Αυτοπάθεια

Αυτοπάθεια * Το μέλλον τότε τραβούσε πίσω, το παρελθόν πήγαινε μπροστά και το παρόν εξατμιζόταν κατακόρυφα Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ Πέρασαν εν ριπή οφθαλμού τριάντα ολόκληρα χρόνια από εκείνο το κρίσιμο Πάσχα (1973) της επτάχρονης δικτατορίας, που η φετινή της επέτειος έφυγε μάλλον απαρατήρητη. Κι ίσως γι'' αυτό επέρχεται εκδικητική η μνήμη της. Που θα μπορούσε να έχει αναδρομικό σήμα της μια λοξή επιγραφή:

Αυτοπάθεια

Πέρασαν εν ριπή οφθαλμού τριάντα ολόκληρα χρόνια από εκείνο το κρίσιμο Πάσχα (1973) της επτάχρονης δικτατορίας, που η φετινή της επέτειος έφυγε μάλλον απαρατήρητη. Κι ίσως γι’ αυτό επέρχεται εκδικητική η μνήμη της. Που θα μπορούσε να έχει αναδρομικό σήμα της μια λοξή επιγραφή: ν’ ακούς εικόνες, να βλέπεις λόγια, μέσα σε άδειο, τυφλό κελί. Γιατί σε οριακές συνθήκες το σώμα και το μυαλό επιβιώνουν εναλλάσσοντας αισθήσεις και αντικείμενα: την όραση με την ακοή, την ακοή με την όραση· τα λόγια με τις εικόνες, τις εικόνες με τα λόγια. Μέθοδος με την οποία ο ασφυκτικός εγκλεισμός μετατρέπεται σε παραισθητική ελευθερία.


Το Πάσχα εξάλλου είναι έτσι κι αλλιώς ημέρα υποχρεωτικής ελπίδας. Εκείνο πάντως το πασχαλινό πρωί (1973) έτριξε η μπάρα και στο άνοιγμα της σιδερένιας πόρτας εμφανίστηκε με τη μεγάλη του στολή ο Χαραλάμπους (ο ταγματάρχης του ΕΑΤ-ΕΣΑ που με συνέλαβε), για να μου πει «Χριστός Ανέστη». Απίστευτο κι όμως αληθινό, που λέει κι η παροιμία. Ενιωσα κάτι σαν ευγνωμοσύνη για τρεις λόγους: έλαμπε στολισμένος ο βασανιστής, φρεσκοξυρισμένος και χαμογελαστός· μιλούσε αντί να βρίζει· και με την απρόβλεπτη παρουσία του, έσπασε την αφόρητη μοναξιά ενός μήνα. Χάρισμα ανέλπιστο, που γέμισε προσώρας το ξάγρυπνο κενό του χρόνου: μια μορφή ανθρώπου, ας ήταν του βασανιστή, φορώντας, λόγω αναστάσιμης γιορτής, τη μάσκα ενός ωραίου άνδρα. Μιλούσε κι έλεγε διάφορα άσχετα, γύρω στο ένα τέταρτο. Κι εγώ έλεγα μέσα μου να μην τελειώσει, ας μείνει η πόρτα ανοιχτή, έστω μισάνοιχτη.


Οπως και να ‘ναι, το Πάσχα εκείνο (πριν από τριάντα ολόκληρα χρόνια, σίγουρα το πιο δύσκολο της ζωής μου) δεν μπορούσα να δω το μέλλον. Μόνο το θυμόμουν, σαν να είχε περάσει μέσα στο ξοδεμένο παρελθόν. Κι όλο μαζί (μέλλον και παρελθόν) αδιαίρετο παρηγορούσε το ακίνητο παρόν, που κι αυτό δεν το ζούσα, μάλλον το απωθούσα. Τώρα μόλις το σκέφτομαι και το αισθάνομαι πιο καθαρά: το μέλλον τότε τραβούσε πίσω, το παρελθόν πήγαινε μπροστά και το παρόν εξατμιζόταν κατακόρυφα.


Πάσχα του 1973. Ακολούθησε ένα φριχτό καλοκαίρι, που, αφού με στρίμωξε στο μαύρο τέρμα, μ’ έφερε πάλι πίσω, με ένα είδος ανέλπιστης ανάστασης. Στο μεταξύ, εκτός των άλλων, δεν είχα χαρτί και μολύβι να γράψω, βιβλίο να διαβάσω, κάτι να φανταστώ. Επρεπε λοιπόν να ξετινάζω κάποιες λέξεις. Τη μέρα εκείνη ρωτούσα και ξαναρωτούσα τι πάει να πει ανάσταση και ανασταίνομαι. Καθώς μάλιστα στο κελί δεν υπήρχε κρεβάτι να ξαπλώσεις, ώστε μετά να σηκωθείς, ν’ αναστηθείς που λέει ο λόγος· έμενες όρθιος με μια πεισματωμένη περηφάνια, αλλάζοντας το μέσα βογγητό με απόμακρη μουσική. Αλογόκριτη, δηλαδή, κρυφή απόλαυση.


Πολλά από τότε άλλαξαν. Κι όσο κι αν φαίνεται αχάριστο, τα περισσότερα έγιναν πιο μελαγχολικά. Εφυγαν ένας ένας πολλοί από τους Δεκαοχτώ και οι τρεις στυλοβάτες της «Συνέχειας», του περιοδικού που σημάδεψε με τα οκτώ του τεύχη το 1973: η Νανά, ο Παύλος, ο Αλέξανδρος. Μετά συνέχισε ακάθεκτος ο αντίχριστος να θερίζει, αντικριστά συνήθως με την πασχαλινή Ανάσταση, δικούς και φίλους. Προχτές ακόμη τσάκισε τον Βασίλη Στεριάδη, σπαρταριστό ποιητή που βάφτισε τη γενιά του εβδομήντα, με χιούμορ πάντα, καταλυτικό κι αξόδευτο. Ενα από τα τελευταία του ποιητικά χωρατά, που του βγήκε ξινό: Είδες δεν πρόλαβα να πω / φεύγω για την ποίηση. / Και ξαναμπαίνω στο νοσοκομείο. Μαζί του εξάλλου συζητώντας τις προάλλες, διαμαρτυρόμασταν: καιρός επιτέλους να καταργηθεί ο θάνατος, αφού εδώ και χρόνια έχει καταργηθεί η θανατική ποινή, αν εξαιρέσουμε την «ανθρωπιστική» Αμερική. Μήπως δεν το πήρε είδηση ο αναστάς Κύριος; Οπότε θα περίσσευε η ανάσταση. Λέξη έτσι κι αλλιώς παράξενη: αν της αφαιρέσεις την πρόθεση, γίνεται στάση· αν της διπλασιάσεις την πρόθεση, μπορείς να βγάλεις και την επανάσταση. Οπότε, άσε καλύτερα. Μείνε με το χαρμόσυνο Χριστός ανέστη και το αναστάσιμο φιλί. Τα περασμένα ξεχασμένα. Προπάντων τα αυτοπαθή, που δεν ενδιαφέρουν όσους δεν τα έζησαν. Δικαιοσύνη, για να ξαναθυμηθούμε την απόφαση του ποιητή.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version