Ομοφυλοφοβία, κοπρολαγνεία και άλλα δεινά

κριτική θεάτρου Ομοφυλοφοβία, κοπρολαγνεία και άλλα δεινά «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου ΣΤΕΛΛΑ ΛΟΪΖΟΥ Ο Πέτρος Φιλιππίδης και ο Γιάννης Βούρος σε στιγμιότυπο από τις «Θεσμοφοριάζουσες» Τσεμπέρια, ταγάρια, κιλίμια, βράκες, γκλίτσες. Ηθοποιοί που τα φορούν, ενώ συγχρόνως χοροπηδούν φωνάζοντας «μαλαπέρδα», «αχαμνά» και άλλες ξεχασμένες

Ομοφυλοφοβία, κοπρολαγνεία και άλλα δεινά

Τσεμπέρια, ταγάρια, κιλίμια, βράκες, γκλίτσες. Ηθοποιοί που τα φορούν, ενώ συγχρόνως χοροπηδούν φωνάζοντας «μαλαπέρδα», «αχαμνά» και άλλες ξεχασμένες λέξεις-σουβενίρ γερολάγνων μεταφραστών. Το μείζον θέμα του πρωκτού, των προϊόντων του και οι παρενέργειες των λερωμένων εσωρούχων. Κοπελιές με ποδιές που τρέχουν να αποφύγουν μαλλιαρούς κοιλαράδες μεθύστακες με πλαστικούς φαλλούς σε στύση. Το 1821 συναντά την αρχαία Ελλάδα σε μια φολκλόρ σεξοπανήγυρη με φουστανελοφόρους σάτυρους και υστερικές νταρντάνες με πλεξούδες να παρελαύνουν αγκομαχώντας μέσα από σύννεφα σωματικών αερίων και γιγαντιαίων ακρυλικών στηθόδεσμων.


Εξοντωτική ενδεχομένως η παραπάνω περιγραφή, και πάλι νομίζω δεν είναι αρκετή να αποδώσει το μέγεθος της μιζέριας και της κακογουστιάς των παραστάσεων αριστοφανικών έργων που φιλοξενούνται τα τελευταία χρόνια στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. H εναλλαγή σκηνοθετών και συντελεστών – εναλλαγή ούτως ή άλλως πλασματική και ανούσια εφόσον πρόκειται μονίμως για τα ίδια πρόσωπα – δεν φαίνεται να έχει καμία σημασία, καμία επίδραση στον τρόπο αντιμετώπισης των κωμωδιών αυτών. H προσέγγιση γίνεται πάντοτε μέσα από το ίδιο παραμορφωτικό πρίσμα, τα αποτελέσματα έχουν πάντοτε την ίδια αποκρουστική αισθητική – λες και η επιλογή κάποιας άλλης ερμηνευτικής προσέγγισης επρόκειτο να τιμωρηθεί με τη βαρυτάτη των ποινών. Ο Αριστοφάνης έχει πλέον καταγραφεί στη συνείδηση του κοινού ως συνώνυμο του βλαχοπορνό και της κουρελαρίας.


Από τις προδιαγραφές αυτές δεν ξέφυγε και η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κώστας Τσιάνος. Στον βαθμό που επιχειρήθηκε η κωμωδία, αυτή εξαντλήθηκε στα γνωστά χοντροκομμένα καλαμπούρια, τα αθάνατα πέη-παλαμάρια και τις κλωτσιές στον πισινό. Στον βαθμό που επιχειρήθηκε το μιούζικαλ, αυτό περιορίσθηκε σε παχουλοδροσάτες μακρυμαλλούσες που ανέμιζαν τραγουδιστά τα φουστάνια, τα ντέφια και τις κορδέλες τους.


Πινελιές κακού μελό και στοιχεία ανώδυνης επιθεώρησης έρχονται να συμπληρώσουν το τοπίο της σύγχυσης και να επιβεβαιώσουν την αίσθηση μιας παράστασης με συμπτώματα προχωρημένης μετάλλαξης, μιας παράστασης που αν ήταν άνθρωπος θα είχε το σώμα του Φωκά Ευαγγελινού, το κεφάλι του Κώστα Τσιάνου και τις τουαλέτες του Πέτρου Φιλιππίδη. Ενα ον που σίγουρα θα το ζήλευαν όλοι οι δημιουργοί μελλοντολογικών ταινιών και θα ζούσε σε κάποιο μακρινό πλανήτη ενός άγνωστου γαλαξία.


«Κότες», επιθεώρηση των Γ. Γαλίτη, Γ. Λέφα και Π. Κοντογιαννίδη βασισμένη στους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη στο θέατρο «Αλσος» σε σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου


«Επιθεώρηση βασισμένη στους “Ορνιθες” του Αριστοφάνη»: έτσι χαρακτηρίζουν οι συντελεστές την παράσταση «Κότες» που παίζεται στο Θέατρο Αλσος. Οπως σταδιακά ανακάλυψα, οι «Κότες» δεν έχουν καμία σχέση με τους «Ορνιθες». Αυτό όμως τελικά δεν αποδείχθηκε και τόσο σημαντικό.


Το αρχικό νούμερο των Σωτήρη Μουστάκα και Στάθη Ψάλτη ήρθε να ζεστάνει την ατμόσφαιρα: ένα ντουέτο καλοκάγαθων αστέγων, συμπαθείς κλόουν που σαρκάζουν τους πάντες και προπαντός τον εαυτό τους, οι δύο ηθοποιοί κράτησαν το ενδιαφέρον μας χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.


Τα πράγματα όμως τείνουν να λειτουργούν συσσωρευτικά. H αθλιότητα του περιβάλλοντος χώρου σε συνδυασμό με αυτήν του σκηνικού χώρου, των κοστουμιών και των χορογραφιών αποδείχθηκε πραγματικά ασήμαντη μπροστά στην αθλιότητα των κειμένων όπως αυτή αναδύθηκε μπροστά μας.


Ο μονόλογος του μπεκρή μάγκα περί αξιών αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: «Παλιά ο πατέρας έλεγε στον γιο του “Αντε και καλό βόλι”. Τώρα λέει “Αντε και καλός πούστης”. Οχι ότι έχω τίποτε με τον κλάδο, μια χαρά άνθρωποι και πολλοί απ’ αυτούς φίλοι μας. Πανέξυπνοι, καλοφαγάδες, δουλευταράδες… Τώρα σοβαρά όμως: πού πήγαν οι ηθικές αξίες; Χάθηκαν στο χρηματιστήριο;».


Οι συγγραφείς σπεύδουν να δηλώσουν ότι δεν έχουν πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους, συγχρόνως όμως να υποστηρίξουν ότι οι σεξουαλικές προτιμήσεις των ομοφυλοφίλων είναι άμεσα συνδεδεμένες με την πρωτοφανή σήψη της κοινωνίας. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται τακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης: οι γονείς που εξοργίζονται όταν το παιδί τους ανακοινώνει ότι είναι στρέιτ, γιατί έτσι δεν θα πάει μπροστά, δεν «θα μπαινοβγαίνει στα μέγαρα και στα κότερα», ή οι Σκωτσέζοι που χλευάζονται καθ’ ότι «άντρες πράμα και φοράνε φούστα».


Τέτοιου είδους αντιλήψεις διαγράφονται πραγματικά επικίνδυνες ειδικά όταν σερβίρονται με το περιτύλιγμα της «κωμωδίας». Αυτό όμως που μου φαίνεται πραγματικά αξιοπερίεργο είναι η εμμονή των ανθρώπων αυτών με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας. Οταν έχουν τόσα να σχολιάσουν από την επικαιρότητα, γιατί άραγε νιώθουν την ανάγκη να αφιερώσουν το ένα τρίτο του έργου τους σε ομοφυλοφοβικά σχόλια;

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version