Οπως είναι γνωστό, το πλαίσιο άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής για τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό πλέον από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης το οποίο, στα δύο χρόνια λειτουργίας του, είναι αλήθεια ότι βάλλεται συστηματικά και από πολλές μεριές. Αποκορύφωμα αυτής της κριτικής στο Σύμφωνο αποτέλεσε η πρόσφατη φραστική επίθεση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ρομάνο Πρόντι, ο οποίος ουσιαστικά ζήτησε την άμεση αναθεώρηση αυτού. Σκοπός μας εδώ είναι να συμβάλουμε στη συζήτηση που διεξάγεται γύρω από την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας προτείνοντας δύο συγκεκριμένες τροποποιήσεις με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς του.
Το Σύμφωνο ορίζει και αναλύει τη διαδικασία διόρθωσης ενός υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος (πάνω από 3% του ΑΕΠ) στα κράτη-μέλη της ΟΝΕ. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελούν οι χώρες που βρίσκονται σε βαθιά ύφεση (μείωση του ΑΕΠ κατά 2% σε μια συγκεκριμένη χρονιά) ή είναι αντιμέτωπες με ένα απρόσμενο γεγονός που επηρεάζει αρνητικά και σε μεγάλο βαθμό τη δημοσιονομική θέση αυτών. Υπό θεώρηση, και κατά περίπτωση, είναι και οι χώρες που υφίστανται μείωση του ΑΕΠ λιγότερη από 2% αλλά πάνω από 0,75%. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η υπέρβαση της τιμής αναφοράς 3% συνεπάγεται κυρώσεις σύμφωνα με ένα αυστηρά προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα. Οι κυρώσεις παίρνουν τη μορφή άτοκης δεσμευτικής κατάθεσης ίσης με το 0,2% του ΑΕΠ της χώρας υπό αναφορά, προσαυξημένης κατά 0,1% του ΑΕΠ για κάθε επιπλέον 1% δημοσιονομικού ελλείμματος πάνω από την τιμή αναφοράς 3%. Η δεσμευτική κατάθεση μετατρέπεται σε πρόστιμο αν το κράτος-μέλος δεν έχει διορθώσει το υπερβολικό έλλειμμά του μέσα σε δύο χρόνια. Το σκεπτικό πίσω από έναν τέτοιου τύπου δημοσιονομικό κανόνα και από τις κυρώσεις που συνοδεύονται είναι η επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας στα κράτη-μέλη με απώτερο στόχο την αποφυγή στασιμοπληθωρισμού στο σύνολο της ευρωζώνης. Από την άλλη μεριά όμως, η κριτική που γίνεται στο Σύμφωνο είναι μάλλον έντονη και αφορά τόσο το θεωρητικό επίπεδο (ουσιαστικά πρόκειται περί ενός μη άριστου αυθαίρετου κανόνα) όσο και το πρακτικό, το γεγονός δηλαδή ότι η ποινική ρήτρα που προβλέπει το Σύμφωνο για τους παραβάτες (π.χ. για το 2002 τα κράτη-μέλη Γερμανία και Πορτογαλία) παραμένει μόνο στα χαρτιά. Η κριτική αφορά επίσης το ότι το Σύμφωνο οδήγησε σε προκυκλικές δημοσιονομικές πολιτικές καθώς και ότι δεν ενσωματώνει αξιόπιστους αναπτυξιακούς μηχανισμούς. Μετά τις τελευταίες απαισιόδοξες προβλέψεις για το 2003 (περί αναιμικής ανάπτυξης στην ευρωζώνη κάτω του 1%) είναι πολύ πιθανό το ζήτημα της αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας, αργά ή γρήγορα, να τεθεί επί τάπητος.
Στο πνεύμα αυτό προτείνονται παρακάτω δύο τροποποιήσεις μέσα από τις οποίες πιστεύουμε ότι το Σύμφωνο βελτιώνεται τόσο ως προς τη διάσταση της δημοσιονομικής σταθερότητας όσο και προς την αναπτυξιακή του διάσταση. Πρώτον, θα πρέπει να επεκταθεί η εφαρμογή των κυρώσεων και στο κριτήριο του δημόσιου χρέους όπως το τελευταίο ορίζεται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Αμστερνταμ τον Ιούνιο του 1997 αγνόησε τελείως το κριτήριο του δημόσιου χρέους. Πιστεύουμε ότι οι κυρώσεις θα πρέπει να ενεργοποιούνται και για τα κράτη-μέλη εκείνα όπου η δυναμική του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ λαμβάνει τάσεις χειροτέρευσης. Δεύτερον, προτείνεται η εξαίρεση των δημοσίων επενδύσεων από τον υπολογισμό του ελλείμματος, η χρηματοδότηση των οποίων θα γίνεται μέσω του δημόσιου δανεισμού. Με άλλα λόγια, προτείνεται η εφαρμογή του xρυσού κανόνα των δημοσίων οικονομικών στο σύνολο της ευρωζώνης. Είναι αλήθεια ότι στον ορισμό του υπερβολικού ελλείμματος το Σύμφωνο δεν κάνει διάκριση μεταξύ τρεχουσών και κεφαλαιακών δημοσίων δαπανών. Οι τελευταίες αναφέρονται μόνο στους «άλλους σχετικούς παράγοντες» προς εκτίμηση της ενεργοποίησης ή μη της διαδικασίας ενός υπερβολικού ελλείμματος [άρθρο 104c(3)]. Ο χρυσός κανόνας θα συμβάλει στη δημοσιονομική σταθερότητα στην ευρωζώνη, εφόσον δημιουργεί πλαφόν για τις τρέχουσες δαπάνες το οποίο θα οδηγήσει σε εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών. Παράλληλα θα συμβάλει στη μείωση της «μεροληψίας» έναντι των δημοσίων επενδύσεων οδηγώντας έτσι σε μεγαλύτερο όγκο αυτών και μεγαλύτερους ρυθμούς μακροχρόνιας ανάπτυξης. Τέλος, χρειάζεται προσοχή ώστε η οποιαδήποτε αναθεώρηση να μη λάβει χαρακτήρα αποσπασματικό και επαναλαμβανόμενο (όπως π.χ. οι συχνές αλλαγές παλαιότερα στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών), διότι αυτό θα μπορούσε να πλήξει την όλη αξιοπιστία του Συμφώνου μιας και οι κανόνες δημοσιονομικής πολιτικής, από τη φύση τους, έχουν χαρακτηριστικά μόνιμων και δεσμευτικών περιορισμών.
Ο κ. Ιωάννης Α. Μουρμούρας είναι καθηγητής και πρόεδρος μεταπτυχιακών σπουδών του Οικονομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Μακεδονίας της Θεσσαλονίκης.
