Πρόσφατοι είναι οι εορτασμοί για την υπογραφή στην Αθήνα της συνθήκης διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δέκα ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος, θα γίνουν ύστερα από έναν χρόνο μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι υπόλοιπες εννέα χώρες είναι: Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Σλοβενία και Μάλτα. Το επόμενο βήμα διεύρυνσης θα περιλαμβάνει τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.
Πολλοί πιστεύουν ότι η σημαντικότερη πλευρά αυτής της διεύρυνσης είναι πολιτική, διότι θα εδραιώσει τη Δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη και επίσης διότι η Ευρώπη ως συλλογική οντότητα καθίσταται μια μεγάλη δύναμη με προοπτικές παγκόσμιας κυριαρχίας. Χαρακτηριστικά λέγεται ότι με την παρούσα διεύρυνση η Ευρώπη για πρώτη φορά υπερβαίνει σε έκταση τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Ασφαλώς τα πολιτικά επιχειρήματα έχουν τη σημασία τους. Εκείνο όμως που θα προσδιορίσει την πραγματική σημασία της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τις παγκόσμιες εξελίξεις είναι, πρωτίστως, η οικονομική δύναμη που θα αναπτύξει στο άμεσο και απώτερο μέλλον. Αυτή τη στιγμή πάντως η ένταξη των δέκα χωρών μπορεί να αυξήσει τη γεωγραφική έκταση και τον πληθυσμό της ΕΕ σημαντικά, αλλά το ακαθάριστο προϊόν της θα αυξηθεί λίγο περισσότερο από 10%. Αυτή η ασύμμετρη αύξηση πληθυσμού και παραγωγής φαίνεται και από την εξέλιξη στο κατά κεφαλήν προϊόν. Στην ΕΕ των 25 χωρών το κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα είναι 13% χαμηλότερο από αυτό που είναι σήμερα, δηλαδή στην ΕΕ των 15 χωρών. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η διεύρυνση δεν αυξάνει σημαντικά και άμεσα την οικονομική δύναμη της ΕΕ. Τα οφέλη βρίσκονται στις μακροχρόνιες προοπτικές της ΕΕ. Οπως αναφέρει το Dehaene Report (του πρώην βέλγου πρωθυπουργού Jean-Luc Dehaene που ήταν επικεφαλής μιας ομάδας ανεξαρτήτων ειδικών), «η διεύρυνση θα φέρει μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας σε μια μεγαλύτερη αγορά με μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων και υπηρεσιών. Οι μεγαλύτερες επενδύσεις, η αύξηση της παραγωγικότητας και τα πλεονεκτήματα της πιο αποτελεσματικής κατανομής των πόρων θα αυξήσουν τους ρυθμούς ανάπτυξης των νέων χωρών, ενώ τα παλαιά μέλη, κυρίως αυτά που συνορεύουν με τα νέα, θα ωφεληθούν από την αύξηση του πλούτου και της κατανάλωσης αυτών των χωρών».
Τα παραπάνω σχόλια του Dehaene Report ισχύουν βέβαια και για την Ελλάδα. Η μακροχρόνια προοπτική της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας είναι πλέον ενταγμένη μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενωσης των 25 χωρών και λίγο αργότερα των 27 χωρών (με την προσθήκη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας). Η βραχυχρόνια προοπτική για τη χώρα μας είναι διαφορετική. Οι εντασσόμενες στην ΕΕ χώρες θα έχουν διεκδικήσεις και μερίδιο στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Θα διεκδικήσουν και θα λάβουν μέρος των χρηματικών κεφαλαίων των Διαρθρωτικών Ταμείων καθώς επίσης και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Αναγκαστικά, όσο περισσότεροι είναι αυτοί που διεκδικούν τόσο λιγότερα θα πάρει ο καθένας, δεδομένου ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ για τα δύο αυτά Ταμεία δεν πρόκειται να αυξηθεί αναλογικά, εκτός αν ο ρυθμός ανάπτυξης των χωρών της ΕΕ παρουσιάσει θεαματική άνοδο. Βέβαια, ανεξαρτήτως της διεύρυνσης, ήταν φανερό ότι θα υπήρχαν σημαντικές αλλαγές στις χρηματοδοτήσεις των Διαρθρωτικών Ταμείων και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής με σκοπό την καλύτερη διαχείριση των πόρων του προϋπολογισμού.
Αυτό σημαίνει ότι έχει έρθει η ώρα που Ελλάδα και η οικονομία της πρέπει να αντιμετωπίσουν τον διεθνή ανταγωνισμό μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά και εκτός, με πολιτική μακροχρόνιας πνοής, με τεχνολογική αναβάθμιση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, με παιδεία και εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού και με σκληρή δουλειά. Αυτό βέβαια δεν είναι υπόθεση μόνο της κυβέρνησης και των αρμόδιων φορέων, αλλά υπόθεση όλων μας χωρίς εξαίρεση.
Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρ. ΑΣΟΕΕ).
