Τάσος Βρεττός, Νίκος Κασέρης, Νίκος Οικονομόπουλος. Τρεις σύγχρονοι φωτογράφοι. Από τον χώρο της μόδας, της διαφήμισης και του τουρισμού, του ντοκουμέντου. Τρία βλέμματα. Διαφορετικά, όπως και οι αφετηρίες τους
Συναντήθηκαν στη Θράκη. Στη γη των Ορφικών και του Δημόκριτου. Του Βάκχου και του Βιζυηνού. Των απέραντων εκτάσεων και των έντονων αντιθέσεων. Για να αφουγκραστούν τους ήχους της και να αγγίξουν τις ψυχές των κατοίκων της. Απαλλαγμένοι στο μέτρο του δυνατού από προκατασκευασμένες αντιλήψεις και πλαίσια «αθηνοκεντρικά».
Τη διέτρεξαν απ’ άκρη σ’ άκρη. Με μια μηχανή «κρεμασμένη διακριτικά» στον ώμο και την αγωνία της αναζήτησης στις αποσκευές. Αλλά και της απάντησης στα ερωτηματικά που πλανιούνται στον χρόνο του χθες και του σήμερα.
Ταξίδεψαν από την Ξάνθη στην Κομοτηνή και από εκεί στα πομάκικα χωριά της Ροδόπης, στην Ορεστιάδα και στην Αλεξανδρούπολη. Βρέθηκαν σε γάμους και χορούς, σε σταθμούς αναχωρήσεων και σε γήπεδα, σε χωράφια και σε υδροβιότοπους, σε έρημα χωριά και σε στέκια της νεολαίας. Σε μια προσπάθεια να ξορκίσουν την αοριστία και την άγνοια που ακόμη κουβαλά η περιοχή αυτή για πολλούς από εμάς.
Τα κομμάτια που συγκέντρωσαν από το πολύπτυχο του κόσμου της τα μετέφεραν στη συνέχεια στην πραγματικότητα του σκοτεινού θαλάμου. Ετσι απλά. Ως μια προσωπική καταγραφή αλλά και ως μια «υπόσχεση για συνέχεια».
Οι ματιές τους συναντήθηκαν το καλοκαίρι του ’96. Οι εικόνες τους συνυπήρξαν για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς στις σελίδες ενός λευκώματος που κυκλοφόρησε σε περιορισμένα αντίτυπα και δεν βγήκε ποτέ στην αγορά.
Στο τέλος του Μαρτίου οι φωτογραφίες τους θα συναντηθούν ξανά σε ένα λεύκωμα με νέα οπτική και πλουσιότερο υλικό που θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία από τις ίδιες εκδόσεις (Rodos Image) και με τον ίδιο χορηγό, χωρισμένο και πάλι σε τρεις θεματικές ενότητες: στο τοπίο και στη σχέση του με τον άνθρωπο (Νίκος Κασέρης), στη μουσουλμανική μειονότητα (Νίκος Οικονομόπουλος) και στην καθημερινότητα των αστικών κέντρων (Τάσος Βρεττός).
Τίτλος – ουσία του λευκώματος και του οδοιπορικού, «Θράκη, terra incognita».
Ο λόγος για τη Θράκη δεν είναι ποτέ εύκολος. Πόσο «εύκολη» ήταν η απεικόνισή της;
Νίκος Οικονομόπουλος. «Καθόλου εύκολη. Το να είσαι μειονότητα σε μια χώρα συνεπάγεται μια ιδιαιτερότητα που εκφράζεται πολλές φορές προς τα έξω με μια καχυποψία εναντίον οποιουδήποτε προσπαθεί να την προσεγγίσει… Το κλείσιμο που υπάρχει στη Θράκη δεν το έχω αισθανθεί ούτε σε περιοχές πολύ πιο έντονης αντιπαράθεσης λαών και ιδεολογιών. Δεν το ένιωσα ούτε στην Τουρκία, όπου δούλεψα πριν από μερικά χρόνια».
Νίκος Κασέρης. «Στις Σάτρες, για παράδειγμα, ένα χωριό Πομάκων κοντά στα σύνορα, φωτογράφιζα ένα πανηγύρι, γοητευμένος από την απλότητά του… Λίγο νωρίτερα κουβέντιαζα στο καφενείο με τον πρόεδρο της κοινότητας… Ξαφνικά η ατμόσφαιρα έγινε εκρηκτική… άρχισαν να με κατηγορούν ότι φωτογράφισα τις γυναίκες τους και διάφορα άλλα…».
Τάσος Βρεττός. «Ακόμη και το ελληνικό στοιχείο, στις πόλεις τουλάχιστον όπου κινήθηκα, ήταν αρχικά δύσπιστο απέναντί μου… Δεν ήταν μάλιστα λίγοι αυτοί που μου έλεγαν ότι όποιος δημοσιογράφος ή φωτογράφος έφθανε κατά καιρούς στον τόπο τους ασχολούνταν με τα προβλήματα της μουσουλμανικής μειονότητας και όχι με τα δικά τους… Οι εικόνες που ταξίδευαν από τη Θράκη στην υπόλοιπη Ελλάδα ήταν τελικά μονάχα φερετζέδες, μιναρέδες και σκοτεινιά».
Ν.Κ. «Και “ταψιά” δορυφορικά πάνω από τις καλύβες».
Ν.Ο. «Μου φαίνεται όμως φυσιολογικό. Το σημείο αιχμής για τη Θράκη ήταν πάντα η μειονότητα».
Ποιες διόδους βρήκατε για να διεισδύσετε σ’ αυτή την ιδιαίτερη πραγματικότητα;
Ν.Ο. «Προσωπικά λειτούργησα σύμφωνα με τους κώδικες επικοινωνίας των Βαλκανίων… Κώδικες με τους οποίους είχα ήδη εξοικειωθεί από προηγούμενες δουλειές μου… Μια συνεννόηση με τα μάτια, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη… Ακόμη και ένα ένστικτο που αναπτύσσεις με τον καιρό και που σου επιτρέπει να αισθάνεσαι πού σε παίρνει και πού δεν σε παίρνει… πότε μπορείς να ανοίξεις μια πόρτα και πότε όχι…».
Ν.Κ. «Θα έλεγα ότι δυσκολεύτηκα περισσότερο. Την πρώτη εβδομάδα στη Θράκη δεν έκανα τίποτε άλλο από το να οδηγώ και να κοιτάζω… Διένυσα δεκάδες χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο… Οι εκτάσεις ήταν αχανείς… Απέραντες πεδιάδες, μεγάλα δάση, ποτάμια… Παρασύρθηκα προς στιγμή σε ένα ταξίδι που ούτε κι εγώ δεν ήξερα πού θα με οδηγούσε… Κατάφερα όμως να ξεφύγω από το άγχος του να καλύψω τα πάντα… Αποφάσισα να απαθανατίσω ό,τι μπορούσα, μέσα από μια “γλώσσα” μη εξωραϊστική».
Ν.Ο. «Περισσότερο προσωπική…».
Ν.Κ. «Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς για έναν τόπο σαν τη Θράκη…».
Ν.Ο. «Εχει πάντως μεγάλο ενδιαφέρον, Νίκο, αυτό το πέρασμά σου από την ταξιδιωτική φωτογραφία στη φωτογραφία ντοκουμέντο».
Τ.Β. «Εγώ μόλις έφθασα στην Ξάνθη, σήκωσα τα χέρια ψηλά. Η εποχή ήταν δύσκολη… Καλοκαίρι και οι δρόμοι στις πόλεις γέμιζαν μόνο τα βράδια… την ημέρα το σκηνικό τους δεν είχε να κάνει με κάτι το φωτογενές… ουδέτερες στιγμές της καθημερινότητας… Ο μόνος τρόπος για να εισχωρήσω στον κοινωνικό ιστό τής κάθε περιοχής ήταν να κατορθώσω να γίνω και εγώ ένα μέρος της… Εστω και προσωρινά. Μόνο έτσι κατάφερα να βρω τα στέκια της νεολαίας, να μπω στα μπαρ με τις Ρωσίδες, στα γήπεδα, στον στρατό… Με εντυπωσίασε η νεολαία των αστικών κέντρων… Τόσο ζωντανή, αν και με έκδηλη την προσπάθεια να ταυτιστεί με την πρωτεύουσα».
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι αφετηρίες και των τριών σας ήταν διαφορετικές.
Ν.Ο. «Πράγματι. Το δικό μου υλικό το αντλώ από τη ρέουσα πραγματικότητα. Το αντικείμενο του Νίκου ήταν ως τώρα η ωραιοποιημένη πραγματικότητα, ενώ ο Τάσος ασχολείται επαγγελματικά με τη λαμπερή θα λέγαμε πραγματικότητα… Στο εξωτερικό τέτοιες προσεγγίσεις επιχειρούνται συχνά, στην Ελλάδα όμως είναι η πρώτη αν δεν κάνω λάθος φορά όπου γίνεται κάτι τέτοιο… Η συνεργασία μεταξύ των φωτογράφων αποτελεί ακόμη ένα είδος ταμπού…».
Τ.Β. «Ξέρετε, είναι δύσκολη αν και εξαιρετικά δελεαστική μια τέτοια πρόταση – πρόκληση όταν έχεις “βολευτεί” σε μια συγκεκριμένη φωτογραφική ρουτίνα… Εκεί όπου έχεις τον πρώτο λόγο, βρίσκεσαι ξαφνικά αντιμέτωπος με μια άλλη διαδικασία όπου τον πρώτο λόγο τον έχουν πια οι άλλοι…».
Ο χρόνος που είχατε στη διάθεσή σας ήταν αρκετός;
Ν.Ο. «Συνολικά δουλέψαμε περίπου ένα μήνα, όμως ο χρόνος δεν είναι ποτέ αρκετός. Ιδιαίτερα σε μια περιοχή όπου για να φωτογραφίσεις χρειάζεται να έχεις άλλοθι… ένα πανηγύρι, μια γιορτή, μια συγκέντρωση σε ένα τζαμί… Οχι για να περιγράψεις το τελετουργικό αλλά για να δεις τις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ των ανθρώπων, τις κινήσεις, τις συμπεριφορές τους…».
Ν.Κ. «Στον δικό μου “τομέα” η βασικότερη δυσκολία ήταν οι μεγάλες διαστάσεις… Μια απεραντοσύνη που ήταν αδύνατο να τιθασεύσω… Οταν, για παράδειγμα, δεν με κάλυπτε το φως για να φωτογραφίσω ένα δένδρο, έπρεπε να διανύσω χιλιόμετρα για να μπορέσω να το ξαναβρώ… Γι’ αυτό και αποφάσισα να μεγεθύνω λεπτομέρειες… Ενα κομμάτι γης, μια δύση στους υδροβιότοπους, μια στιγμή από τον μόχθο των ανθρώπων που δουλεύουν με την αρχαιολογική σκαπάνη για να φέρουν στο φως κομμάτια από την ελληνικότητα του χώρου…».
Υπάρχει κάποιο μήνυμα που μεταφέρουν οι εικόνες σας;
Ν.Ο. «Δεν ξέρω αν η φωτογραφία μεταφέρει μηνύματα… Ενας φωτογράφος δεν είναι απαραίτητα κοινωνιολόγος… Νομίζω ότι αυτό που κάναμε ήταν μια καταγραφή… όσο μπορούσαμε πιο ολοκληρωμένη και ειλικρινή… Αναπόφευκτα υποκειμενική βέβαια, μια και ο καθένας μας κουβαλά τα προσωπικά του βιώματα και τη δική του ιδεολογία…».
Εννοείτε ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αντικειμενικότητα ούτε στη φωτογραφία ντοκουμέντο;
Ν.Ο. «Ακριβώς. Ακόμη και το φωτορεπορτάζ ιδιαίτερα το ασπρόμαυρο είναι μια κίβδηλη απεικόνιση της πραγματικότητας… Απλώς καλύπτεται με μια επίφαση αλήθειας».
Τ.Β. «Στο οδοιπορικό μας στη Θράκη αυτό που είχε σημασία πιστεύω ότι ήταν η απεικόνιση ενός κόσμου ζωντανού που επιβιώνει στον χρόνο παρά τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις του».
Ν.Κ. «Και που ένα μέρος του βρισκόταν μέχρι πρότινος στο περιθώριο, σαν ένα είδος κράτους εν κράτει, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τουρκική εθνική συνείδηση».
Ν.Ο. «Πιστεύω ότι δεν είναι σκόπιμο να αναλύσουμε τώρα την εσωτερική μας πολιτική».
Ν.Κ. «Επιμένω όμως ότι μέσα από την ανάπτυξη η συνύπαρξη αυτή μπορεί να γίνει απολύτως φυσιολογική… όπως συνέβη στο παρελθόν και στη γενέθλια πόλη μου, τη Ρόδο…».
Μπορείτε να μεταφέρετε στις λέξεις τους ήχους και τις μυρωδιές της Θράκης;
Ν.Κ. «Θα έλεγα ότι είναι οι ήχοι και οι μυρωδιές των παιδικών μου χρόνων… Η μυρωδιά του ξύλου και του βρεγμένου χώματος, του ψωμιού που ψήνεται στους φούρνους…».
Ν.Ο. «Είναι οι μυρωδιές της εφηβείας που ζήσαμε στη δεκαετία του ’50 και του ’60 και που δεν συναντάς συχνά πια… Για πρώτη φορά τις ξαναβρήκα στην Τουρκία, μόνο που εκεί τις εισέπραττα διαφορετικά… απαλλαγμένες ίσως από το έντονα παραδοσιακό “σκηνικό” που χαρακτηρίζει τα χωριά της μειονότητας… Υπάρχουν βέβαια και οι ζουρνάδες, τα νταούλια…».
Τ.Β. «Στις πόλεις πάντως δεν έφθασε η αύρα της υπαίθρου».
Ποια χρώματα θα δίνατε στη «δική» σας Θράκη;
Ν.Κ. «Μάλλον γκρίζα. Τελείως διαφορετικά από αυτά του Αιγαίου».
Ν.Ο. «Προσπαθείς να μεταφέρεις τη φωτογραφική γλώσσα στη γλώσσα των λέξεων και νομίζω ότι είναι λάθος… Οι φωτογράφοι δουλεύουν περισσότερο με τις αισθήσεις και όχι με τη λογική…».
Αν σας ζητούσαν να ανασύρετε από τη μνήμη σας μια στιγμή από όσες ζήσατε, ποια θα φέρνατε στην επιφάνεια;
Ν.Κ. «Θα επέλεγα μια εικόνα… και συγκεκριμένα, ένα μισοερειπωμένο χωριό, τον Λειβαδίτη, στην καρδιά ενός πανέμορφου δάσους».
Ν.Ο. «Στο μυαλό μου έρχεται μια τσιγγάνα που χόρεψε για μένα ένα χορό τόσο ερωτικό όσο δεν φαντάζεσαι… Ισως γιατί προσκρούει αυτό το άνοιγμά της, το ανθρώπινο, στην τόση δυσπιστία που συνάντησα…».
Τ.Β. «Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι τελικά πέρασα καλά… Εκανα φίλους και ανίχνευσα στοιχεία που δεν είχα εντοπίσει στην πρώτη μου επίσκεψη».
Οι «λογαριασμοί» σας με τη Θράκη παραμένουν ανοιχτοί;
Ν.Ο. «Ναι, αν και δεν είμαι σίγουρος αν θέλω να ξαναδουλέψω εκεί… Δεν είμαι βέβαιος ότι τα αισθήματά μου είναι απολύτως θετικά…».
Ν.Κ. «Ισως γιατί έμεινε η πίκρα και η καχυποψία… Θα ήθελα όμως να επιστρέψω… το κεφάλαιο αυτό δεν έχει κλείσει για κανένα μας ακόμη. Και δεν είμαι σίγουρος αν θα μπορέσει να κλείσει ποτέ…».
