ΚΕΡΔΗ ίσα με το 4,3% των πωλήσεών τους πραγματοποίησαν το 1996, ως σύνολο, οι 46 πρώτες σε πωλήσεις φαρμακευτικές εταιρείες που έχουν βιομηχανική και όχι μόνο εμπορική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Δηλαδή εταιρείες που παράγουν μέρος τουλάχιστον από τα προϊόντα τους στην Ελλάδα είτε σε δικές τους εγκαταστάσεις είτε σε εγκαταστάσεις τρίτων εταιρειών με τη μέθοδο φασόν.
Οι εταιρείες αυτές, οι οποίες είναι κατά το ήμισυ θυγατρικές πολυεθνικών φαρμακοβιομηχανιών και κατά το ήμισυ ελληνικών συμφερόντων, ασχολούνται κατά ένα μέρος και με τα καλλυντικά και τον χρόνο που πέρασε πραγματοποίησαν συνολικές πωλήσεις ύψους 362,2 δισ. δραχμών. Μην ξεχνάτε άλλωστε ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες εισπράττουν το 49% της τιμής ενός φαρμάκου.
Ετσι, αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι το περιθώριο καθαρού κέρδους στο σύνολο της ελληνικής βιομηχανίας το 1996 ξεπερνά το 5%, οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να ισχυρισθούν ότι ο κλάδος δεν «λειτουργεί» με υψηλά ποσοστά κέρδους, αν και ουδείς μπορεί να παραβλέψει βέβαια τη διαπιστωμένη «ικανότητα» των πολυεθνικών εταιρειών φαρμάκου να «μεταφέρουν» κέρδη και ζημίες με μεγάλη ευκολία από τη μία χώρα στην άλλη. Οπως σε όλους τους κλάδους, έτσι και σε αυτόν του φαρμάκου υπάρχουν εταιρείες με υψηλή κερδοφορία και εταιρείες με μεγάλες ζημίες, στοιχείο που δεν είναι άσχετο βέβαια με τις επενδύσεις που έχουν γίνει ή και με την «εμπορικότητα» των φαρμάκων που καθεμία διαθέτει στην ελληνική αγορά.
Από τις 46 εταιρείες του πίνακα, καθεμία των οποίων το 1996 είχε πωλήσεις άνω του 1 δισ. δρχ., οι 35 ανέφεραν κέρδη ύψους 19,1 δισ. δρχ. και οι 11 ζημίες ύψους 3,6 δισ. δραχμών. Ετσι, τα συνολικά κέρδη της ομάδας των 46 εμποροβιομηχανικών αυτών εταιρειών, δηλαδή εταιρειών που αναπτύσσουν παράλληλα βιομηχανική και εμπορική – εισαγωγική δραστηριότητα, ήταν ύψους 15,5 δισ. δραχμών. Ως ποσοστό των πωλήσεων τα κέρδη ήταν 4,3%, ενώ ως ποσοστό του συνόλου των απασχολουμένων κεφαλαίων ήταν ιδιαίτερα χαμηλά: μόλις 4,9%. Αντίθετα όμως η μέση αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων, δεδομένου ότι οι εταιρείες του κλάδου χρησιμοποιούν σε ευρεία κλίμακα δανειακά κεφάλαια των προμηθευτών τους που διαθέτουν είτε τις πρώτες ύλες είτε τα έτοιμα προϊόντα, διαμορφώθηκε σε μάλλον ικανοποιητικά επίπεδα, αντίστοιχα περίπου με τον μέσο όρο της βιομηχανίας. Συγκεκριμένα, τα συνολικά προ φόρων κέρδη ήταν ίσα με το 18,7% των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων. Σε σύγκριση με το 1995, λιγότερες από μία στις δύο επιχειρήσεις βελτίωσαν τα κέρδη τους σε πραγματικές τιμές, παρ’ όλο που μόνο 12 από τις 46 επιχειρήσεις αντιμετώπισαν στασιμότητα ή και μείωση των πωλήσεών τους σε πραγματικές τιμές.
