Τι γίνεται στα στούντιο ηχογραφήσεων; Πώς μια ωραία φωνή γίνεται ωραιότερη; Πώς μια αδύναμη φωνή καλύπτει την αδυναμία της; Ολα μπορεί να αλλάξουν προς το καλύτερο, αρκεί ο ηχολήπτης να ξέρει «τα κόλπα». Ολα, εκτός από τη χροιά της φωνής και το αίσθημα. Αυτά ανθίστανται στη λαίλαπα της τεχνολογίας
Οταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης πήγε στο στούντιο Polysaund το 1969 για να ακούσει την τελική μορφή των τραγουδιών που ο Σταύρος Ξαρχάκος τού είχε παίξει στο πιάνο, έπαθε σοκ! «Μαγκάκι, δεν μου τα ‘χες πει έτσι» είπε στον συνθέτη. «Ξέρεις τι μου κάνεις τώρα; Είναι σαν να έχουμε ραντεβού στο Σύνταγμα, δυο άγνωστοι, κι αντί να κρατάς τριαντάφυλλο όπως μου είπες για να σε αναγνωρίσω, έρχεσαι με γαρίφαλο!».
Η μεγάλη ορχήστρα καθόλου δεν άρεσε στον τραγουδιστή. Η δουλειά που είχε γίνει στο στούντιο θεώρησε πως άλλαξε τελείως τα τραγούδια. Αλλιώς τα ήξερε με το πιάνο, άλλη αίσθηση είχε από αυτά. Αρνήθηκε λοιπόν να ηχογραφήσει τον δίσκο που τελικά ερμήνευσε ο Κώστας Πασχάλης. Είναι «Ο θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας» σε ποίηση Νίκου Γκάτσου. Το περιστατικό το αφηγείται ο κ. Γιάννης Σμυρναίος, ηχολήπτης από τους κορυφαίους με εμπειρίες μοναδικές τα 35 χρόνια που ασκεί την τέχνη του ηχολήπτη, διότι περί τέχνης πρόκειται. Αφού τα τελευταία χρόνια ο ηχολήπτης ευθύνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό για το ηχητικό αποτέλεσμα που φθάνει στ΄ αφτιά μας..
Ζούμε την εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας. Τώρα οι ηχολήπτες μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Ο,τι τέλος πάντων οι τραγουδιστές θέλουν. Και τι μπορεί να θέλουν οι τραγουδιστές; Να ακούγονται τέλεια οι φωνές τους. Οι παλιοί τραγουδιστές, ακόμη και σήμερα, δεν χάνουν ευκαιρία να θυμίσουν στο κοινό τους πόσο σημαντικό ήταν που έμπαιναν στο στούντιο και τραγουδούσαν «μια κι έξω». Πόσο αυτοδύναμοι ήταν, τελικά, χωρίς τις «πλάτες» των μηχανημάτων. Σήμερα κανένα ή σχεδόν κανένα τραγούδι δεν γράφεται έτσι. Λέξη λέξη, στίχο στίχο, για να ‘ναι όλοι ευχαριστημένοι. Το κοινό, κυρίως. Το κοινό που όσο και να αλλάζουν οι μόδες, οι εποχές, οι τάσεις θα υποκλίνεται πάντα στις ωραίες φωνές. Σε πρώτη δυνατότητα είναι η φωνή. Αυτός που έχει παραμεριστεί όπως επισημαίνει ο κ. Σμυρναίος είναι ο μουσικός, ο ενορχηστρωτής, ο συνθέτης.
«Η τεχνολογία δεν επεμβαίνει στο μέγεθος που νομίζει ο κόσμος» εξηγεί ο κ. Σμυρναίος. «Αν δεν υπάρχει καλό υλικό, μια καλή φωνή, δεν μπορείς να κάνεις μεγάλες αλλαγές. Με τα σύγχρονα μέσα πετυχαίνεις ένα καλό περιτύλιγμα. Παλιά είχαμε μόνο την ουσία. Τώρα, τα πέντε τελευταία χρόνια, έχει γίνει αυτοσκοπός το περιτύλιγμα».
Το στούντιο είναι ένας χώρος μυθικός: κομπιούτερ, μικρόφωνα, κουμπιά χιλιάδες, ενισχυτές, μαγνητόφωνα, ηχεία. Ο,τι έχει να επιδείξει η τεχνολογία είναι εκεί. Και η τεχνολογία κάθε λίγο και λιγάκι έχει να επιδείξει καινούργια επιτεύγματα. Ο Βαγγέλης Κουλούρης, ηχολήπτης που είχε δουλέψει πολύ με τον Μάνο Χατζιδάκι, θυμάται με τρυφερότητα την αγάπη του για την τεχνολογία. «Ο Μάνος είχε μανία με τα μηχανήματα. Θυμάμαι ήμαστε στις Βρυξέλλες το ΄88 και τρέχαμε στα μαγαζιά, προκειμένου να αγοράσει το πρώτο digital φορητό κασετόφωνο, που είχε μόλις κυκλοφορήσει. Οταν γυρίσαμε στην Αθήνα, με αυτό έκανε τις πρώτες ζωντανές ηχογραφήσεις της Ορχήστρας των Χρωμάτων». Ο Χατζιδάκις έλεγε συχνά στον Βαγγέλη Κουλούρη: «Οταν πεθάνω, θέλω να μου φέρνεις στον τάφο μου όλα τα καινούργια προσπέκτους».
Καλές κονσόλες και καλά μικρόφωνα δεν μπορούν όμως να κάνουν μια κακή φωνή καλή. Σε αυτό συμφωνούν όλοι. Η χροιά της φωνής δεν αλλάζει. Αλλάζουν όμως πολλά άλλα. «Εχουν βγει μηχανήματα που διορθώνουν τονικά τις φωνές» λέει ο κ. Μάκης Αχλαδιώτης, ηχολήπτης από τους «πρωτοκλασάτους», επίσης. «Τα φάλτσα διορθώνονται. Τα μικρά στοναρίσματα διορθώνονται. Δεν επεμβαίνουμε στη χροιά της φωνής αλλά αν φύγει από τον τραγουδιστή μια δύσκολη κορόνα, τη φτιάχνουμε. Το έχουμε κάνει πολλές φορές. Πολλοί είναι οι επώνυμοι τραγουδιστές που χρειάζονται βοήθεια. Τα τελευταία δύο χρόνια αυτό το μηχάνημα χρησιμοποιείται ευρέως». Ο ηχολήπτης είναι σαν τον εξομολογητή: ξέρει πολλά μυστικά αλλά δεν τα λέει. Για καλό δικό του δηλαδή. Γενικεύοντας την κουβέντα ο κ. Αχλαδιώτης αρκείται μόνο να «μαρτυρήσει» το εξής: «Είναι πολλοί του μοντέρνου λαϊκού χώρου που το χρησιμοποιούν. Οι υπόλοιποι θα το χρησιμοποιήσουν σίγουρα στο μέλλον».
Η ουσία πάντως είναι το αίσθημα που βγάζει μια φωνή. Η τεχνολογία έχει βοηθήσει να ακούμε διαφορετικά τις φωνές. Για χρόνια αυτό που κυριαρχούσε στις ηχογραφήσεις των δίσκων ήταν: πίσω η ορχήστρα και πολύ μπροστά, πολύ έξω, οι φωνές. Σήμερα η τάση είναι το ακριβώς αντίθετο: ακούγεται η ορχήστρα σε πρώτο πλάνο και σε δεύτερο, πιο μέσα, ακούγονται οι φωνές. Στο «Δι’ ευχών» του Νίκου Αντύπα για πρώτη φορά η φωνή, η φωνή της Χάρης Αλεξίου εν προκειμένω, ακουγόταν μέσα από τα όργανα. Αυτό στην αρχή ξένισε. Τώρα το έχουμε πια συνηθίσει και μας αρέσει. «Είναι θέμα αισθητικής» λέει ο κ. Αχλαδιώτης. «Δεν υπάρχει λόγος να ακούγονται οι φωνές και όχι η ορχήστρα. Ο κ. Μάκης Μάτσας έστελνε πάντα πίσω τις μείξεις, αν δεν ήταν μπροστά οι φωνές».
Οι ηχολήπτες σήμερα έχουν την πολυτέλεια να κάνουν καλύτερα πράγματα. Το ζητούμενο είναι να μη χάνεται η ουσία. Να επιτυγχάνεται η «χρυσή» τομή. «Δυστυχώς η εξέλιξη της τεχνολογίας είναι εις βάρος της τέχνης» επισημαίνει ο παραγωγός κ. Γιώργος Κυβέλος. «Η τεχνολογία έχει υποκαταστήσει τις αποφάσεις. Επειδή μπορεί να παρεμβαίνει και να αλλοιώνει, έχει κάνει τις επιλογές πιο εύκολες. Οι αξίες έχουν υποχωρήσει και η τεχνολογία παίζει τέλεια το παιχνίδι των ψευδαισθήσεων. Η Ρόζα Εσκενάζυ δεν θα είχε καμία τύχη σήμερα. Αντιθέτως έχουν τύχη ωραίες, ψηλές, ξανθές, με τα λιγότερα προσόντα. Και αυτό γιατί στο στούντιο όλα διορθώνονται. Και αυτό γιατί η εικόνα είναι το μέγα ζητούμενο. Αισθάνομαι βαθιά θλίψη μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις».
Είναι λοιπόν τόσο γιαπωνέζικα τα ελληνικά στούντιο; Η ψηφιακή καλωδίωση είναι η νέα απειλή της τέχνης του τραγουδιού; Οι νέοι που δεν έχουν άλλα ακούσματα και δεν έχουν το πλεονέκτημα της σύγκρισης βρίσκονται στο έλεος της νέας τεχνολογίας; «Η ουσία, ευτυχώς, δεν κατασκευάζεται» μας καθησυχάζει ο κ. Σμυρναίος. Τα φίλτρα, τα εφέ, τα έκο κάνουν τη φωνή εντυπωσιακή, μεγαλόπρεπη αλλά δεν είναι μόνο οι φωνές που χρειάζονται περιτύλιγμα. «Αυτοσκοπός δεν πρέπει να είναι το εφέ» λέει ο κ. Σμυρναίος. «Τα εφέ καλύπτουν την πενία γενικότερης έμπνευσης. Βομβαρδιζόμαστε από χιλιάδες κομμάτια με κακές μουσικές, κακούς στίχους. Προσπαθούν με μέσα εντυπωσιασμού να κερδίσουν τον ακροατή, ο ακροατής εθίζεται σε αυτούς τους ήχους και περιμένει το περιτύλιγμα. Λίγοι είναι αυτοί που αναζητούν τον φυσικό ήχο. Οι συνθέτες εφησυχάζουν με τα συνθεσάιζερ. Ολόκληρη την ορχήστρα ένα σύνθι την παράγει. Ολα γίνονται στην υπερβολή τους. Επί 12 κομμάτια ακούς τον ίδιο ήχο. Παίζουν σπανίως πραγματικά βιολιά, πραγματικά πνευστά. Οι σοβαροί συνθέτες γράφουν όλους τους μουσικούς μαζί. Ακούει ο ένας τον άλλον, συμπάσχουν, κουρδίζουν σε σχέση με τον άλλον, αυτορρυθμίζονται, εν αντιθέσει προς τη μεμονωμένη ηχογράφηση, όπου ο κάθε μουσικός παίζει ερήμην του άλλου».
Ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, η Ελένη Καραΐνδρου και κάποιοι ακόμη ρομαντικοί ηχογραφούν ολόκληρη την ορχήστρα μαζί. Με αυτόν τον τρόπο η ορχήστρα έχει συνοχή, όλοι παίζουν σε σχέση με κάτι. Το σύνηθες βεβαίως είναι αυτό που είπε ο κ. Σμυρναίος. Ενα συνθεσάιζερ για όλες τις δουλειές. Μετά, αφού καταλήξουν με τις ορχήστρες, έρχεται η ώρα του ερμηνευτή. Ο ερμηνευτής, όσο καλός και να είναι, σπανίως «βγάζει» το τραγούδι σε μια βάρδια. Μάλλον μάταιος αγώνας πια θεωρείται. Κανείς δεν ζητεί από τον τραγουδιστή να «τα πει και να φύγει». Ούτε εντυπωσιάζεται από αυτό. Το κοινό θα θαυμάσει το οριστικό αποτέλεσμα και σε αυτό οι μύθοι είναι πάντα στο ύψος τους. Το κοινό στις συναυλίες θα έχει τη δυνατότητα μιας κάποιας αλήθειας. Εχουν αλλάξει τα αξιοκρατικά στοιχεία. Καλώς το έκανε ο Στράτος Διονυσίου και έλεγε ένα τραγούδι στον πραγματικό του χρόνο, αλλά αν ζούσε σήμερα πιθανώς και αυτός να χρησιμοποιούσε τις διευκολύνσεις της τεχνολογίας για καλύτερο αποτέλεσμα με λιγότερο άγχος.
Δεν έχει πια άγχος ο τραγουδιστής την ώρα της ηχογράφησης. Αν είναι η φωνή του σε «φόρμα», αν έχει το σωστό συναίσθημα, τότε κρατάει ο ηχολήπτης με τη σύμφωνη γνώμη του παραγωγού την ηχογράφηση. Την επόμενη μέρα ξαναγράφουν. Αυτή τη φορά το «ν» του είναι καλύτερο. Το «σ΄ αγαπώ» το είπε πιο άμεσα. Αρα κρατούμε το «σ’ αγαπώ» από την ηχογράφηση της Δευτέρας, το «θα σε θυμάμαι» από την ηχογράφηση της Τρίτης κ.ο.κ. Συμπερασματικά: ένα τραγούδι δεν μεταφέρει το συναίσθημα μιας στιγμής αλλά 100 διαφορετικών χρονικών στιγμών.
Τα φίλτρα και τα απρόοπτα
Ολα αυτά που συμβαίνουν μέσα σε ένα στούντιο περισσότερα από 50 λειτουργούν στο Λεκανοπέδιο δεν μπορεί να συμβαίνουν και σε μια συναυλία. Οχι στον ίδιο βαθμό, τουλάχιστον. Το ζητούμενο στις καλές συναυλίες, όπως υποστηρίζει ο κ. Κουλούρης, είναι το αποτέλεσμα να πλησιάζει αυτό του δίσκου. Σε αυτή την περίπτωση εκτός από την τεχνολογία και τους καλλιτέχνες ρόλο παίζει και η ακουστική του χώρου και το ακροατήριο. «Κάποιες μονάδες με εφέ μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις και στα ζωντανά. Οπως άλλωστε και τα φίλτρα για τις φωνές. Υπάρχουν πολύ καλά και ακριβά μηχανήματα που βοηθάνε να επιτευχθεί το καλό αποτέλεσμα. Αν μπορείς να διαθέσεις χρήματα για να φέρεις καλά μηχανήματα, μπορείς να έχεις και εδώ ένα καλό περιτύλιγμα» εξηγεί ο κ. Κουλούρης.
Το άγχος πάντως του καλλιτέχνη μπροστά στα πιθανά απρόοπτα μιας συναυλίας δεν ακυρώνεται όσους τόνους μηχανήματα και αν έχει απέναντί του στη σκηνή. Είναι όμως γεγονός πως σήμερα οι συναυλίες οι περισσότερες έχουν καλύτερο ήχο από ό,τι στο παρελθόν. Είτε από αγάπη για τη δουλειά τους είτε από ανασφάλεια οι έλληνες τραγουδιστές φροντίζουν πολύ τις ζωντανές τους εμφανίσεις.
Το παιχνίδι των εντυπώσεων παίζεται στη δισκογραφία. Μπορεί οι δίσκοι να μη γίνονται για να ακούγονται, όπως αναρχικά είπε ο Σεγκόβια, γίνονται όμως για να πωλούνται και άρα ό,τι πωλείται πρέπει να φροντίζεται. Τελευταία μανία των ελλήνων τραγουδιστών να ηχογραφούν στο εξωτερικό. Το έκανε προσφάτως η Χάρη Αλεξίου, το έκανε λίγο πριν η Αλκηστη Πρωτοψάλτη με τον Νίκο Αντύπα, ετοιμάζει τις βαλίτσες του για έξω, για να ηχογραφήσει τζαζ, ο συνθέτης Βαγγέλης Κατσούλης, το ζητούν πολλοί από τις εταιρείες τους. Ο πρώτος εν Ελλάδι παραγωγός που ηχογράφησε τη δεκαετία του ΄80 στο εξωτερικό ήταν ο Ν. Αντύπας. Ηχογράφησε με τους Socrates στην Αγγλία, στο πολύ γνωστό στούντιο Town House. Τι συμβαίνει; Είναι καλύτερα τα μηχανήματα εκεί; Πιο σύγχρονα;
«Για λόγους μάρκετινγκ ηχογραφούν έξω, όχι για λόγους ουσίας» λέει ο κ. Σμυρναίος. «Την καλή μουσική την κάνεις παντού, δεν χρειάζεται να πας έξω για να τη συναντήσεις. Αυτό που σαφώς έχει σημασία είναι ο χρόνος που έξω διατίθεται. Ο,τι κάνουμε εμείς σε μία εβδομάδα, εκεί γίνεται σε ένα μήνα. Τον ψάχνουν τον ήχο περισσότερο. Αυτό έχει να κάνει όμως με το οικονομικό κονδύλιο που η εταιρεία διαθέτει για ένα δίσκο. Οι ελληνικές παραγωγές τείνουν να είναι όλο και πιο οικονομικές, γιατί η αγορά είναι μικρή και δεν γίνεται απόσβεση των εξόδων πάντα». Η σύγχρονη πρακτική θέλει ένα μεγάλο κομμάτι του προϋπολογισμού να διατίθεται για την προβολή του δίσκου. Αν στο μάρκετινγκ δίνονται τα μισά χρήματα, στην παραγωγή δίνονται τα αλλά μισά και από αυτα στο στούντιο ηχογράφησης αναλογεί το 1/4 του συνολικού κόστους. Οι καλλιτέχνες που «φέρνουν» πίσω τα λεφτά τους μπορεί να έχουν και ακριβό μάρκετινγκ και ακριβή παραγωγή.
Η νέα τεχνολογία
Πάντως όσοι πηγαίνουν στο εξωτερικό για ηχογράφηση δεν έχουν καθόλου την κατανόηση των ελλήνων ηχοληπτών. «Οι έλληνες ηχολήπτες είναι μια χαρά. Καταρτισμένοι και ενημερωμένοι για τα πάντα. Κανένας άλλος εκτός από τον έλληνα ηχολήπτη δεν μπορεί να μιξάρει καλύτερα την ελληνική μουσική. Κυρίως για να εντυπωσιάσουν, οι τραγουδιστές ηχογραφούν σε ξένα στούντιο» λέει ο κ. Αχλαδιώτης, που αναγνωρίζει όμως και μιαν άλλη παράμετρο: «Είναι πολύ πιο εύκολο για να λέμε και του στραβού το δίκιο να κλείσεις ραντεβού με ξένους μουσικούς σε ένα στούντιο του εξωτερικού παρά στην Αθήνα».
Τα ελληνικά στούντιο είναι αυτή τη στιγμή πλήρως εξοπλισμένα με τις νέες τεχνολογίες. Και το «Sierra» του κ. Αχλαδιώτη και το «Odeon» του κ. Σμυρναίου και το προσφάτως δημιουργηθέν Ηχογραφικό Κέντρο του Μεγάρου Μουσικής με την κονσόλα των 80 καναλιών και με την αίθουσα 19.000 κυβικών μέτρων. Εκείνο όμως που ένας υποψιασμένος με το μάρκετινγκ άνθρωπος μπορεί να σκεφθεί είναι πως αν οι έλληνες καλλιτέχνες ηχογραφούν στο εξωτερικό επειδή έχουν τεχνικές απαιτήσεις, δεν υπάρχει λόγος να το «χρησιμοποιούν» τόσο πολύ όταν μιλούν για τον δίσκο τους. Δεν χρειάζονται τόσα δελτία Τύπου για το γεγονός. Αφού το αποτέλεσμα είναι ξεχωριστό, θα φανεί από την πρώτη ακρόαση. Και το «μπράβο!» του ακροατή θα πάει εκεί όπου πρέπει: στον καλλιτέχνη.
Συμπεράσμα: αν η φωνή που ακούτε είναι λυγμική, αν το αίσθημα «ρέει» έξω από το CD-player του σαλονιού σας, αν η κορόνα του αγαπημένου σας τραγουδιστή αυξάνει τον θαυμασμό σας στο πρόσωπό του, κρατήστε την ψυχραιμία σας. Τίποτε δεν έγινε αυθόρμητα. Μελετήθηκε, προγραμματίστηκε, διορθώθηκε, ωραιοποιήθηκε. Εγινε ένα υπέροχο λαμπερό προϊόν, ένα τέλειο CD ανταγωνίσιμο. Αύριο, που θα βγει στη βιτρίνα, θα έχει και άλλα τέτοια, ίδια, λαμπερά, CD να ανταγωνιστεί. Ποιος είναι καλύτερος σήμερα; Αυτός που πουλάει περισσότερα. Η μόνη δυστυχώς αλήθεια για τους πολλούς.
