Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε προ ημερών πρόστιμα σε κάποιες από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις των ΗΠΑ, με το αιτιολογικό ότι παρέβησαν τις διατάξεις της νομοθεσίας που απαγορεύει τις εμπορικές συναλλαγές με νομικά και φυσικά πρόσωπα, τα οποία εδρεύουν σε χώρες όπως το Ιράκ, η Βόρεια Κορέα, η Κούβα, η Λιβύη, το Ιράν ή το Σουδάν. Σε όλες αυτές τις χώρες οι Αμερικανοί θεωρούν ότι υπάρχουν δίκτυα συνεργασίας τρομοκρατικών οργανώσεων.
Σύμφωνα με το BBC, τα πρόστιμα επιβλήθηκαν συνολικά σε 59 επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να καταβάλουν ποσά που κυμαίνονται από 500(!) ως 250.000 δολάρια, ενώ το σύνολο των επιβληθέντων προστίμων φτάνει τα 1,1 εκατ. δολάρια.
Μεταξύ των επιχειρήσεων που «τιμωρήθηκαν» από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών συγκαταλέγονται η Amazon, η Bank of New York, η Caterpillar, η Citibank, η Wal Mart, αλλά και εταιρείες-κολοσσοί του πετρελαϊκού κλάδου, όπως η Chevron Texaco και η Exxon Mobil. Η εταιρεία στην οποία επιβλήθηκε το υψηλότερο πρόστιμο είναι η Zim American Israeli Shipping, η οποία κατά το ήμισυ ανήκει στο κράτος του Ισραήλ και είναι μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κόσμου στον κλάδο των θαλάσσιων μεταφορών. Ωστόσο, έντονα επικριτικά σχόλια προκάλεσε το γεγονός ότι στις σχετικές ανακοινώσεις του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ δεν περιλαμβάνεται απολύτως καμία λεπτομερής εξήγηση για τα αίτια της επιβολής των προστίμων. Για παράδειγμα, δεν αναφέρεται με ποιους είχαν παράνομες συναλλαγές οι επιχειρήσεις ούτε καν τι είδους συναλλαγές είχαν.
Η εφαρμογή των ποινών είναι αρμοδιότητα του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Ofac) του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Συνήθως η συγκεκριμένη υπηρεσία ασχολείται με την επιβολή κυρώσεων σε βάρος τρομοκρατών, εμπόρων ναρκωτικών και ξένων χωρών, ενώ στις αρμοδιότητές του συγκαταλέγεται και η δέσμευση των λογαριασμών και των καταθέσεων όσων θεωρούνται ύποπτοι στις ΗΠΑ.
Οι ανακοινώσεις των παραπάνω αποφάσεων του υπουργείου προ 10 ημερών προκάλεσαν έντονη κριτική λόγω της εσκεμμένης παράληψης κάθε πληροφόρησης, σχετικά με την αιτιολογία των προστίμων. Σε σχετικές του δηλώσεις ο Ράσελ Μοκχάιμπερ, εκδότης του newsletter νομικού περιεχομένου Corporate Crime Reporter, ανέφερε: «Από την αρχή η τακτική του Ofac περικλείεται σε πέπλο μυστικότητας». Ο κ. Μοκχάιμπερ δεν περιορίστηκε στη φραστική κριτική, αλλά προχώρησε (από κοινού με τη νομική εταιρεία Public Citizen) στην κατάθεση αγωγής κατά του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Η αγωγή βασίζεται στις διατάξεις του νόμου για την ελευθερία της πληροφόρησης. Εκπρόσωπος της Public Citizen ανέφερε σχετικά: «Σε πολύ μεγάλο βαθμό το Ofac έχει αρνηθεί να παράσχει ουσιαστική περιγραφή των συμπεριφορών στις οποίες βασίζεται η επιβολή των ποινών αυτών και οι προτάσεις διακανονισμού με τους υποτιθέμενους παραβάτες του νόμου. Δεν ανακοινώθηκε ούτε καν κάποια αιτιολογία της απόφασης του Ofac με την οποία επιβλήθηκαν οι συγκεκριμένες ποινές και προτείνονται οι τρόποι διακανονισμού».
Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν είναι η πρώτη που προκαλεί σχόλια και αμφισβήτηση σχετικά με τα κίνητρα και την αξιοπιστία του Ofac και των αποφάσεών του. Σε πολλές περιπτώσεις κατά το διάστημα των τελευταίων ετών οι αποφάσεις της συγκεκριμένης υπηρεσίας του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της κριτικής. Ενδεικτικά αναφέρεται η απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί η δέσμευση των καταθέσεων του σαουδάραβα επιχειρηματία Σαλάχ Ιντρίς. Η φαρμακευτική εταιρεία του Ιντρίς, με την επωνυμία El Shifa, είχε δραστηριότητες στο Σουδάν και το 1998 αποτέλεσε στόχο των Αμερικανών, στο πλαίσιο της επίθεσης μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις κατά αμερικανικών στόχων. Η επιχείρηση του Ιντρίς είχε βομβαρδιστεί με 13 πυραύλους Κρουζ, επειδή είχε θεωρηθεί ότι κατασκεύαζε χημικά όπλα για τον Οσάμα μπιν Λάντεν. Παραδόξως, όμως, το όνομα του κ. Ιντρίς δεν εμφανιζόταν σε κανέναν κατάλογο του Ofac. Παρά ταύτα η υπηρεσία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών είχε εκδώσει σχετική διαταγή, με την οποία δεσμεύτηκαν οι καταθέσεις του επιχειρηματία στην Bank of America. Στη συνέχεια, ο κ. Ιντρίς κατέθεσε μήνυση κατά του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών και οι καταθέσεις του αποδεσμεύθηκαν έπειτα από 18 μήνες. Στην ουσία, η αποδέσμευση των καταθέσεων ισοδυναμούσε με παραδοχή του σφάλματος εκ μέρους του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών και ταυτόχρονα με απαλλαγή του σαουδάραβα επιχειρηματία από τις κατηγορίες για συνεργασία με τρομοκρατικές οργανώσεις.
Σύμφωνα με το BBC, το αμφιλεγόμενο για τις πρακτικές και τα κίνητρα του Ofac δεν έχει προσφέρει μέχρι στιγμής την παραμικρή ικανοποιητική εξήγηση σχετικά με το πώς αποφασίστηκε η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του σαουδάραβα επιχειρηματία. Φυσικά δεν έχει ζητήσει συγγνώμη και δεν έχει δώσει αποζημίωση στον κ. Ιντρίς.
