Η τοκογλυφία ως πρόβλημα της αγοράς χρήματος

Η τοκογλυφία ως πρόβλημα της αγοράς χρήματος Θ. Π. ΛΙΑΝΟΣ Η γενική ειδησεογραφία και, ειδικότερα, η οικονομική ασχολούνται συχνά με την τοκογλυφία και τους τοκογλύφους. Αλλοτε εξαιτίας δραματικών καταστάσεων, όπως η πρόσφατη αυτοκτονία ενός θύματος της τοκογλυφίας στον Πύργο, άλλοτε εξαιτίας της σύλληψης κάποιου τοκογλύφου και άλλοτε λόγω κάποιας καταγγελίας, η αποτρόπαιη εικόνα του τέρατος της τοκογλυφίας

Η τοκογλυφία ως πρόβλημα της αγοράς χρήματος






Η γενική ειδησεογραφία και, ειδικότερα, η οικονομική ασχολούνται συχνά με την τοκογλυφία και τους τοκογλύφους. Αλλοτε εξαιτίας δραματικών καταστάσεων, όπως η πρόσφατη αυτοκτονία ενός θύματος της τοκογλυφίας στον Πύργο, άλλοτε εξαιτίας της σύλληψης κάποιου τοκογλύφου και άλλοτε λόγω κάποιας καταγγελίας, η αποτρόπαιη εικόνα του τέρατος της τοκογλυφίας προβάλλεται έντονα από τον ημερήσιο Τύπο και τα άλλα μέσα ενημέρωσης.


Τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν την παρελθούσα εβδομάδα (βλ. π.χ. «Τα Νέα», 11.8.1997) είναι εντυπωσιακά και αξίζει να αναφέρω μερικά εν συντομία. Ως προς την έκτασή της φαίνεται ότι η τοκογλυφία είναι πανελλήνιο φαινόμενο και ως προς το μέγεθός της εκτιμάται ότι ανέρχεται στο ποσό των 150 δισ. δρχ. κατ’ έτος. Η σημασία του μεγέθους αυτού γίνεται φανερή αν συγκριθεί με το συνολικό ποσό των τραπεζικών δανείων σε βιοτεχνικές και εμπορικές επιχειρήσεις: κατά το 1996 το ποσό αυτό ήταν 392 δισ. δρχ., δηλαδή λίγο περισσότερο από το διπλάσιο του ποσού που δανείζουν οι τοκογλύφοι. Με άλλα λόγια, η τοκογλυφία έχει γίνει ένας σημαντικός ανταγωνιστής του τραπεζικού συστήματος.


Τα επιτόκια των τοκογλυφικών δανείων κυμαίνονται από 3% ως 9% τον μήνα, δηλαδή 36% ως 108% τον χρόνο, ανάλογα με τον κίνδυνο απωλείας του κεφαλαίου και με την ανάγκη του δανειζομένου. Ατομα που βρίσκονται σε απελπιστική οικονομική κατάσταση δέχονται να πληρώσουν το μεγαλύτερο επιτόκιο αφού δεν έχουν άλλη διέξοδο.


Αυτά είναι, εν συνόψει, τα οικονομικά δεδομένα της τοκογλυφίας. Η πλέον όμως εντυπωσιακή πληροφορία είναι εκείνη που αναφέρεται στην πηγή των τοκογλυφικών δανείων. Με έκπληξη διαβάζει κανείς ότι τα ποσά που εισέρχονται στην παράνομη αγορά των τοκογλύφων προέρχονται από άλλους εμπόρους και άλλα «ευυπόληπτα» άτομα που έχουν πλεονάζουσα ρευστότητα την οποία στρέφουν, όχι προς το τραπεζικό σύστημα ή προς επενδύσεις, αλλά στην παράνομη αγορά όπου η απόδοση είναι εξαιρετικά υψηλή (λαμβανομένου υπόψη και του κινδύνου).


Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κανείς να αναπτύξει τις απόψεις του Αριστοτέλη για τη στειρότητα του χρήματος και την ανηθικότητα της είσπραξης τόκου, του Αγίου Θωμά του Ακινάτη, που είχε παρόμοιες απόψεις, ή του Καρόλου Μαρξ, που υποστήριζε ότι ο τόκος είναι τμήμα της υπεραξίας και συνεπώς αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης του εργάτη. Τέτοιες όμως συζητήσεις δεν πρόκειται να έχουν αποτέλεσμα. Οι τοκογλύφοι γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν και δεν χρειάζονται κανένα να τους υποδείξει τον βαθμό της διαφθοράς στην οποία έχουν πέσει. Εκείνο που χρειάζεται είναι προτάσεις για την επίλυση του προβλήματος.


Η σχετική ειδησεογραφία της περασμένης εβδομάδας αναφέρει ότι η δίωξη της τοκογλυφίας θα γίνει μέρος της δράσης του νέου Τμήματος Ειδικών Οικονομικών Υποθέσεων που δημιουργείται στο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), δηλαδή πρόκειται για προσπάθεια καταστολής και αποτροπής. Είναι πιθανόν το νέο αυτό τμήμα να έχει κάποια αποτελέσματα. Παρ’ ότι το εύχομαι, δεν το πιστεύω. Το πιο πιθανόν είναι να αυξήσει τον κίνδυνο για τους τοκογλύφους, να τους κάνει προσεκτικότερους και να αυξήσει τα ήδη υπέρογκα επιτόκια.


Η πραγματική λύση πρέπει να αναζητηθεί στη λογική της αγοράς χρήματος. Αυτό σημαίνει ότι το επίσημο τραπεζικό σύστημα πρέπει να υποκαταστήσει την τοκογλυφία δημιουργώντας τους όρους δανειοδότησης εμπόρων και βιοτεχνών έστω και αν δεν διαθέτουν τις συνήθεις αναγκαίες εγγυήσεις.


Στη γλώσσα των τραπεζών, οι εμπορικές τράπεζες θα μπορούσαν (και θα έπρεπε) να δημιουργήσουν ένα νέο τραπεζικό προϊόν υπό όρους που θα το καθιστούσαν επικερδές και για αυτές και για εκείνους που έχουν ανάγκη, οι οποίοι τώρα γίνονται θύματα της τοκογλυφίας. Ενα τέτοιο νέο τραπεζικό προϊόν θα καταστήσει τους τοκογλύφους περιττούς σε σημαντικό βαθμό και θα βγάλει από την παρανομία πολλούς ανθρώπους που ευρισκόμενοι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση καταφεύγουν στους τοκογλύφους έστω και με μικρή πιθανότητα να διασωθούν. Για όσους διαβάζουν αυτές τις γραμμές και αμφιβάλλουν για την αποτελεσματικότητα της πρότασης, υπενθυμίζω ότι οι έλληνες αγρότες γλίτωσαν από την τοκογλυφία των εμπόρων με τη δημιουργία της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, δηλαδή ουσιαστικά με τη δημιουργία ενός νέου τραπεζικού προϊόντος, της αγροτικής πίστης.


Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version