Στα ύψη τα κέρδη το 1996 σε συνδυασμό με την άνοδο των διεθνών τιμών
Η αύξηση της παραγωγής, σε συνδυασμό με την άνοδο των διεθνών τιμών καυσίμων το 1996, άνοδο η οποία αποτελεί παρελθόν πλέον καθώς οι τιμές ακολουθούν έντονα καθοδική πορεία, οδήγησε στα ύψη τα κέρδη των Ελληνικών Διυλιστηρίων Ασπροπύργου, της μεγαλύτερης δηλαδή επιχείρησης του Ομίλου της Δημόσιας Επιχείρησης Πετρελαίου (ΔΕΠ) που προετοιμάζεται να συνδεθεί με τη Σοφοκλέους.
Η εμπορική αξία των προϊόντων που παρέδωσαν τα ΕΛΔΑ στη ΔΕΠ το 1996 ανήλθε σε 1,15 δισ. δολάρια ΗΠΑ, ενώ την ίδια χρονιά η εταιρεία δαπάνησε για επενδύσεις σε πάγια το ποσό των 9,5 δισ. δρχ. αυτή ήταν η μεγαλύτερη βιομηχανική επένδυση της χρονιάς. Τον χρόνο που πέρασε τέθηκαν σε λειτουργία δύο νέες μονάδες παραγωγής ντίζελ χαμηλού θείου και ανάκτησης θείου, με σημαντικές ευνοϊκές επιπτώσεις για το περιβάλλον. Η επενδυτική δραστηριότητα συνοδεύθηκε από άνοδο όλων των δεικτών λειτουργίας και δραστηριότητας του διυλιστηρίου. Ετσι η τροφοδοσία σε αργό πετρέλαιο ανήλθε σε 6,2 εκατ. τόνους και η τροφοδοσία σε ενδιάμεσα προϊόντα ανήλθε σε 0,9 εκατ. τόνους. Η κατεργασία έφθασε στους 7,1 εκατ. τόνους και η συνολική παραγωγή προϊόντων ανήλθε σε 6,7 εκατ. τόνους αποτελώντας το 64% του όγκου των πωλήσεων, ύψους 10,5 εκατ. τόνων, που πραγματοποίησε η ΔΕΠ.
Τα ΕΛΔΑ, τα κέρδη των οποίων εκτιμάται ότι υπερδιπλασιάστηκαν ξεπερνώντας τα 15 δισ. δρχ., είναι σε θέση να καλύπτουν άνω του ήμισυ τις ανάγκες της χώρας σε καύσιμα, διυλίζοντας καθημερινά περί τα 125.000 βαρέλια αργού πετρελαίου. ΑΣΑΝΣΕΡ ΤΑ ΚΕΡΔΗ ΤΗΣ ΚΛΕΜΑΝ
Η μοναδική μεγάλη ελληνική βιομηχανία που κατασκευάζει ασανσέρ φαίνεται ότι κέρδισε αρκετούς πόντους στη διεθνή αγορά στον τομέα της το 1996 και έχει ήδη ανέλθει στην έκτη θέση στην Ευρώπη.
Εχει επωνυμία Κλέμαν Ελλάς, είναι ελληνικών κεφαλαίων και αριθμεί 15 χρόνια λειτουργίας. Είναι εγκατεστημένη στη βιομηχανική περιοχή του Κιλκίς και τον χρόνο που πέρασε είδε τις πωλήσεις της να ανέρχονται σε 3,85 δισ. δρχ. αποδίδοντας κέρδη της τάξεως των 370 εκατ. δρχ. Πριν από λίγα μόλις χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας, οι πωλήσεις της ήταν δύο φορές μικρότερες. Η ανάπτυξη της εταιρείας, πρόεδρος και γενικός διευθυντής της οποίας είναι ο κ. Ν. Κουκούντζος (φωτογραφία), στηρίζεται εν πολλοίς στην επανεπένδυση ετησίως του μεγαλύτερου μέρους των κερδών και των διαθεσίμων της. Ετσι το 1996 η Κλέμαν Ελλάς, η οποία έχει αγοράσει τεχνογνωσία και παράλληλα αναπτύσσει δική της, επενέδυσε από κεφάλαιά της 400 εκατ. δρχ. για εκσυγχρονισμό και επέκταση του δυναμικού της.
Για το 1997 η επιχείρηση σκοπεύει να διαθέσει στην ελληνική αγορά 3.800 υδραυλικούς ανελκυστήρες δικής της κατασκευής, δηλαδή το 70-75% της ζήτησης στην εγχώρια αγορά, και να περιορίσει έτσι την εισαγωγική διείσδυση. Η εξαγωγική δραστηριότητα επίσης, η οποία αποφέρει το 10-15% των συνολικών πωλήσεων, προβλέπεται να διπλασιασθεί σε σχέση με το 1996. Σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία, καθώς και σε πολλές άλλες χώρες συνολικά 20 εξάγονται ασανσέρ που κατασκευάζονται στο Κιλκίς. ΕΚΑΤΟ ΚΑΡΑΒΙΑ ΣΤΟ ΝΕΩΡΙΟΝ ΤΗΣ ΣΥΡΟΥ
Επτακόσιοι πενήντα εργαζόμενοι, αρκετά περισσότεροι δηλαδή από όσους προέβλεπε η σύμβαση εξαγοράς του ναυπηγείου, απασχολήθηκαν κατά μέσον όρο το 1996 στο ναυπηγείο Νεώριον Σύρου, το οποίο δεν θα αργήσει να ανακοινώσει ότι ο κύκλος εργασιών του τον χρόνο που πέρασε ανήλθε σε 8,7 δισ. δρχ.
Το ναυπηγείο αυτό της Σύρου, που ιδιωτικοποιήθηκε στα τέλη του 1994, είναι το μόνο που θα συνεισφέρει στον δημόσιο κορβανά ή, να το πούμε αλλιώς, το μοναδικό που θα πληρώσει και εφέτος φόρους. Σε αντίθεση με τα άλλα ναυπηγεία, το Νεώριον Σύρου όχι μόνο δεν έχει απλήρωτες οφειλές στην εφορία και στα ασφαλιστικά ταμεία, αλλά πραγματοποίησε κέρδη ύψους 1,7 δισ. δρχ. το 1996, από τα οποία φυσικά ένα σημαντικό μέρος θα διατεθεί ως φόρος εισοδήματος στην εφορία.
Εκτός όμως από την εφορία και τους βασικούς μετόχους της εταιρείας, επικεφαλής της οποίας είναι ο κ. Ν. Ταβουλάρης (φωτογραφία), από τα κέρδη θα επωφεληθούν και οι εκατοντάδες εργαζόμενοι. Ως κάτοχοι του 5% των μετοχών θα λάβουν φυσικά το μέρισμα που τους αναλογεί, ενώ ένα άλλο σημαντικό ποσό της τάξεως του 10% των κερδών που θα απομείνουν μετά την καταβολή των φόρων θα διατεθεί στο Ταμείο Αλληλοβοηθείας των εργαζομένων.
Τον χρόνο που πέρασε και παρά το γεγονός ότι κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1996 άρχισε να γίνεται αισθητή η κρίση στη ναυτιλιακή αγορά, το «Νεώριον» εξυπηρέτησε περίπου 100 καράβια και κέρδισε με τις συνολικές επιδόσεις του μια περίοπτη θέση ανάμεσα στις κορυφαίες ελληνικές βιομηχανίες του έτους 1996. Ο κύκλος εργασιών του ναυπηγείου προήλθε κατά 95% από εξαγωγές, δηλαδή από εργασίες που έγιναν για ναυτιλιακές επιχειρήσεις του εξωτερικού οι οποίες πλήρωσαν σε συνάλλαγμα.
Ο κ. Μπράιαν Μος, αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Gulfstream Aerospace Corporation, έχει κάθε λόγο να δείχνει ικανοποιημένος. Στη φωτογραφία, βρίσκεται στο εσωτερικό της καμπίνας του νέου μπίζνες τζετ που κατασκεύασε η εταιρεία του, Gulfstream V. Το αεροπλάνο αυτό έκανε την «παρθενική» non stop πτήση του την ίδια ημέρα, στις 7 Απριλίου, από το Λος Αντζελες με προορισμό το Λονδίνο. Πρόκειται για την πρώτη υπερατλαντική non stop πτήση που γίνεται από ιδιωτικό τζετ. Το αεροσκάφος μπορεί να μεταφέρει οκτώ επιβάτες, να ταξιδεύει σε μέγιστο ύψος 51.000 ποδών, ενώ η εμβέλειά του φθάνει τα 6.500 ναυτικά μίλια χωρίς ανεφοδιασμό. 320 ΕΚΑΤ. ΣΕ 400 ΣΤΕΛΕΧΗ ΤΗΣ «ΤΙΤΑΝ»
Η μεγάλη αύξηση των κερδών της εταιρείας τσιμέντων «Τιτάν ΑΕ» κατά 5,2 δισ. δρχ. τα κέρδη διαμορφώθηκαν περίπου σε 15,7 δισ. δρχ. το 1996 έκανε τη διοίκηση της εταιρείας, επικεφαλής της οποίας στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου εδώ και λίγους μήνες είναι ο κ. Δ. Θ. Παπαλεξόπουλος, να αποφασίσει «γενναία» αναπροσαρμογή του μπόνους που χορηγείται τα τελευταία χρόνια στο στελεχικό δυναμικό της.
Εδώ και λίγα χρόνια η «Τιτάν» είναι η μοναδική μεγάλη βιομηχανία που συνδέει ευθέως τα κέρδη της με τη χορήγηση πρόσθετων αμοιβών στα στελέχη της διαθέτοντας σχετικό κονδύλι από τα κέρδη κάθε χρήσεως.
Το συνολικό ποσό είχε φθάσει στα 220 εκατ. δρχ. το 1996 από τα κέρδη της χρήσεως 1995 και τώρα ανέρχεται σε 320 εκατ. δρχ. και αντιστοιχεί στο 2% των κερδών της χρήσεως 1996. Δικαίωμα στο ποσό αυτό δεν έχουν μόνο τα ανώτερα διοικητικά στελέχη της εταιρείας. Συνολικά 400 διοικητικά και επιτελικά στελέχη της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εργάζονται στην επενδυτικού κόστους 10 δισ. δρχ. θυγατρική τσιμεντοβιομηχανία που έχει η εταιρεία στις ΗΠΑ, έχουν λαμβάνειν από το ποσό αυτό, που είναι αυξημένο σε σύγκριση με εκείνο του προηγούμενου έτους κατά 45%. Ενδιαφέρον έχει όμως και η γενικότερη κατανομή – διάθεση των μεγάλων κερδών που πραγματοποίησε η εταιρεία και τα οποία δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία της. Το μεγαλύτερο, αναλογικά, κομμάτι των κερδών του 1996 παραμένει και επανεπενδύεται, ως αποθεματικά, στην επιχείρηση. Συγκεκριμένα, από τα κέρδη της χρήσεως 1996 ύψους 15.669 εκατ. δρχ., ποσό 5.652 εκατ. δρχ. που αντιστοιχεί στο 36,1% των κερδών παρακρατείται «εντός των τειχών». Ο δεύτερος κερδισμένος είναι το υπουργείο Οικονομικών, το οποίο λαμβάνει συνολικά από τα κέρδη ως φόρο εισοδήματος και για συναφείς φόρους ποσό ύψους 4.885 εκατ. δρχ. που αντιστοιχεί στο 31,2% των κερδών. Οι μέτοχοι θα λάβουν, ως μέρισμα, ένα ανάλογο ποσό. Στην προσεχή γενική συνέλευση των μετόχων θα προταθεί το ποσό αυτό να είναι ύψους 4.812 εκατ. δρχ., που αντιστοιχεί στο 30,7% των κερδών της χρήσεως 1996 και ισοδυναμεί με το 8,5% του συνόλου των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης.
Αλλά και οι άλλοι 900 εργαζόμενοι εκτός από τα στελέχη της εταιρείας θα επωφεληθούν, αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι οι διαβουλεύσεις με τα σωματεία των εργαζομένων για τους νέους όρους αμοιβής και εργασίας αφορούν τη χορήγηση αμοιβών και άλλων παροχών που υπερβαίνουν τους καθορισθέντες από τη ΓΣΕΕ, πράγμα που έγινε άλλωστε και το 1996. Ετσι θα χορηγηθεί σε όλους τους εργαζομένους πριμ παραγωγικότητας, το οποίο είναι συνάρτηση των επιδόσεων που παρουσίασε κάθε μονάδα της εταιρείας στη γεωγραφική περιοχή όπου δραστηριοποιείται.
Υπενθυμίζεται ότι τα κέρδη της εταιρείας «Τιτάν» σε ενοποιημένη βάση, δηλαδή τα κέρδη της μητρικής εταιρείας και των θυγατρικών της, το 1996 ανήλθαν σε 19,2 δισ. δρχ., έναντι 11,8 δισ. δρχ. το 1995.
