Ο Παβαρότι δεν λέει «αντίο»

πρόσωπο Ο Παβαρότι δεν λέει «αντίο» Λίγα εικοσιτετράωρα πριν από τη συμπλήρωση των 70 χρόνων του, η ημέρα που ο θρυλικός τενόρος θα αποχαιρετήσει τη σκηνή εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο. Ο ίδιος πάντως δεν βιάζεται διόλου να το λύσει Ο Λουτσιάνο Παβαρότι στο σπίτι του στο Πέζαρο Σε ό,τι αφορά τα λόγια τουλάχιστον ο Λουτσιάνο Παβαρότι δεν δείχνει να διαφέρει εντυπωσιακά από τους περισσότερους

Ο Παβαρότι δεν λέει «αντίο»

Σε ό,τι αφορά τα λόγια τουλάχιστον ο Λουτσιάνο Παβαρότι δεν δείχνει να διαφέρει εντυπωσιακά από τους περισσότερους συνομηλίκους του. Στην ηλικία του, δηλώνει κατά καιρούς στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και έχοντας διαγράψει μια υπερσαραντάχρονη σταδιοδρομία, ότι αυτό που επιθυμεί είναι να αποσυρθεί από την ενεργό δράση και να αφιερώσει επιτέλους χρόνο στην οικογένειά του. Στην πράξη ωστόσο τα πράγματα είναι μάλλον διαφορετικά. Μπορεί τωόντι ο θρυλικός τενόρος να «χαρίσει» την προσεχή Τετάρτη – ημέρα συμπλήρωσης των 70 χρόνων του – στην κατά δεκαετίες νεότερη σύζυγό του και στη μόλις δυόμισι ετών κόρη του Αλίτσε, η 12η Οκτωβρίου του 2005 όμως δεν σηματοδοτεί διόλου και τον τερματισμό της ερμηνευτικής καριέρας του, όπως ο ίδιος είχε στο παρελθόν κατ’ επανάληψη δηλώσει. Δύο εικοσιτετράωρα αργότερα θα βρεθεί και πάλι στη σκηνή, και δη στη Γερμανία, στο πλαίσιο της περιβόητης «αποχαιρετιστήριας» περιοδείας του. Μιας περιοδείας η διάρκεια της οποίας ολοένα επιμηκύνεται – προς το παρόν φθάνει ως τον Ιούλιο του 2006 -, ενώ ο τελευταίος «σταθμός» της εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο.


Ο αποχαιρετισμός δεν ήρθε ακόμη


H αλήθεια είναι ότι – όποτε τελικά κι αν έρθει – το «αντίο» του Παβαρότι στις διεθνείς σκηνές έχει κατά καιρούς προκαλέσει πολλές και διαφορετικές εκτιμήσεις και εικασίες. Πρόκειται άραγε για την – κατανοητή ως ένα σημείο – δυσκολία του καλλιτέχνη να αποχαιρετήσει το κοινό ύστερα από δεκαετίες υπέρλαμπρης καριέρας ή μήπως για «απώλεια του μέτρου», πράγμα που, εν προκειμένω, υποβοηθείται από τα δυσθεώρητα ύψη τα οποία εξακολουθούν να αγγίζουν οι αμοιβές για κάθε του εμφάνιση; Χαρακτηριστικό παράδειγμα η επικείμενη μεγάλη περιοδεία του τενόρου στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία (Οκτώβριος – Νοέμβριος 2005), όπου όχι μόνο οι υπερβολικοί – κατά την εκτίμηση του διεθνούς Τύπου – όροι του αναφορικά με τη φιλοξενία έγιναν αποδεκτοί στο σύνολό τους αλλά και τα εισιτήρια έφθασαν σε «ιλιγγιώδεις» τιμές προκειμένου να καλυφθεί το κόστος του όλου εγχειρήματος. Και όλα αυτά παρά το ορατό ενδεχόμενο ακύρωσης που «απειλεί» κάθε εμφάνιση του Παβαρότι τα τελευταία χρόνια, έχοντας μάλιστα, όχι σπάνια, μετατραπεί σε πραγματικότητα…


Οποια από τις παραπάνω εκτιμήσεις κι αν είναι τελικά αυτή που ευσταθεί, το δεδομένο παραμένει ένα: λίγα εικοσιτετράωρα πριν από τη συμπλήρωση των 70 χρόνων του ο Παβαρότι – πάλαι ποτέ «βασιλιάς των υψηλών ντο» – έχει προ πολλού καταγραφεί ως ο άνθρωπος o οποίος σφράγισε ανεξίτηλα την τέχνη που υπηρέτησε, διατηρώντας παράλληλα τον τίτλο του δημοφιλέστερου καλλιτέχνη όπερας και κλασικής μουσικής στον χώρο της δισκογραφίας. Μπορεί μάλιστα να υπερηφανεύεται ότι συνέβαλε τα μάλα στη γνωριμία του ευρέος κοινού με τη «δύσληπτη» όπερα. Εστω κι αν, προκειμένου να τα καταφέρει, χρειάστηκε να τραγουδήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από όπερα…


Οι τρεις «ιεραπόστολοι» της όπερας


Εχοντας διαγράψει μια κυριολεκτικά λαμπρή διαδρομή τόσο ως προς τις «ζωντανές» εμφανίσεις του όσο και ως προς τη δισκογραφική του παρουσία, ο Λουτσιάνο Παβαρότι έγινε ακόμη περισσότερο γνωστός από τη συμμετοχή του (από κοινού με τους Χοσέ Καρέρας και Πλάθιντο Ντομίνγκο) στους «Τρεις Τενόρους», ένα σχήμα που έφερε την όπερα κοντά στο ευρύ κοινό. Το 1992 εξάλλου καθιέρωσε και τις περίφημες, σήμερα, ετήσιες συναυλίες «Pavarotti and Friends», στο πλαίσιο των οποίων ο διάσημος τενόρος συνέπραξε με εξίσου καταξιωμένους καλλιτέχνες από τον χώρο της ποπ και ροκ σκηνής, στοχεύοντας στη συγκέντρωση πόρων για ανθρωπιστικούς λόγους. Στα 70 του χρόνια σήμερα και παρά τις σιβυλλικές δηλώσεις του ιδίου, είναι σίγουρο ότι ο καιρός των απολογισμών δεν είναι μακριά για τον Λουτσιάνο Παβαρότι. Τον πρώτο πάντως τον έχει ήδη επιχειρήσει με θετικά συμπεράσματα: «Νομίζω πως μια ζωή αφιερωμένη στη μουσική είναι πάνω από όλα μια ζωή ευτυχισμένη!».


Τενόρος από κούνια


Γεννημένος στις 12 Οκτωβρίου του 1935 στη Μόντενα της Ιταλίας ο Λουτσιάνο Παβαρότι αποκάλυψε τα φωνητικά του προσόντα κυριολεκτικά από τη στιγμή που είδε το φως του κόσμου τούτου. «Τι ψηλή μικρή φωνούλα! Θα γίνει σίγουρα τενόρος» λέγεται ότι αναφώνησε ο μαιευτήρας της μητέρας του Αντέλε αντικρίζοντας το νεογέννητο αγοράκι. Καθώς μεγάλωνε και με την πλήρη ενθάρρυνση της οικογένειάς του οι εν λόγω προσδοκίες όχι μόνο συντηρούνταν αλλά και αυξάνονταν σταθερά. Οι γονείς του, η πολυαγαπημένη του γιαγιά Τζούλια, η προγιαγιά του και οι θείες του συγκρότησαν το πρώτο κοινό ενώπιον του οποίου τραγούδησε ο μικρός Λουτσιάνο. Ο πατέρας του μάλιστα Φερνάντο, αρτοποιός το επάγγελμα, ο οποίος ωστόσο αξιοποιούσε την ομολογουμένως καλή φωνή του τραγουδώντας στη Χορωδία Ροσίνι της Μόντενα, υπήρξε το πρώτο του πρότυπο.


Ο Λουτσιάνο έζησε μια ξένοιαστη παιδική ηλικία, με βασική «έγνοια» του το παιχνίδι και τη συντροφιά της αδελφής του Γκαμπριέλα. Σε μεταγενέστερες εξομολογήσεις του πολύ συχνά αναφερόταν τόσο στη ζεστασιά και στη στοργή με την οποία τον περιέβαλλαν οι γυναίκες της οικογένειάς του όσο και στην ιδιαίτερη σχέση που είχε με τους γονείς του: μια σχέση ισοτιμίας ανάμεσα σε ελεύθερα άτομα που, όσο κι αν το καθένα διατηρούσε την ανεξαρτησία του, οι πραγματικά καίριες στιγμές της οικογενειακής τους ζωής τούς έβρισκαν ενωμένους σφιχτά. Συχνά μάλιστα υιοθετούσαν την τακτική της ψηφοφορίας προκειμένου να λάβουν μια σημαντική απόφαση. Το ίδιο έκαναν και όταν ο Λουτσιάνο ολοκλήρωσε έναν κύκλο σπουδών ως εκπαιδευτικός: ψήφισαν αν θα έπρεπε να πάρει τελικά αυτόν τον δρόμο ή αν θα έπρεπε να «κυνηγήσει» τη μουσική σταδιοδρομία παρά τον αβέβαιο χαρακτήρα της.


Εχοντας ήδη παρακολουθήσει επί σειρά ετών μαθήματα δίπλα σε δασκάλους που έμελλε να ασκήσουν επίδραση στην καριέρα του ακόμη και όταν αυτή είχε πλέον κυριολεκτικά «απογειωθεί», το 1961 ο Παβαρότι έκανε το θριαμβευτικό του ντεμπούτο στον μουσικό κόσμο κερδίζοντας στον διεθνή διαγωνισμό «Achille Peri». H συγκεκριμένη χρονιά πάντως υπήρξε εν γένει θεμελιακή, αφού υπογράμμισε το πέρασμά του από τη νεότητα στην ωριμότητα. Απέκτησε δίπλωμα οδήγησης, παντρεύτηκε την Αντουα Βερόνι (την οποία βεβαίως περίπου 40 χρόνια αργότερα και έχοντας αποκτήσει μαζί της τρεις κόρες εγκατέλειψε για τα μάτια της τωρινής, 36χρονης μόλις, συζύγου και μητέρας της μικρότερης κόρης του Νικολέτα Μαντοβάνι) και κατήγαγε την πρώτη του μεγάλη επαγγελματική επιτυχία τραγουδώντας στην Ιταλία τον ρόλο του Ροντόλφο από τη δημοφιλή όπερα του Πουτσίνι «La Boheme». Η εν λόγω όπερα υπήρξε το «φυλαχτό» του: ένα είδος «διαβατηρίου» στις διεθνείς λυρικές σκηνές, καθώς και στις συνεργασίες του με μερικούς από τους διασημότερους ερμηνευτές και μαέστρους.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version