H διεθνής επιτυχία που σημείωσε η θρησκευτική ταινία του Μελ Γκίμπσον «Τα Πάθη του Χριστού», ξεπερνώντας μέσα σε διάστημα ενός περίπου μηνός τα 360 εκατομμύρια δολάρια σε έσοδα (μόνο στις ΗΠΑ), άνοιξε κατά κάποιον τρόπο τον ασκό του Αιόλου. Πεινασμένο για νούμερα θεαματικότητας, το τηλεοπτικό δίκτυο CBS ανέσυρε από τα ράφια του τη μίνι σειρά «Jesus» επαναπροβάλλοντάς την ακριβώς την εποχή όπου ο Ιησούς του Τζιμ Καβίζελ στα «Πάθη» του Γκίμπσον έτρωγε ξύλο με τη σέσουλα κουβαλώντας τον Σταυρό του Μαρτυρίου. Εν τω μεταξύ η American Home Video είχε φροντίσει ήδη να αγοράσει τα δικαιώματα μιας ακόμη παλαιότερης μίνι σειράς, της «Mary, Mother of Jesus» (1999). Τη μετονόμασε… «Jesus» και άρχισε την προώθησή της στην Αμερικανική Αγορά Κινηματογράφου (AFI) «”αφήνοντας” τον Μελ Γκίμπσον να κάνει όλη τη δουλειά», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ένας από τους εκπροσώπους της Home Video. Μα φυσικά. Εφόσον ο Ιησούς Χριστός, λόγω της ταινίας του Γκίμπσον, είναι στις ημέρες μας τόσο πολύ της μόδας, δεν χρειάζεται καν να ανοίξει ο κουμπαράς της Home Video για τα έξοδα της διαφήμισης.
Αιωνίως «μοδάτος»
Εχοντας ουκ ολίγες φορές βρεθεί «στη μόδα», ο Ιησούς Χριστός μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως ένας από τους εμπορικότερους και πιο προσοδοφόρους ήρωες στην ιστορία του θεάματος. Τα τριάκοντα αργύρια, που με ένα μόνο φιλί κέρδισε – και δεν χάρηκε – ο Ιούδας, έχουν μεταφραστεί σε τρισεκατομμύρια δολάρια και έχουν κάνει πλουσιότερους τους κινηματογραφικούς παραγωγούς του Χόλιγουντ που ασχολήθηκαν μαζί τους (ο Γκίμπσον είναι το τελευταίο παράδειγμα, αν κρίνουμε μάλιστα από το ποσόν που έδωσε για να γυρίσει τα «Πάθη» – μόλις 30 εκατομμύρια δολάρια). Στην ιστορία των ταινιών που έχουν γευτεί εκατομμύρια δολάρια από τα Πάθη του Χριστού, η πλειονότητα έχει να κάνει περισσότερο με τη λαμπρότητα και λάμψη της υπερπαραγωγής παρά με την οικονομία και την ασκητική – τα όσα με άλλα λόγια πρέσβευε ο ίδιος ο Ιησούς. Γι’ αυτό άλλωστε η σωστότερη σε χριστιανικό πνεύμα ταινία έχει ευρωπαϊκή ιθαγένεια και αισθητική: το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο», ενός κομμουνιστή ποιητή, του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ένα ασπρόμαυρο διαμάντι μινιμαλισμού που εμμένοντας στην ουσία του χριστιανισμού κατάφερε να κάνει σκόνη μια θάλασσα αδικαιολόγητης σπατάλης και λούσου. Από τη δεκαετία του 1980 πάντως οι περισσότερες παραγωγές που σχετίζονταν με τον Χριστό ήταν τηλεοπτικές και στο σύνολό τους είχαν πέρα για πέρα τη λογική μυθιστορήματος «Αρλεκιν» (αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά σε αυτές που έχουν προγραμματίσει τα κανάλια, όπως κάνουν κάθε χρόνο άλλωστε για τη Μεγάλη Εβδομάδα).
Από τον βωβό κινηματογράφο ως τις ημέρες μας
Από την εποχή της ταινίας «Πάθη» («The Passion Play of Oberammergau», 1897) του Χένρι Σ. Βίνσεντ και της «Μισαλλοδοξίας» (1916) του Ντ. Γ. Γκρίφιθ ως τα πρόσφατα «Πάθη» του Γκίμπσον, ο Υιός του Θεού επισκεπτόταν τακτικότατα το σελιλόιντ, με αποτέλεσμα οι ταινίες, τηλεταινίες και μίνι σειρές στις οποίες έχει ως σήμερα συνολικώς εμφανισθεί να ξεπερνούν τις πενήντα.
Οσο γλαφυρότερα και «χαϊδευτικότερα» αποδιδόταν η ιστορία Του, με κλασικό παράδειγμα την «Ωραιότερη Ιστορία του Κόσμου» του Τζορτζ Στίβενς (ο σουηδός ηθοποιός Μαξ φον Σίντοφ στον κεντρικό ρόλο), τόσο ομορφότερα ένιωθε η πλειονότητα του κοινού ενώ μοιραζόταν τα Πάθη του Χριστού. Και όσο πιο προκλητικό ήταν το περιεχόμενο των ταινιών που ασχολούνταν μαζί Του, όπως συνέβη με τον «Τελευταίο πειρασμό» που σκηνοθέτησε ο Μάρτιν Σκορσέζε βασισμένος στο αιρετικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, τόσο περισσότερο το κοινό φανατιζόταν, αντιδρώντας με αδικαιολόγητες ακρότητες μακριά από τα όσα ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός πρέσβευε. H συνταγή έλεγε πάντοτε ότι στις «ορθόδοξες» ταινίες για τον Χριστό ήξερες τι πρόκειται να δεις ενώ στις «ανορθόδοξες» ήξερες ότι θα ακολουθήσουν επεισόδια.
Το «άσπρο» και το «μαύρο»
Ο κατά Χόλιγουντ «ορθόδοξος» Ιησούς είναι ξανθός, με αγγελικό πρόσωπο και απαλή φωνή, όπως ο Τζέφρεϊ Χάντερ στον «Βασιλιά των Βασιλέων» (1961) του Νίκολας Ρέι και ο Ρόμπερτ Πάουελ στον «Ιησού από τη Ναζαρέτ», την all time classic μίνι σειρά του Φράνκο Τζεφιρέλι. Κλασικά εικονογραφημένα με πλούσιο καστ, μπόλικη φλυαρία, καθόλου φασαρία και, όπως είπαμε, αρκετή σπατάλη σε ανούσιες λαϊκίστικες γραφικότητες.
H ανορθόδοξη μορφή του Χριστού θέλει τον Θεάνθρωπο να μη μοιάζει ντε και καλά με τις εικόνες του που στολίζουν εκκλησίες. Ο Παζολίνι, για παράδειγμα, στο «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» χρησιμοποίησε έναν μελαχρινό για τον ρόλο του Ιησού, τον φοιτητή Ενρίκε Ιρατσόκι που δεν ήταν καν επαγγελματίας ηθοποιός. Από το γρανιτένιο πρόσωπο του Γουίλεμ Νταφόε στον «Τελευταίο πειρασμό» έλειπε η στιλπνότητα που «απαιτεί» η καθαρή χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, ενώ ο Τεντ Νίλι του μιούζικαλ «Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Αστρο», που σκηνοθέτησε το 1973 ο Νόρμαν Τζούισον, θύμιζε «παιδί των λουλουδιών» (και αυτό περίπου ήταν στην πραγματικότητα ο Νίλι).
Σχετικό ενδιαφέρον έχουν τόσο οι χριστιανικές αλληγορίες που τοποθετούνται στη σύγχρονη εποχή («Ο λόγος» του Καρλ Ντράγερ, ο «Χριστός ξανασταυρώνεται» του Ζυλ Ντασσέν, «Ο Ιησούς του Μοντρεάλ» του Ντενίς Αρκάν και ο «Τζόνι πήρε τ’ όπλο του» του Ντάλτον Τράμπο είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις) όσο και οι διακριτικές εμφανίσεις του Ιησού σε ταινίες όπου η φιγούρα του δεν είναι κυρίαρχη. Στις τελευταίες βρίσκουμε τον «Μπεν Χουρ» του Γουίλιαμ Γουάιλερ, όπου ο σκηνοθέτης προτιμά να δείξει μόνον την πλάτη του Ιησού, τον «Βαραββά» του Ρίτσαρντ Φλάισερ, όπου εκ των πραγμάτων το πρόσωπο του τίτλου βρισκόταν σε πρώτο πλάνο με έναν αρκετά ικανοποιητικό Αντονι Κουίν στον ρόλο, αλλά και μια ξεχασμένη πια ταινία, τον «Μεγάλο ψαρά» του Φρανκ Μπρορζέιγκ (με κεντρικό ήρωα τον Απόστολο Πέτρο), όπου σε όλα τα κάδρα με τον Ιησού βλέπουμε μόνον το χέρι του.
Ο «Ιησούς» που δεν γυρίστηκε
Ενα από τα απραγματοποίητα (δυστυχώς) σχέδια του δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγερ, ο οποίος με το «Πάθος της Ζαν ντ’ Αρκ» (1928) είχε ούτως ή άλλως δημιουργήσει μία από τις σημαντικότερες θρησκευτικές ταινίες όλων των εποχών, ήταν ο «Ιησούς». Ο Ντράγερ αφοσιώθηκε στον δικό του «Ιησού» επί μία ολόκληρη εικοσαετία και λίγο προτού πεθάνει, το 1968, επέτρεψε τη δημοσίευση του σεναρίου στα αγγλικά γράφοντας δύο συμπληρωματικά κείμενα: «Ποιος σταύρωσε τον Ιησού» και «Οι ρίζες του αντισημιτισμού» (το σενάριο εκδόθηκε το 1972 από τον οίκο Dial Press). Κρίνοντας από τον τρόπο με τον οποίο ο λουθηρανός σκηνοθέτης σκέφτηκε την ιστορία των Παθών, αν η ταινία του είχε όντως γυρισθεί, θα προκαλούσε πολύ χειρότερες αντιδράσεις από ό,τι μαζί «O τελευταίος πειρασμός» του Σκορσέζε και «τα Πάθη του Χριστού» του Μελ Γκίμπσον (που κατηγορήθηκαν για αντισημιτισμό). Ανατρέποντας πέρα για πέρα τα ως τώρα «δεδομένα», ο Ντράγερ αφηγείται μια ιστορία στην οποία οι Φαρισαίοι τρέφουν συμπάθεια απέναντι στο πρόσωπο του Χριστού (δειπνούν μαζί του ανταλλάσσοντας απόψεις), οι Εβραίοι είναι ξεκάθαρα επαναστάτες, ο Καϊάφας Του εξομολογείται ότι τον παραδίδει με βαριά καρδιά στους Ρωμαίους, ο Πόντιος Πιλάτος Του μιλά στα ελληνικά σε μια ανάκριση που διαρκεί λίγο και τα βασανιστήρια του Ιησού είναι, με μια λέξη, ανύπαρκτα. Οσο για τη Σταύρωση, πραγματοποιείται σε άδειους δρόμους γιατί ο περισσότερος κόσμος κοιμάται.
