, αλλά δούλεψα σκληρά. Τώρα πια νιώθω ότι μου αναγνωρίζεται αυτό, κάτι που δεν συνέβαινε στο παρελθόν».
Σε αυτή τη φάση της ζωής της η Νόνικα Γαληνέα έχει ανάγκη από τη μοναξιά της. «Δεν είναι απλό αλλά είναι απαραίτητο. Αλλωστε αυτή η μοναξιά μου εξασφαλίζει και την προτεραιότητα στα καλλιτεχνικά μου ενδιαφέροντα. Νιώθω τυχερή που έχω τη χαρά της δημιουργίας». Οπως τυχερή νιώθει για τα παιδιά και τα τρία εγγόνια της: «Εχω μεγάλη εμπιστοσύνη στην κρίση τους», λέει για τις τρεις κόρες της. «Θα ήθελα πολύ να δουλέψω με την Αριέτα και την Αμαλία (Μουτούση)Ω ελπίζω ότι θα γίνει, με σκηνοθέτη τον Μιχαήλ (Μαρμαρινό). Θα ήταν πολύ σημαντικό να κάνουμε κάτι μαζί στον καινούργιο δικό τους χώρο».
Η ταυτότητα της παράστασης
Θέατρο «Ιλίσια»: «Ο χορός του θανάτου» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ. Μετάφραση – σκηνοθεσία Μίνως Βολανάκης, σκηνικά Διονύσης Φωτόπουλος, κοστούμια Γιολάντα Ζόναμπεντ, μουσική επιμέλεια Ιάκωβος Δρόσος, φωτισμοί Ανδρέας Σινάνος. Με τους Δημήτρη Παπαμιχαήλ, Νόνικα Γαληνέα, Τάκη Χρυσικάκο, Ελενα Μπόντη.
